Selected tags

Further tags

Jefferson! Είναι ο τύπος με το αυτάρεσκο αστραφτερό χαμόγελο και το ωραίο σώμα, που (θεωρεί ότι) καμία γυναίκα δεν θα μπορούσε να του αντισταθεί, ακόμα και αν τον έβλεπε να της φέρνει παραγγελία πίτσα στο σπίτι.

Η προέλευση του λήμματος Jefferson, και για τους μυημένους στο Παντρεμένοι με Παιδιά είναι από τον άντρα της Μάρσυ, ο οποίος είναι η πλέον τυπική no-name φάτσα αμερικάνικης τσόντας της δεκαετίας του 80.

- Καλά ρε συ, τι είναι αυτός ο Jefferson που κουβάλησε η Εύη, για να σε κάνει να ζηλέψεις;;;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που δεν γαμάει καθόλου, αλλά φαντασιώνεται ότι όλη μέρα κάνει μόνο αυτό και το καυχιέται στους κολλητούς αερογάμηδες... Συναντάται σε νεαρές ηλικίες κάτω από τα δεκαπέντε όπου η μαλακία πάει σύννεφο και όλοι καυχιούνται ότι πηδάνε όλο το σχολείο...

Συζήτηση Γυμνασιόπαιδων:

- Εχθές μαλάκα γάμησα την Σούλα και μετά την Μαιρούλα. Άσε που το βράδυ μου έκανε πίπα μια φίλη της μαμάς μου....
- Πού να δεις εγώ που πήγα στης θείας μου της Καίτης και μου άνοιξε η υπηρέτρια και την πήρα από πίσω, μετά στο τρένο γνώρισα μια υπερμουνάρα γύρω στα τριάντα και κατεβήκαμε στο Ηράκλειο και την πήρα στις τουαλέτες του δήμου...

(από BuBis, 20/05/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γνωστή και ως μαλακία ή μότκα ή αυνανισμός. Ο όρος τσούκα προήλθε από την πράξη: τσουλκανάω.

Τι κάνει ο Μήτσος όλη μέρα στο σπίτι; Μάλλον θα ρίχνει και μια τσούκα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  • Aπάντηση σε πρόταση, ιδίως από σύζυγο σε σύζυγο, για άγριο σεξ όταν έχει προηγηθεί καβγαδάκι, κλπ.
  • Όταν δεν (σε) γουστάρει η γκόμενα
  • Περιγραφή κατάστασης όταν παρόλο που υπάρχει θέληση, ή έχουν έρθει οι Ρώσοι ή το παιδί είναι σε απόσταση βολής.

Όπως π.χ. χθες βράδυ… Γάμησέ τα δηλαδή!

...και μη μου λες ότι δεν θυμάσαι και μαλακίες. (από Mr. Cadmus, 04/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εμπνευσμένο από το σχόλιο του σλανγκοχρήστη Χανκ στο λήμμα όποιος τη νύχτα περπατεί λάσπες και σκατά πατεί. Δηλώνει αντίθεση στο πρωκτικό σεξ, λόγω δυσάρεστων πιθανών συνεπειών.

- Και που λες Μήτσο, εκεί που έχω βάλει το Λίλιαν στα τέσσερα και του ξεσκίζω τον κώλο, λιγάκι πριν χύσω και φωνάξω, συνειδητοποιώ ότι μια κουράδα έχει κολλήσει στο πουτσοκέφαλό μου...
- Εμ τι τα θες κι εσύ αυτά; Δεν ξέρεις ότι όποιος τον κώλο αναζητεί, λάσπες και σκατά θα βρει;

αυτά είναι... (από DT Jesus, 09/01/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο βασιλιάς των μπάζων, πατσαβούρων, πατσούρων, μπαζόμπαζων κτλ. Κατά πάσα πιθανότητα ο μπαμπάς της ήταν (είναι) μάγειρας. Η γκόμενα αυτή είναι τόσο σαβούρα, που για να την απαυτώσεις πρέπει να βάλεις σακούλα στο κεφάλι σου, σε περίπτωση που σπάσει η σακούλα στο δικό της...

- Τη Μαρία;;;!! Τι σαβουρογάμης είσαι ρε Νώντα!!! Σύνελθε, είσαι καλά ή να βάλω τις φωνές; Αυτή η γκόμενα είναι τρελό διπλοσάκουλο!! Ούτε με ξένο πούτσο δεν τη γάμαγα...

(από DT Jesus, 09/01/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τα υγρά απόβλητα του πρωκτού μετά από οθωμανικό, που περιλαμβάνουν συνήθως σπέρμα, κόπρανα, σάλιο, ιδρώτα, αίμα, καθώς και ό,τι άλλο υγρό ή υγροποιήσιμο μπορεί να χρησιμοποιήθηκε κατά την διάρκεια της πράξης.

Συνώνυμα: σαντορούμι. Δες ακόμη: μεζές, όποιος τον κώλο αναζητεί, λάσπες και σκατά θα βρει

Ο Πίπης και ο Φίφης κατεβάζουνε παρέα τσόντες στα λαπτόπια:
Φίφης: Μπλιάχ! Γιάααακχχχ! Γκχκχχκχκχ!
Πίπης: Τι έπαθες ρε μαλάκα και κθουλιάζεις έτσι;
Φίφης: Αηδία μαλάκα, εμετός! Λιάκατα!...
Πίπης: Για να δώ - για να δώ...
Φίφης: Άσ' το, ξέχνα το, έχω σβήσει και χίστορι ήδη μην ξαναπέσω πάνω του μιλάμε.
Πίπης: Πού έπεσες ρε θα μου πεις;
Φίφης: Ρε μαλάκα, της έχει ξεσκίσει την κωλάρα ο τύπος, την έχει χύσει κιόλας, και τι κάνει;
Πίπης: Τι κάνει;
Φίφης: Αδειάζει μέσα και μια κοακόλα, την ταρακουνάει και λίγο πέρα-δώθε, και τη βάζει να του τα κλάσει όλα στη μάπα ρε μαλάκα!... Εμετός!... Γέμισ' ο τόπος πρωκτοζούμια... Τού 'μειναν και κάτι κομματάκια στο μάγουλο... λιάκ...
Πίπης: Σιγά μωρή κυρία, πώς κάνεις έτσι... Το «τού γκέρλς ουάν κάπ» σ' τό 'χω δείξει;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το αφρώδες μείγμα λιπαντικού και κοπράνων, που αποτελεί κάποιες φορές παράπλευρη απώλεια κατά το πρωκτικό σεξ, το γνωστό πρωκτοζούμι.

Από το επώνυμο του αμερικανού πρώην γερουσιαστή Ρικ Σαντόρουμ.

Η λεξιπλασία έχει ηθικό εμπνευστή τον Νταν Σάβατζ, ο οποίος θέλησε με αυτόν τον τρόπο να αντιδράσει σε δηλώσεις του γερουσιαστή, κατά τις οποίες η ομοφυλοφιλία οφείλει να αντιμετωπίζεται ακριβώς όπως, μεταξύ άλλων, η σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου και η κτηνοβασία, πράξεις που αντίκεινται στο θεσμό του γάμου και της οικογένειας και έτσι πλήττουν την κοινωνία.

Σε σύγκριση συνεπώς με το πρωκτοζούμι, το σαντορούμι αρμόζει σε ομοφυλοφιλικότερα συμφραζόμενα.

Πηγές: ο σχετικός ιστοχώρος του Σάβατζ, η σελίδα όπου πρότεινε την λεξιπλασία, σχετικά άρθρα της αγγλόφωνης Βικιπαίδειας για την λεξιπλασία και για τις δηλώσεις.

  1. Περάσαμε και γαμώ χθές με το τεκνό, αλλα γεμίσαμε τα σεντόνια σαντορούμι ρε να πάρει.

  2. Κάθε φορά που είναι να σοδομίσω τον γκέη ανύπαντρο σκύλο μου, του βάζω πρώτα κλύσμα, για να μήν μου κλάνει μετά σαντορούμι.

λήμμα [σχολής βράστα] (από xalikoutis, 26/01/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

H παροιμία:«Να μουν τον Μάη γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλον τον χρόνο κόκορας και γάτος τνο Γενάρη» παραπέμπει στις εποχές του έτους όπου η σεξουαλική κορύφωση για αυτά τα ζώα χτυπάει ταβάνι.

Ως γνωστόν, οι γάτοι παθαίνουν ψυχικό λαλά τον Γενάρη, τον μήνα του φυστικώματός τους. Τότε η σεξουαλική τους φούντωση χτυπάει κόκκινο. Δεν κρατιώνται.

Έτσι λοιπόν, όταν αποκαλούμε κάποιον «γεναριάτικο γάτο», μιλάμε για κάποιον που, είτε λόγω των σπεκς του, είτε λόγω συγκυριών, η ανάγκη του για θηλυκό τον κάνει πυραυλοκίνητο. Τρελαίνεται για σεξουαλική περίπτυξη, την οποία αποζητά μετά μανίας. Και όχι ειδικά τον Γενάρη.

Αναλυτικότερα μιλάμε για κάποιον:

  1. με έντονες σεξουαλικές ορμές. Για κάποιον που έχει υπερευαίσθητο σένσορα, που ανάβει με το παραμικρό και δεν χάνει ευκαιρία για ευκαιρία. Όσο πιο συχνά, τόσο πιο καλά. Έτσι, πού τον χάνεις, πού τον βρίσκεις (είτε νοερώς, είτε κυριολεκτικώς), στο γήπεδο βρίσκεται (βλ. παράδειγμα 1).

  2. που λόγω κάποιων καταστάσεων μπορεί να γίνει ταύρος εν υαλοπωλείω από την έλλειψη της σεξουαλικής απόλαυσης. Παρακάτω αναφέρονται κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Θα μπορούσαμε λοιπόν να αναφερθούμε:

α. σε κάποιον φαντάρο που, λόγω συγκυριών, δεν έχει συχνές σεξουαλικές επαφές, εξαιτίας του γεγονότος πως δεν έχει εξόδους (π.χ: στην περίοδο που μεσολαβεί από την παρουσίασή του μέχρι τη μέρα που ορκίζεται, στην περίοδο που είναι τιμωρημένος, κλπ)

β. σε έναν ναυτικό που, βολοδέρνοντας στη θάλασσα, θα του στρίψει, αν δεν εκτονώσει την επιθυμία του σε κάποιο λιμάνι. Κι όσο για τη γυναίκα του... τη στολίζει με περικοκλάδες, απ' όλες τις γωνιές της υφηλίου. Και μιλάμε για περικοκλάδες παντός καιρού. Μιλάμε για αυτές που δεν περιμένουν την άνοιξη για να ανθίσουν.

γ. σε κάποιον που είναι βραχωμένος σε έναν γάμο που δεν τον ικανοποιεί πλέον, ωστόσο όμως δεν θέλει να χωρίσει, αναλογιζόμενος τις συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης (π.χ: δεν θέλει να δημιουργήσει πρόβλημα στα παιδιά του). Έτσι επιθυμεί πού και πού να χαλαρώνει τη θηλιά που τον πνίγει, αναζητώντας πρόσκαιρες περιπέτειες.

Για την β περίπτωση, βλ. παράδειγμα 2.

  1. που συνδυάζει την α και τη β περίπτωση.

Σημείωση:
Σε κάθε μια από τις παραπάνω περιπτώσεις η πλεκτική αποτελεί ένα κανάλι προσωρινής εκτόνωσης.

  1. - Ο Μανώλης πάντως, πολύ ταχυπηδήκουλας αδερφάκι μου. Τα 'χει με τη Λόλα, με τη Λίλιαν, με τη Σούζι, με την Αφροξυλάνθη και με τη Φλώρα ταυτοχρόνως. Τον θυμάσαι τον Μάνθο Φουστάνο στο [B]«Κωνσταντίνου και Ελένης»; Για τέτοια περίπτωση μιλάμε. Μη δει θηλυκιά γάτα. Ερεθίζεται. Γεναριάτικος γάτος ο τύπος. Είναι και Γενάρης τώρα... χα χα χα
    - Πάντως πρέπει να 'ναι και πολύ γατόνι ώστε να μπορεί να πετάει από κανάρα σε κανάρα (βλ. επαναληπτική καραμπίνα) και να μην τον έχει αντιληφθεί ακόμα καμιά τους.
    - Ουάου. Κανάρες που πνίγουν το γατοκούνελο!

  2. - Που λες, τόσο η Σοφία, όσο κι ο Κώστας ο άνδρας της έχουν γεμίσει το σπίτι τους... με περικοκλάδες.
    - Τους αρέσουν τα λουλούδια ε;
    - Όχι. Μόνο οι περικοκλάδες!
    - Πώς αυτό;
    - Ο Κώστας σα ναυτικός... είναι γεναριάτικος γάτος, μέχρι να βρει γυναίκα. Κι αυτή πάλι δεν είναι η Πηνελόπη. Με πιάνεις υποθέτω... Έτσι το σπίτι τους θυμίζει ζούγκλα απ' την οργιώδη βλάστηση... ακόμα και στο καταχείμωνο. Μόνο ο Μάκης λείπει για να δέσει το γλυκό.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μια ομάδα που παίζει στο δικό της γήπεδο θεωρείται ότι έχει πιο πολλές ελπίδες να νικήσει, καθώς θα έχει τους φιλάθλους και ίσως και τους διαιτητές με το μέρος της.

Όταν τώρα έχουμε παιχνίδι σε γήπεδο, και αν αναλογιστούμε ότι ο δέκατος ορισμός της «έδρας» στο Λεξικό Μπαμπινιώτη είναι «ο πόρος που αποτελεί το εξωτερικό άκρο του παχέος εντέρου, ο δακτύλιος του πρωκτού. Συν. πρωκτός, σφιγκτήρας», τότε καταλαβαίνουμε ότι το παιχνίδι «εντός έδρας» αν και με κάποια ρίσκα, προδιαθέτει για μεγάλο θρίαμβο!

Μένιος: Την Κυριακή πάω γήπεδο με τη Λίλιαν.
Μήτσος: Καλό βόλι σύντροφε!
Μένιος: Και προβλέπεται ο αγώνας να είναι εντός έδρας!
Μήτσος: Μεγάλε! Την βλέπω την ομάδα να θριαμβεύει!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified