Selected tags

Further tags

Σλανγκασίστ σφυρίζων: Πως λέμε νετάρω - θεώρησε το παραγγελιά :-) Από εδώ

Το νετάρω στην ναυτική ορολογία το βρίσκουμε με την έννοια του τελειώνω μιά δουλειά.

Μόλις νετάρουμε με το καλαφάτισμα του καϊκιού, θα πιάσουμε να μινιάρουμε. Τη μουράβια θα τη περάσουμε στο τέλος, λίγο πριν το ρίξουμε στη θάλασσα.

καλαφάτισμα: τοποθέτηση βαμβακερού κορδονιού στους αρμούς ξύλινου σκάφους για στεγανοποίηση.

μινιάρω: βάφω με μίνιο (υπόστρωμα για να "πιάσει" η μπογιά).

μουράβια: υφαλόχρωμα

Επίσης με την έννοια του ξεμπερδεύω κυριολεκτικά

Τι ρέματα ήτανε αυτά ρε φίλε! Το παραγάδι ήτανε όλο στριμένο, είδα κι έπαθα να το νετάρω.

και μεταφορικά

Πλάκωσε το λιμεναρχείο, δεν είχαμε και τις άδειες μαζί μας, πώς νετάραμε είναι θαύμα!

Τέλος το νετάρω χρησιμοποιείται και με την έννοια του εξαντλούμαι, που αναφέρεται σε κάθε είδους ασχολία, όχι κατ' ανάγκην ναυτική.

Ρε τί γυναίκα ηφαίστειο ήταν αυτή! Δε μ' άφησε να κοιμηθώ όλη νύχτα. Με νετάρισε!

Ετυμολογία: [βεν. netar -ω (ιταλ. [nettare])] από εδώ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φαγητό από ρύζι, ντομάτα και κιμά. Χρησιμοποιείται και για να περιγράψει καταστάσεις που είναι υπερβολικά αχταρμάς, χυλός, όπου συμφύρονται ετερόκλητα στοιχεία με αποτέλεσμα ένα γενικό μπάχαλο. Το χαρακτηριστικό της μπουχλούμπας είναι ότι ακόμη κι αν τα συστατικά της είναι καθ' εαυτά τίμια, το αποτέλεσμα δεν τρώγεται με τίποτα. Επίσης μπορεί να ειπωθεί για ένα ανιντέντιφάιντ έδεσμα με «παραδοσιακό» χαρακτήρα με την κακή έννοια (τύπου τουρλού τουρλού) το οποίο δυσκολευόμαστε να προσεγγίσουμε πόσω μάλλον να καταναλώσουμε. Ευρύτερα για οποιαδήποτε συγχώνευση δεν χωνεύεται με τίποτα.

Πρόσφατη σημαίνουσα χρήση της έκφρασης έγινε από τον σκηνοθέτη, δημοσιογράφο και ραδιοφωνικό παραγωγό Νίκο Μαστοράκη, ο οποίος παραβιάζοντας την αρχή «τα εν Νίκῳ μη εν Δήμου» έκραξε τον φιλόσοφο, συγγραφέα, διαφημιστή και πολιτικό Νίκο Δήμου μέσα από την προσωπική σελίδα του στο Φέισμπουκ, που έγινε βαϊραλιά.

  1. Συνέβη το 1966. Η μπουχλούμπα ήταν τότε ένα ελάχιστα έως καθόλου αρεστό πιάτο στους κατασκηνωτές της εποχής. Αποτελείτο από ρύζι με ντομάτα και κιμά. συνήθως σερβιρόταν για δείπνο. Όταν ο ομαδάρχης γυρνούσε φορτωμένος από την διαχείριση, και τα παιδιά σηκωμένα στις μύτες των παπουτσιών τους ανίχνευαν μέσα στο ταψί την αηδιαστική μπουχλούμπα, ακούγονταν παντού επιφωνήματα αποδοκιμασίας και σ' όλους κοβόταν η όρεξη μαχαίρι. Μιά μέρα του 1966(;) έγινε το λάθος να σερβιριστεί η μπουχλούμπα μετά από επισκεπτήριο. Καταλαβαίνει κανείς ότι μια τέτοια μέρα τα παιδιά απολάμβαναν μετά μανίας τα κάθε λογής γλυκίσματα και εδέσματα που τους πρόσφεραν οι συγγενείς τους. έτσι λοιπόν όταν έφτασε η ώρα της μπουχλούμπας, πού όρεξη να φάει κανείς! Κάποιος (από Εύβοια μεριά) έριξε την ιδέα να επιστραφούν ατόφια τα ταψιά. αυτό διαδόθηκε άμεσα, και σε λίγο η διαχείριση γέμισε με γεμάτα από μπουχλούμπα ταψιά. Όταν το πήρε χαμπάρι ο τότε αρχηγός Γιαννόπουλος, έγινε το έλα να δεις. Ο εν λόγω αρχηγός που σημειωτέον δεν φημιζόταν για το ήπιο του χαρακτήρα του, είχε γίνει έξαλλος και είχε περιέλθει σε κατάσταση νευρικής κατάρρευσης. Εκινείτο με μανία πέρα δώθε φωνάζοντας σαν υστερικός και προσπαθούσε να βρει τον πρωταίτιο ανακρίνοντας όποιον κατασκηνωτή έβρισκε μπροστά του την στιγμή που ο τελευταίος κατέφτανε στην διαχείριση επιστρέφοντας το ταψί με την μπουχλούμπα ατόφια. Εν τέλει βρέθηκε η άκρη και ο υπεύθυνος απομακρύνθηκε κακήν κακώς από την κατασκήνωση το επόμενο πρωϊ (ή μήπως και το ίδιο βράδυ; δεν θυμάμαι καλά!). Η όλη φάση φυσικά έμεινε στην ιστορία της κατασκήνωσης. (Από το Φέισμπουκ).

  2. (http://konstantin.capitalblogs.gr/showArticle.asp?id=33891&blid=496) Ένα εξαιρετικό μενού, απολαυστικό για τη γλώσσα και τα μάτια. Για να τα βάλουμε τώρα στο μίξερ και να τα ανακατέψουμε… Ένας εμετικός χυλός! Αυτό είναι κι η προκρούστεια λογική για την κοινωνία. Αυτό σημαίνει η οριζόντια φορολογία και η οριζόντια μισθοδοσία στο δημόσιο τομέα. Συγχαρητήρια για τη μπουχλούμπα σας! Είναι σίγουρο ότι η επιτυχία της συνταγής είναι εγγυημένη, όταν ψευτοσοσιαλιστές επιλέγουν να εφαρμόσουν πολιτικές ψευτοφιλελεύθερων. Μόνο που είναι για το σκουπιδοντενεκέ…

  3. (http://einaimast.blogspot.gr/2010/10/dia.html) Τα αναπαραγωγικα προγραμματα (τα φτηνιαρικα που 85% του υλικου τους ειναι απο αλλες εκπομπες) εχουν προσθεσει human interest παιζοντας («παιζοντας») με φονους, θανατους, βιασμους, παιδεραστες και ο,τι αλλο θα μπορουσε να δωσει καμια μοναδουλα στο καναλακι. Η μπουχλουμπα lifestyle και αστυνομικου ρεπορταζ.

  4. (http://topontiki.gr/details.php?id=1179) Και από την άλλη ο κύριος Μεϊμαράκης με το βραχύ μουστάκι, με τη βαριά φωνή, καθισμένος σε τραπεζάκι τετράγωνο με τη ρετσίνα στο καρό τραπεζομάντιλο, ομοίωμα παλαιού ασίκη, κατα φεύγει σε γκριμάτσες που υπονοούν φράσεις όπως «άσε, ρε φίλε» και «τι να μας πει τώρα η μπουχλούμπα», για να τονίσει την απέχθειά του σε οτιδήποτε ξεφεύγει από τα πατροπαράδοτα κληρονομικά δικαιώματα.

  5. (http://www.phorum.gr/viewtopic.php?t=261397&p=5192775). Αντιστρόφως αν υπάρχει θέμα κι εγώ ο επενδυτής το ρισκάρω και γουστάρω να τρώω ό,τι μπουχλούμπα βρίσκεται μπροστά μου μα με καρκινογενέσεις, μα με κυάνια ...πάει να πει ότι μπορώ να πάρω και μερικές χιλιάδες μαζί μου να βλέπουμε παρέα τα ραδίκια ανάποδα;;

  6. ΤΟ ΠΑΠΑΡΙΖΕΙΝ ΕΣΤΙ ΦΙΛΟΣΟΦΕΙΝ;
    Ο αυτοπροσδιορισθεις (εδω και δεκαετιες) φιλοσοφος Νικος Δημου, διαφημιστης κατα κοσμον πριν εισελθει στον κυκλο των αθανατων φιλοσοφων, εμφανιστηκε στην εκπομπη του Νικου Ευαγγελατου, οπου ασημαντοι και μη φιλοσοφοι, τον εκαναν φυλλο και φτερο. Παρουσιαστηκε ως συνιδρυτης του «Ποταμου» αλλα τραυλισε, τα μασησε, τα μπερδεψε και στο τελος μπερδευτηκε. Ειπε ομως οτι ηταν στο ανεκδιηγητο κομμα «Δραση κλπ. ασυναρτησιες,» με αρχηγο τον επισης διαφημιστη Τζημερο (φαινεται τελικα πως ολοι οι μηντιαδες θα μπουν στην πολιτική μπουχλούμπα) και δηλωσε οτι το ονομα των Σκοπιων πρεπει να ειναι «Μακεδονια.» Ο πολυς Νικος Δημου (περιαυτολογων περι των φιλοσοφικων του βιβλιων και την φοβερη επιτυχια τους σε 46 χωρες) κρινομενος σαν πολιτικος απεδειξε για μια ακομη φορα οτι αρκουν δεκαπεντε τηλεοπτικα λεπτα για να καταλυσεις τη φημη που εχτιζες επι σαραντα χρονια. Σαραντα χρονια φουρναρης, που λεει ο θυμοσοφος λαος μας, αλλα το ψωμι μπαγιατικο. (Από τον τοίχο του Νικου Μαστοράκη στο Φέισμπουκ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάτι το extreme, το γαμάτο, που χαρακτηρίζει συνήθως ένα γεγονός ή κάποιο αντικείμενο.

  1. - Κοίτα εδώ μπουφέ που ετοίμασα για το party.
    - Τι λε ρε μεγάλε, έχεις φτιάξει ιστορία εδώ πέρα.

  2. - Φιλαράκι, άνοιξε το καπό και μάντεψε πόσους ίππους έχω ανεβάσει το αμάξι.
    - Πωωω, τι είναι αυτό το ντούκι ρε man; Σου έχει κάνει ιστορία εδώ μέσα.

(από HardcoreGR, 05/03/12)(από HardcoreGR, 05/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μπέρδεγουέι / μπερδεγουέι / μπερδεγουέη: Μπερδεμένος, προβληματισμένος έως προβληματικός, πολύπλοκος ή μπερδευτικός. Χαρακτηρίζει και μπερδεψοκατάσταση. Τώρα και σε επιρρηματική χρήση τ. με τρόπο περιπεπλεγμένο.

Προφ σύνθετη λέξη γιαλαντζί αγγλιά, όπου το πρώτο συνθετικό είναι το μπέρδεμα και το δεύτερο το way που σημαίνει τρόπος.

Εναλλακτική χρήση αντί του by the way που σημαίνει επί τη ευκαιρία, ως στραβοακουσμένος στίχος (βλ. τελευταίο παράδειγμα).

Συμπληρωματική σλανγκ του μπερδεματού: μπερδεβίξ, μπερδέψαμε τα μπούτια μας, μπερδεύτηκαν τα σώβρακα με τις φανέλες, μπερδεύω την Πούτση με την Βούρτση, μπερδεύω την πούτσα με την βούρτσα, μπερδεύω τις βούρτσες με τις γκλούτσες, μπερδεύω τον τεφροδέκτη με τον σπερμοδέκτη, μπέρδεψα το πουλί σου με το πουλί του, έγινε μύλος, εντροπία, κατάσταση φραπέ, κουλουβάχατα, μπερδεψομουνιά, ρώσικη σαλάτα, σαρδάμ, παθαίνω κωλομπέρδεμα, σουμουντρούκουλου, κλπ. Παρόλη αυτή τη συμφορά με το μπέρδεμα, τα πράγματα συνήθως είναι απλά: μη μπερδεύεστε.

Δικό μας: acg: Ρε John Kar μην εισαι τοσο σκληρος. Μιλα στο κοριτσι, τι αλλο να κανει;
John Kar: Αν είναι κορίτσι. Γιατί στο Internet τα φύλα είναι λίγο μπερδεγουέϊ...

Γλωσσοδέτης: Αγγλικό μπέρδεγουεΐ: Στα Ελληνικά > 3 Ελβετίδες μάγισσες πόρνες, οι οποίες επιθυμούν εγχείριση αλλαγής φύλου, κοιτάζουν 3 κουμπιά ρολογιού Swatch. Ποια ελβετίδα μάγισσα πόρνη, η όποια επιθυμεί εγχείριση αλλαγής φύλου κοιτάζει ποιο κουμπί ρολογιού Swatch; Στα Αγγλικά (σ.ς. πέστο απέξω): > Three Swiss witch bitches, which wish το be switched, watch three Swatch watch switches. Which Swiss witch bitch which wishes to be switched, watches which Swatch watch switch;

Πολύπλοκα ρολογάκια: Ποτέ δεν συμπάθησα τους 45λεπτους χρονογράφους. Είναι μπέρδεγουεϊ. Δεν έχω καταλάβει τη σκοπιμότητά τους. Εκτός κι αν ήμουν διαιτητής ποδοσφαίρου.

Περιπεπλεγμένες κοσμοθεωρίες: Πιστεύω σ' ένα παράξενο πράγμα, που λέει πως κάποιος άνθρωπος -ή μάλλον η αύρα του- μπορεί να ζει πολλές διαφορετικές ζωές, τώρα, στο παρελθόν, αλλά και στο μέλλον, όχι απαραίτητα ταυτόχρονα, αλλά χωρίς να αποκλείεται κι αυτό. Μπερδεγουέι, ούτε κι εγώ το έχω κατανοήσει ακριβώς.

Τρελαμένος καιρός: Καιρός «Μπερδεγουέι»: Σήμερα ο καιρός είναι μπερδεμένος. Ενώ είχαμε Νοτιά, τώρα ΄χουμε Βοριά και γενικά δεν έχει αποφασίσει τι θέλει.

Ανακατεμένες σχέσεις: Κάνε sex με το...φίλο σου xωρίς αισθήματα! [...] ένε ότι τίποτα δεν είναι το ίδιο μετά από ένα βράδυ κατά το οποίο βγάζεις τα μάτια σου με τον φίλο σου. Ότι ούτε το σεξ βγαίνει καλό, κι αν βγει, η κατάσταση γίνεται μπερδεγουέι κι άλλη μια φιλία θα καταλήξει στα αζήτητα.

Νερό αντί βενζίνης; Μπερδεγουέι αυτό με το νεράκι και το υδρογόνο ακούγεται ψιλοενδιαφέρον. Πώς δουλεύει; Από το σχολείο ξέρω ότι χρειάζεται πολύ ενέργεια για να διαχωρίσεις το υδρογόνο από το οξυγόνο.

(από Galadriel, 11/11/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δεν έχω απόλυτη αίσθηση της απόστασης (πχ στο πεζοδρόμιο, σε σκαλοπάτι), εξαιτίας της επίδρασης ξιδιών ή ναρκωτικών.

Χάνω δηλαδή το επίπεδο στο οποίο θα έπρεπε να πατήσω ώστε να μην πέσω.

- Βγες ρε μαλάκα από το αυτοκίνητο! - Δεν μπορώ, έχασα τα επίπεδα...

(από ironick, 19/06/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όλα όσα αναφέρονται στο παρεμφερές λήμμα η σάρα, η μάρα και το κακό συναπάντημα, plus η ποικιλόχρωμη ημιόνα, που προσδίδει ένα ποιητικό touch και έναν λαϊκισμό τύπου όψιμου ΚΚΕ.

- Δεν πάω ρε σου λέω! Εκεί μαζεύεται όλη η σάρα, η μάρα και η παρδαλή γομάρα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν κάποιος, κάποια ή κάτι σου στέκεται εμπόδιο την ώρα που τα ρίχνεις σε μία κοπέλα με απώτερο σκοπό το σεξ. Προέρχεται από την αγγλική λέξη «cock-block» και σημαίνει το εμπόδιο του πέους.

Είσαι στο club απέναντι σου στέκεται μια θεά. Έχεις ανοίξει συζήτηση μαζί της και όλη γύρο σου το έχουν πάρει χαμπάρι ότι γουστάρετε ο ένας τον άλλον. Μετά από πολύ ώρα συζήτησης είστε πλέον έτοιμοι και οι δύο να συνεχίσετε την βραδιά γεμάτο αμαρτία και πάθος. Δυστυχώς η φίλη της σας πλησιάζει και αναφέρει ότι πρέπει να την πάει σπίτι τώρα! Μόλις έπεσες θύμα κοκομπλόκου.

Ο κοκομπλόκος- Η κοκομπλόκο- Το κοκομπλόκο- Τα κοκομπλόκα και πάει λέγοντας.

(από Khan, 07/03/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ένα μικρό, συνήθως προσχεδιασμένο κειμενάκι, αποτελούμενο από μακροπερίοδους λόγους, που αποστηθίζεις για να το παίξεις μαγκίτης σε άλλους. Κατά βάση αυτά τα κείμενα δεν έχουν κανένα νόημα. Χρήση παρόμοια με το γουρδώνω το περπούτσι παράμοιρα.

Η παλιννόστηση της ανεπίβουλης στρουχτούρας, που εγγενώς παλινδρομεί, εξανδραποδίζοντας τις δισυπόστατες ανανεωτικές δομές, προβάλλει αναντίρρητες καταφατικές υπερβάσεις, που διαστρεβλώνουν την αταβιστική αναθεώρηση των διαπλεκόμενων επιγόνων του αναθεωρημένου εγώ.

Βλέπε και κονσέρβα, ξύλινη γλώσσα, ψυγείο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μούχτι (मुक्ता) στα Σανσκριτικά αποκαλείται η απελευθέρωση των αισθήσεων από τα δεσμά του νου και άλλα κόλπα ζόρικα που κάνουν στην Ινδία.

Η ταντρική αυτή έννοια προφάνουσλυ υιοθετήθηκε από τα Ελληνιστικά βασίλεια της ανατολής και μοιραίως μεταλαμπαδεύτηκε στην Μακεδονία όπου χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα, εκφράζοντας όμως άλλες ατραπούς εσωτερικής καθοδήγησης, αυτογνωσίας και βιοενεργειακών τσάκρα:

  • Τα κάνω μούχτι χρησιμοποιείται και με την έννοια τα μπέρδεψα, έχασα τον λογαριασμό. Ωσεκτουτού μούχτης αποκαλείται όποιος ανακατεύεται, βάζει ζιζάνια, και ταλιμπάν (αδημοσίευτη επιστολή ΡΤΠ).
  • Τα κάνω μούχτι είναι επίσης ισοδύναμο του τα κάνω γαργάρα (ΡΤΠ, Op. cit.).
  • Κάνω μούχτι σημαίνει και τσουρνεύω, όπως επισημαίνει ο xalikoutis εδώ.
  • Πέφτω στο μούχτι εκφέρεται με την έννοια υου πέφτω με τα μούτρα στο φαΐ κατά GATZMAN (εδώ) αλλά και του μπουχτίζω κατά Livepedia.
  • Είμαι στο μούχτι υποδηλώνει ότι είμαι στη γύρα, είμαι στην πίεση. Ο HODJAS προτείνει υπέροχη παραετυμολογία εκ του μόχθου, εδώ.
  • Το μούχτι ενίοτε μπερδεύεται εσφαλμένα με το (αρβανίτικο) μούτι, δηλαδή τα σκατά (ΡΤΠ, Ω. ψιτ.).
  • Στην μαρτυριάρικη, τέλος, μεγαλόνησο το μούχτιν περιγράφει την λύτρωση της κτήσης από τα δεσμά του αντιτίμου, τουτέστιν το τζαμπέισον.

Βλ. επίσης μούχτι μούχτι.

- Κουφάλα Ασλαμά, το κλαρινέτο του Ηρακλή στην Ξάνθη το ‘κανες μούχτι. Με τον ΠΑΟΚ ασχολείσαι παλιολινάτσα.
(εδώ)

- Όποιος πιστεύει ότι ο βάζελος θα πάρει το μαστραπά φέτος κατόπιν πλάνο και βάσει σχεδίου να με το πει και μένα όλα είναι στο μούχτι, μόνο άμα χαλάσεις κάνα κάρο κάρο φταλέ και χεις από πίσω συσπειρωμένο - όχι πρόβατο - λαό ώστε να τη σακουλευτείτο κατεστημένο μπορείς να σπάσεις το απόστημα.
(εδώ)

-Ποιό μεγάλο μυαλό είχε την ιδέα της μετοχοποίησης των 2,2 εκατ. γιούρο του Mυτιληναίου; Kαι γιατί όλα έγιναν στο... μούχτι μέχρι που τους... ανακάλυψαν;
(εδώ)

- Έπεσε με τα μούτρα στο μούχτι και τον ξεζούμισε η Περμανθούλα. Άντε τώρα και πότε θα συνέλθει....Σερσέ λα Φάμ (εδώ)

- «Μούχτι φακκιν ώστι να πεθάνω» σκέφτεται που μέσα του. «Μούχτι γαμήσι μια ζωή πελλέ μου!
(δαμέ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δύσχρηστος, ιδιότροπος, παράξενος.

Πιο συγκεκριμένα, το μπίζηλο αντικείμενο μπορεί να είναι:

1) περίπλοκο, που θέλει μανούβρα για να δουλέψει.
2) ζόρικο, που δεν παίρνει μπρος ή δεν ξεκολλάει αν δε βάλεις δύναμη.
3) άβολο, που δεν μπορείς να το κουμαντάρεις εύκολα λόγω διαστάσεων ή σχήματος.
4) λεπτεπίλεπτο, που θέλει ιδιαίτερη προσοχή για να μη χαλάσει.

Αντίστοιχα, ο μπίζηλος άνθρωπος μπορεί να είναι:

5) αλλόκοτος, sui generis και δε βγάζεις άκρη μ' αυτόν.
6) τσαμπουκαλεμένος και δεν τον κάνεις καλά εύκολα (άσε δε που δε σου κάθεται).
7) ασθενικός, μη μου άπτου και φοβάσαι να τον ζορίσεις μη σου πάθει τίποτα.

Άλλες μορφές: πίζηλος, πίζουλος, μπίζουλος.
Συνώνυμα: ζόρικος, τζαναμπέτικος.
Αντώνυμα: μανιτζέβελος, ματζόβολος.
Ετυμολογία: πιθανόν από το επίζηλος, βλ. τη συζήτηση εδώ.

  1. - Πήρα, που λες, ένα κρεβάτι απ' το ΙΚΕΑ σε κομμάτια, με τις οδηγίες χρήσης του, με το άλεν του, με απ' όλα. Ε, ακόμα κοιμάμαι στον καναπέ. Πολύ μπίζηλο πράμα, τρεις άνθρωποι μαζευτήκαμε και δε βγάλαμε άκρη πώς διάολο συναρμολογείται η μαλακία.

  2. - Άντε ρε μάστορα, ακόμα να τη φτιάξεις τη ρημάδα τη βρύση;
    - Είναι μπίζηλο, παιδάκι μου, (γκννν!) κι έχει κολλήσει (γκνννχ!), αλλά θα του δείξω εγώ (γκνννννννχ!) πώς γαμάει ο Πειραιάς!
    (η βρύση σπάει και τους κάνει όλους μουνί)

  3. (σε μετακόμιση)
    - Έλα, έλα, έλα...
    - Φέρ' το δεξιά!
    - Αριστερά πήγαινέ το!
    - Ελάτε και οι δύο πίσω, γιατί θα βρείτε!
    - Μα γαμώ το ξεσταύρι μου, ρε Κώστα, πώς τα πακέταρες έτσι τα πράγματά σου; Τι μπίζηλο κουτί είν' αυτό, δε χωράει πουθενά!

  4. - Τι σιχτίρ είν' αυτό πάνω στο κομοδίνο, ρε Τασία, με τη ρόδα και τα νερά και τα κέρατα;
    - Καταρράκτης, Γιώργο μου!
    - Ποιος ήρθε;
    - Φενγκ σούι είναι, Γιώργο μου! Χρειαζόμαστε τρεχούμενο νερό στα ανατολικά για να κόβει την πορεία των αρνητικών κυμάτων απ' τη γρουσούζα την κυρά-Μαρία απέναντι και... ΜΗ! Μην το πειράζεις! Θα χαλάσεις τη ροή!
    - Μπα πανάθεμά το, είναι που είναι κιτσαριό, είναι και μπίζηλο από πάνω! Πας καλά, ρε Τασία; Θα κοιμάμαι μ' αυτή τη μαλακία πάνω απ' το κεφάλι μου;

  5. - Ρε συ, αυτός ο Στέφανος τι καπνό φουμάρει; Πολύ μυστήριος μωρ' αδερφάκι μου... όλο μουρμουράει κάτι περίεργα και τους κοιτάει όλους με μισό μάτι. Στέκει;
    - Μωρέ στέκει, αλλά είναι μπίζηλος. Καρακοσμάρα, μη δίνεις σημασία.

  6. - Δε μου λες βρε Λίλιαν, ο Νίκος είναι γκέι;
    - Καλέ όχι, γιατί το λες αυτό;
    - Γιατί του την έπεσα στυγνά στο μπαρ και του 'κανα γκλίνγκι-γκλίνγκι τα κλειδιά του σπιτιού μπροστά στη μούρη του, κι αυτός, αντί να μ' ακολουθήσει με τη γλώσσα έξω, μου γύρισε πλάτη κι άρχισε να μιλάει με τον κολλητό του για την ΑΕΚ!
    - Α, ναι, είναι λίγο μπίζηλος. Του έχει καρφωθεί ότι μόνο οι άντρες κάνουν την πρώτη κίνηση και τσαμπουκαλεύεται - και καλά. Την επόμενη φορά, περίμενε μέχρι να φτάσει στο τέταρτο ποτό και να πάρει το γνωστό ηλίθιο ύφος. Μετά, τον κάνεις ό,τι θέλεις.
    - Ντεφά;
    - Αφού σε λέω...

  7. - Καλή ’ναι η κοπελιά ντου, μα μου φαίνεται πολλά μπίζηλο πράμα και το σκέφτομαι να την κάμω νύφη.
    (πάλι από εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified