Further tags

Θα σου ξηγηθώ τσίφτικα. Θα σε βολέψω όπως γουστάρεις και επιθυμείς, φανερά ή κρυφά. Σου φέρομαι με το γάντι και με μανικετόκουμπο. Σου δίνω την λύση σε αυτό που ήθελες διακαώς και με τον πιο σικάτο και σιωπηλό τρόπο.

- Τραβάω ένα λούκι τώρα τελευταία με την Πολεοδομία και έχω φρακάρει. Τι να κάνω, δεν ξέρω!
- Μη χαλιέσαι αδίκως. Έχω άκρες. Θα σε σενιάρω σε χρόνο dt.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

«Πάμε για ύπνο Κατερίνα, πάμε να αλλάξουμε ζωή!» Παλαιά πρόταση για το ότι ήρθε η ώρα για ύπνο μετά από κραιπάλες, ξύδια, τούμπανα κλπ. Το ότι δεν πολυκαταλαβαίνουμε τι συμβαίνει γύρω μας, το μεταφέρουμε ακούσια και στο κρεββάτι μας (πεθαμένοι). Τόσο χάλια που θα την πέσω για ύπνο ωσάν «πεθαμένος».

- Πω, πω ρε συ φίλε! Δε βλέπω μπροστά μου. Μήπως να πα να κοροϊδέψουμε τους πεθαμένους;

Γιάννης Πουλόπουλος, [i]Πάμε για ύπνο, Κατερίνα[/i] (από poniroskylo, 03/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Νομίζω είναι προφανές τι ξύνει αυτός στον οποίον αναφέρεται η έκφραση, οπότε το προσπερνάμε...

Λέγεται για αρχιτεμπέλαρους, που αφοσιώνονται στο να μην κάνουν τίποτα ή στο να κάνουν κάτι αμφιβόλου σημαντικότητας και σημασίας.

Λέγεται τόσο για άντρες όσο και για γυναίκες, γιατί συχνό φαινόμενο αποτελεί η φαγούρα στο επίμαχο σημείο και στους δύο.

  1. -Βρήκε δουλειά ο αδερφός σου;
    -Σιγά μην έβρισκε... Αφού βαριέται που ζει ο άνθρωπος, κάθεται όλη μέρα σπίτι και το ξύνει και βαριέται να κουνήσει το δαχτυλάκι του ποδιού του.

  2. -Σταμάτα να το ξύνεις όλη μέρα στον υπολογιστή, βγες λίγο έξω, πήγαινε καμιά βόλτα...
    -Όχου, δε μας χέζεις ρε Νταλάρα!

Βλ. και ξύνω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τον πίνω / τον ήπια (κανονικά): Έκφραση που, αν και παραπέμπει σε προστυχιά, τις περισσότερες λέγεται για περιπτώσεις παταγώδους αποτυχίας ή μεγάλης ζημιάς, νίλας.

Δεν είναι σαφές σε τι αναφέρεται η αντωνυμία «τον», αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι πρόκειται για σεξουαλικό υπονοούμενο.

Για πιο εμφατική χρήση της έκφρασης χρησιμοποιείται και η λέξη «κανονικά», όπως στο πρώτο παράδειγμα που ακολουθεί.

  1. -Πώς πήγε ο αγώνας μπάσκετ χθες;
    - Τον ήπιαμε κανονικά, οι αντίπαλοι μας γάμησαν στα τρίποντα και εμείς καθόμασταν σαν μαλάκες και το ξύναμε... Ήμασταν να μας κλαίνε οι ρέγγες.

  2. Αφού η εταιρία του τον ήπιε μετά το σκάνδαλο, αποφάσισε να την κλείσει.

Βλ. και την πίνω

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

«Tρίχες!»: Επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να δώσει την απάντηση «πολύ λίγο» σε ερώτηση που αφορά ποσά (π.χ. χρηματικά).

- Πόση είναι η επιδότηση ανέργου που πήρες;
- Τρίχες! Με αυτά τα λεφτά, ούτε μια βδομάδα δεν τα βγάζω πέρα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ή και «οσμίζομαι απάτη από τον απατεώνα». Το λέμε μεταφορικά, μια και η απάτη ή ο απατεώνας δεν εκπέμπουν κάποια μυρωδιά τ. απατεινήλας.

Bέβαια υπάρχει και η σχολή που υποστηρίζει ότι: στους ιδρωτοποιούς αδένες (πέντε μύρια περίπου στο ανθρώπινο σώμα) ζουν τα βακτήρια που τρώνε τις απορρίψεις (τα αποκρίματα του σώματος) που φεύγουν με τον ιδρώτα και κατ’ επέκταση παράγουν (τα βακτήρια) τα δικά τους αποκρίματα, τα οποία μυρίζουν (εφόσον δεν πλενόμαστε τακτικά). Κατά την διεξαγωγή απατεωνιάς παράγεται ιδρώτας (ο λεγόμενος κρύος) οπότες τον μυρίζομαι τον απατεώνα από την απατεινήλα του.

(πέφτουν 50 από εδώ και από εκεί στο τραπέζι)

-Λέγε ρε πόσα βάζεις; -60 ρε -Νταξ ρε, δικά σου τα 100, κέρδισες τα φράγκα δώσε 60 τώρα.
-Χμμμ μυρίζομαι απατεινήλα...
...και πάει λέγοντας...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαρακτηρισμός κατάστασης όπου η μαλακία έχει ξεπεράσει τα όρια του απλού μετεωρολογικού φαινομένου και την συνήθη ακτίνα δράσης της.

Η «γραβάτα» στην προκειμένη περίπτωση υποδηλώνει το σχήμα και την ευκαμψία του εξουθενωμένου μπαργαλάτσου, μετά από τον υπερβολικό αριθμό επαναλήψεων.

(Μεταφορική χρήση)
-Ε, το μαλάκα, μαζί ξεκινήσαμε και 35' δεν έχει φτάσει και δεν σηκώνει και το κινητό. Πώς τα καταφέρνει αυτό το παιδί να είναι τόσο μαλάκας;
-Αυτός, ψηλέ, δεν είναι απλώς μαλάκας... τον έχει κάνει γραβάτα!

(Κυριολεκτική χρήση)
-Καλά ρε, ο Πέτρος, πόσον καιρό είναι που δεν έχει γκόμενα;
-Ατελείωτο! Άστα, τον λυπάμαι.....τον έχει κάνει γραβάτα!!
-...και δεν κάνει και κανα πέσιμο ο τρόμπας....

(από electron, 08/12/09)Άλλοι ράβουν κοστούμια, άλλοι... (από sstteffannoss, 16/10/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν συναντάς σημαντικές δυσκολίες, ενώ βρίσκεσαι μόλις στο ξεκίνημα μίας προσπάθειας. Παρεμφερές είναι το τρώω γκολ απ' τα αποδυτήρια.

Προέλευση της φράσης: Ψαροταβέρνα σε ρομαντικό νησί, δίπλα στη θάλασσα, το κύμα φλιτς φλιτς, τα πουλάκια τσίου τσίου, η Σκλεναρίκοβα με κοιτάει λάγνα πίνοντας ρετσίνα κουρτάκη, εγώ είμαι έτοιμος να τσακίσω την τσιπούρα στα κάρβουνα που παρήγγειλα, στην Ανδριάνα είχα πάρει μόνο μία σαλάτα (χωρίς κρομμύδι), μην της δίνω και θάρρος από την πρώτη μέρα και μου παχύνει κιόλας. Λέω, μωράκι μου, θα φάω γρήγορα, να πάμε μετά στη σκηνούλα να κάνουμε Ανάσταση.

Με την πρώτη μπουκιά όμως από το ψάρι, μου στέκεται η τσίτα στο λαιμό, βήχω, πετάγονται τα μάτια μου έξω, δεν μπορώ ν΄ αναπνεύσω και με τρέχουνε στο νοσοκομείο της Χώρας με ελικόπτερο που κάλεσε ο ταβερνιάρης. Η Ανδριάνα, τρομαγμένη από την γκαντεμιά που με δέρνει, παίρνει το επόμενο γκαζάδικο, αεροπλάνα και τρένα και γυρνάει στο Παρίσι για να γίνει μοντέλο και να παντρευτεί τον σαβουρογάμη τον Καρεμπέ. Από τότε καθιερώθηκε η φράση.

(Πρωί...) - Θα πας στην πολεοδομία να κάνεις την αίτηση, μετά με τον αριθμό πρωτοκόλλου της αίτησης θα πας στην Τράπεζα, θα τους τον δώσεις και μετά θα σου δώσουν αυτοί ένα άλλο χαρτί που θα είναι η εντολή για να πας να βρεις τον μηχανικό να τον παρακαλέσεις να σου κάνει γρήγορα την εκτίμηση για να σου δώσουνε το δάνειο ν΄ αγοράσεις το σπίτι.

(Απόγευμα...) - Τι έγινε ;;; Πότε θα σου κάνει ο μηχανικός την εκτίμηση;;;
- Παπάρια, στην πολεοδομία μου είπανε ότι το σπίτι έχει πρόβλημα με την άδεια και δεν μπορούνε να μου δώσουνε βεβαίωση. Ούτε καν την αίτηση δεν δεχτήκανε.
- Όχι ρε πούστη, πρώτη μπουκιά και κόκαλο.

Φωτογραφία- ντοκουμέντο από το ψάρι που κάθησε στο λαιμό του μπετατζή. Γιατί εδώ στο σλανγκρρ κάνουμε ρεπορτάζ! (από Khan, 05/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που δείχνει αγανάκτηση λόγω ολιγωρίας, ή γενικευμένης αποχαύνωσης. Προσομοιάζει με το «Α, καλά…», ή το «ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι» κλπ.

  1. - Όλη η μισθοδοσία βγήκε λάθος. Ξέχασαν να βάλουν το οικογενειακό επίδομα.
    - Ολημερίς τον παίζανε, το βράδυ τον βαρούσαν

  2. Πήγα στο ΙΚΑ και μου είπαν ότι δεν βρίσκουν πουθενά την αίτηση που έκανα πριν δυο μήνες. Ολημερίς τον έπαιζαν, το βράδυ τον βαρούσαν

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το πατρινό ισοδύναμο του πάει η μαλακία σύννεφο. Δεν ξέρω αν προέρχεται από την επιτατική έννοια που παρατηρείται στη λέξη γόνατο στο οικείο λινκ, ή αν είναι από την εικόνα του τύπου που την παίζει τόσο βίαια που το χέρι πάει κι έρχεται μέχρι το γόνατο.

- Πιστεύω ότι πρέπει να εισηγηθούμε την προσάρτηση τρίτου βυζιού στη μέση.
- Ναι. Χρειάζεται.
- Προφανώς. Έχεις χουφτώσει τα δύο. Το στόμα σου πού το βάζεις;
- Και προφ για εργονομικούς λόγους πρέπει να είναι σε σειρά. Στο ίδιο πνεύμα, βέβαια, χρειάζονται τέσσερα. Για να μπορείς να χουφτώνεις τα δύο και να βάζεις τη μάπα σου ανάμεσα στ' άλλα δύο.
- Ναι...εδώ βέβαια δεν είναι ξεκάθαρο αν βολεύει να είναι εν σειρά ή σε ζεύγη...
(τρίτος που άκουγε τη συζήτηση:)
- Να βάλουμε και δυο στην πλάτη λέω 'γω;; Πάει η μαλακία γόνατο...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified