Αναμένοντας την αναπόφευκτη απογοήτευση...
Περιμένεις από αυτόν δουλειά; Φτύσε ψηλά κι αγνάντευε...
Αναμένοντας την αναπόφευκτη απογοήτευση...
Περιμένεις από αυτόν δουλειά; Φτύσε ψηλά κι αγνάντευε...
Got a better definition? Add it!
Published
Έκφραση που χρησιμοποιείται από ανθρώπους που ντρέπονται για το επάγγελμά τους και έτσι το παρομοιάζουν με παρκάρισμα πουτσών που, αντικειμενικά για κάθε άντρα, είναι ό,τι χειρότερο να ασχολείται με ξένο παπάρι.
Συνοδεύει σχεδόν πάντα την ερώτηση: «τι δουλειά κάνεις» ;
- Τι δουλειά κάνεις ρε Μήτσο, δεν σε βλέπω καλά.
- Τι να κάνω ρε φίλε! Δουλεύω σε ένα εργαστήριο βιολογικών ερευνών και είμαι ελεγκτής πορδών. Δουλεύουμε μια διαγνωστική μέθοδο για παθήσεις του εντέρου και πρέπει να ταυτίσουμε μυρωδιές κλανιών με συγκεκριμένη πάθηση. Έτσι ανέλαβα εγώ την συσχέτιση οσμής με πάθηση. Δεν λέω καλά τα λεφτά αλλά είναι δουλειά ρε συ; Δεν είναι δουλειά αυτό, πούτσες παρκάρω.
Got a better definition? Add it!
Όρος που έχει ενταχθεί τα τελευταία χρόνια στο χώρο των επιχειρήσεων. Ο όρος προέρχεται από το πρόγραμμα, Η/Υ SAP.
Το SAP, είναι επιχειρηματικό λογισμικό, της εταιρείας SAP που εμπλέκει όλους σχεδόν τους τομείς μιας επιχείρησης (πωλήσεις, αποθήκη, παραγωγή, λογιστήριο, κλπ) και στοχεύει στην αρτιότερη οργάνωσή της. Στις εταιρείες που έχει εφαρμοστεί υπάρχει ορισμένο προσωπικό ανά τμήμα που ενημερώνει το σύστημα με τα κατάλληλα δεδομένα.
Ο όρος μπορεί να έχει χιουμοριστική χροιά, μπορεί όμως να έχει και απαξιωτική χροιά. Στην περίπτωση αυτή μιλάμε για την αντιμετώπιση των δυσκολιών που αφορούν την προσαρμογή του προγράμματος στα δεδομένα της εταιρείας και στην αποτελεσματική αποδοχή του από τον εμπλεκόμενο κόσμο. Οι δυσκολίες αυτές έχουν να κάνουν κυρίως με υπάρχουσες νοοτροπίες.
Πιο συγκεκριμένα, μιλάμε για δυσκολίες που: - Προκαλούνται στη δουλεία κάποιου που, όντας εξοικειωμένος για χρόνια με άλλους εργασιακούς τρόπους, δεν μπορεί εύκολα να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. - Προκύπτουν σε εταιρείες και ειδικά σε ανοργάνωτες εταιρείες, όπου γίνονται meeting επί meeting προκειμένου να συμφωνηθούν οι κατάλληλες διαδικασίες, ώστε να προσαρμοστεί καταλλήλως το πρόγραμμα στα εταιρικά δεδομένα. Εντούτοις σε εταιρείες του δημοσίου, όπου η δυοξύνη καλά κρατεί, κρατάει χρόνια αυτή η φάση της επανοργάνωσης, οπότε η σημασία του λήμματος «σαπίζω» διανθίζεται με την έννοια του λήμματος όπως την ανάρτησε η ironick σήμερα. Εκεί η ανοργανωσιά και τα αναφερόμενα meeting είναι πολλαπλά και άκαρπα.
(χιουμοριστική χρήση)
- Ο Γιάννης ασχολείται με το SAP
- Α κατάλαβα... Σαπίζει... χα χα χα1
(απαξιωτική χρήση)
- Στην εταιρεία μας σαπίζουν τόσα άτομα στην κούραση προκειμένου να στρώσουν το SAP.
- Στη δικιά μας, πάλι, που είναι εταιρεία του δημοσίου, χρόνια και χρόνια σαπίζει ένα σωρό κόσμος και με τις δυο έννοιες, αλλά αποτέλεσμα δεν υπάρχει.
Got a better definition? Add it!
Κατουρλιό ή κατρουλιό αποκαλούνται:
- Θα σας πιάσει κατουρλιό από την τρομάρα σας!!!
(από εδώ)
- Το μετρό στο Παρίσι μυρίζει κατουρλιό
(από εδώ)
- Συγγνώμη αλλά η Amstel απλά δεν πίνεται.... Χειρότερο κατουρλιό δεν υπάρχει....(H Bud Light είναι εκτός συναγωνισμού πάντα....)
(από εδώ)
- Από μαύρες, η Murphy's είναι η καλύτερη, από ελαφριές η Lapin Kulta, Tsingtao, Sapporo και μην πει κανείς την κορόνα, το μεξικάνικο κατρουλιό!
(από εδώ)
Got a better definition? Add it!
Έτσι λέγονταν τα παραπαίδια στα μαγαζιά χασάπικα, μανάβικα κ.α.
Τα παιδάκια λοιπόν αυτά ετών από 12 έως 20 είχαν εκτός από το σκούπισμα και το κουβάλημα από την αποθήκη στο μαγαζί εμπορευμάτων, και την αποστολή των αγαθών στα σπίτια των πελατών.
Και εδώ παίζει το παίγνιον τότε που ο αέρας ήτο καθαρός και ο έρωτας βρώμικος. Τα παιδάκια αυτά τα χρησιμοποιούσαν οι πελάτισσες (εκτός από την μεταφορά των εμπορευμάτων) για ικανοποίηση των σεξουαλικών ορέξεων τους με το ανάλογο χαρτζιλικάκι. Στα πεταχτά και γρήγορα γινόταν η δουλειά και με τα στραβά μάτια και την ανοχή του μαγαζάτορα, διότι και ο πιτσιρικάς ήταν σε ηλικία εφήβου και έπρεπε να αδειάζουν οι αδένες του τακτικά αλλά και οι κυρίες ήταν τακτικότερες πελάτισσες στο μαγαζί του.
- Έλα Ματίνα μου πάρε τηλέφωνο τον κυρ Τάσο το χασάπη και πέσ’ του να σου στείλει δυο κιλά αρνάκι.
- Έλα μωρή είναι καλό το χασαπάκι; πιο καλό από το μαναβάκι ;
- Πάρε Ματίνα μου πάρε που σου λεω 17 χρόνων μπουμπουκάκι σου λεω πάρε τηλέφωνο...
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Στην έκφραση λέω/γράφω την ιστορία της ζωής μου. Κλασική και πεπαλαιωμένη αργκό για κάποιον που λέει ή γράφει κατεβατά, οθονιές ολόκληρες, ατελείωτα σχετικά και άσχετα πράγματα με αυτό που του ζητήθηκε.
Αυτούσιο, ως μεταφορά του αμερικανικού «the story of my life». Λέγεται αυτοαναφορικά (pun unintended), με κάποια δόση αυτολύπησης και σημαίνει πως μια φράση που μόλις ειπώθηκε συμπύκνωσε μέσα της όλα τα παρόμοια περιστατικά που μας έτυχαν και σημάδεψαν τη ζωή μας, συνήθως αρνητικά.
1α. Το κουτάκι λέει «Συνοπτική περιγραφή ατυχήματος». Ήθελα νά 'ξερα τι γράφεις τόση ώρα εκεί, την ιστορία της ζωής σου;
1β. - Διότι σε περίπτωση που αγνοήσουμε την σεξουαλικότητα στην καταγραφή της ιστορίας, πέφτουμε στην παγίδα να μιλήσουμε πια, όχι για ανθρώπινα πλάσματα, αλλά για σκιές, για φερέφωνα, για μαριονέτ...
- Ρε μαλάκα, έχει δέκα λεπτά που σε ρώτησα πώς σου φάνηκε χτες το ματς κι εσύ κάθεσαι και μου λες την ιστορία της ζωής σου;
Got a better definition? Add it!
Έκφραση με πολλές νοηματικές αποχρώσεις της ίδιας κεντρικής ιδέας:
Ετυμολογία αδιευκρίνιστη στον γράφοντα. Bana στα τουρκικά σημαίνει σε εμένα.
Βλ. και αέρα πατέρα.
Από εδώ: «Είσαι καλός παίκτης και προφανώς συμφωνείς, όταν είσαι ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ ουσιαστικά και αουτσάιντερ, μόνο αν βαρέσεις το φαβορί μπορεί να πάρεις τη θέση του, αλλιώς πάντα αουτσάιντερ θα είσαι. Και το ότι δεν μας έβαλε κανείς στο λέω, γιατί το γνωρίζω από πρώτο χέρι, όχι έτσι αέρα-μπανά.»
Από εδώ: «Πάει εκείνη η εποχή που έπαιρνες ένα οικονομικό ψυγείο-για παράδειγμα-και «κρατούσε». Οι περισσότεροι πουλάνε μούρη κι αέρα μπανά.»
Από εδώ: «Θα σε παρακαλούσα να προσέχεις λίγο τις εκφράσεις σου. Η Βικιπαίδεια δεν είναι χώρος πολιτικών τοποθετήσεων οτι μπαίνη εδώ μπαίνη τεκμηριωμένο και με πηγές όχι αέρα μπανά , γιαυτό καλό είναι όταν λές κάτι να το τεκμηριώνεις κιόλας» (sic)
Από εδώ: «Όλη η κοινωνία αντιδρά ενάντια στην Κυβέρνηση των σκανδάλων και των απατεώνων! Όλη; Ακόμα κι οι τσιγγάνοι που πήραν αέρα-μπανά ένα τριχίλιαρο ευρά; Τι παράπονο έχουν κι αυτοί από την Νου Δου; Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα» (sic)
Από εδώ (Γεωργίου σπήκινγκ): «Μια μετοχή που πέφτει είναι ο Ολυμπιακός.. Αέρα μπανά και ότι κάτσει...Ψυχική επαφή με τον προπονητή δεν έχει κανένας παίκτης, τον έχουνε πάρει τον Ιταλό στη πλάκα.»
Got a better definition? Add it!
Έκφραση που περιγράφει μια μάζωξη γνωστών μεταξύ τους ανθρώπων, φίλων ή συγγενών, σε στενό κύκλο, συνήθως σε σπίτι κάποιου από την παρέα, για κανένα ουζάκι, για κανένα μεζεκλίκι, για κουβεντούλα και καλό χαβαλέ.
Και οι δύο συνιστώσες λέξεις (biz bize) είναι τουρκικές αντωνυμίες, ολόκληρη δε η έκφραση σημαίνει αυτολεξεί εμείς σε εμάς ή εμείς για μας. Η επιτυχέστερη, δηλαδή, μετάφραση είναι το γνωστό εμείς κι εμείς.
Πρβλ. και αζμπέτε.
[Ασίστ acg από το δημόσιο πρόχειρο.]
- Έβγαλα τη φουφού, την καθάρισα και πήρα κρεατικά, πράμα που σαλεύει! Το βράδυ σας έχω υπερπαραγωγή!
- Θα έρθει πολύς κόσμος;
- Όχι ρε, μπιζ μπιζέ φάση, εσύ φέρε μόνο την κιθαρούλα σου κι είμαστε πρώτοι!
Got a better definition? Add it!
Μια από τις πιο αυθεντικά ηχοποίητες εκφράσεις έβερ. Σημαίνει απλά τον καυγά, την φασαρία όπου πέφτουν μπουκέτα και τα παρόμοια. Το «να» προφ από εκείνο το «να» που συνοδεύει ένα κάθετο χτύπημα με το χέρι σε στυλ βαράτε ή ένα δεξί κροσέ α λα Οβελίξ. Το παταπά από τον ήχο που ακούγεται αμέσως μετά.
Ίσως υποβόσκει η σημασία ότι κάποιος τις τρώει περισσότερο από τον άλλον.
Βλ. και σχετικά λήμματα: ταβερνόξυλο, βρωμόξυλο, γίνεται σκρατς.
- Πήρε ένα μαλακιστήρι κωλοφάνταρο την καναδέζα και μπούκαρε μες στο μαγαζί.
- Γιατί;
- Του βρίσανε λέει την πόλη, την γκόμενα, τη μάνα, ξέρεις τώρα, μαλακίες.
- Και τι έγινε;
- Πάλι καλά όλοι οκ. Αυτουνού όμως, για κακή του τύχη του έσβησε η μηχανή. Μέχρι να βάλει ξανά μπρος τον βουτήξανε και δώσ' του, νανανά-παταπά...
Got a better definition? Add it!
Γίνεται καυγάς, πέφτει ξύλο, βρωμόξυλο, ταβερνόξυλο, γίνεται το έλα να δεις.
Ετυμολογία απροσδιόριστη. Ίσως από το σκρατς των χιπχοπάδων, ίσως απευθείας ηχοποιητικά, λόγω σκισίματος ρούχων από ράντομ τραβήγματα και αυτοσχέδιες λαβές.
Ακουσμένο στην κεντροδυτική Μακεδονία.
- Τι φωνές είναι αυτές;
- Φύγαμε μαλάκα, πάμε να τσεκάρουμε!
- Στάσου ρε, πού να πάμε; Έχουμε ποτά, κινητά, τσιγάρα!
- Πάρε ότι μπορείς, γίνεται σκρατς παρακάτω, έξω από το πατσατζίδικο!
Got a better definition? Add it!