Further tags

Κατευθείαν από το χώρο της πολιτικής παραφιλολογίας.

Εξόχως μειωτικός χαρακτηρισμός. Επιφυλάσσεται σε βουλευτές και λοιπά στελέχη του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, προσδεδεμένους στο άρμα της Ντόρας Μπακογιάννη. Προσδεδεμένοι σε βαθμό αφοσίωσης και αφοσιωμένοι σε βαθμό αηδίας.

Οι ντοράκηδες είναι πολλοί. Άλλωστε το 90% των εν ενεργεία γαλάζιων βουλευτών, δημάρχων, νομαρχών, συνδικαλιστών κλπ στήριξε Ντόρα στις χθεσινές εκλογές. Κάποιοι ωστόσο είχαν άλλη άποψη...

Κυρίως όμως, όταν γίνεται λόγος για ντοράκηδες, «φωτογραφίζονται» ορισμένα μεγαλοστελέχη, συνήθως εκ παντέρμης Κρήτης ορμώμενοι: Βουλγαράκης, Μεϊμαράκης, Κωστής Χατζηδάκης κ.α. Par excellence οι δύο πρώτοι, γνωστοί γόηδες και μπήχτηδες. Τα πρωτοπαλίκαρα, κάτι σαν Ηρακλείς του στέμματος ένα πράμα...

Οι φαρμακόγλωσσες λένε πως κατά το παρελθόν, αρκετοί ντοράκηδες είχαν σεξουαλικές σχέσεις με την Κυρία, στην προσπάθεια τους να αποκτήσουν την εύνοια του μπαμπά της. Ποτέ όμως δεν την αγάπησαν πραγματικά. Οι φήμες αυτές αναπαρήχθησαν προσφάτως από την καινούρια εφημερίδα του Μάκη, η Ντόρα όμως άσκησε αγωγή και ζητάει 3 μύρια ευρά αποζημίωση για ψυχική οδύνη και ηθική βλάβη κ.λ.π.. Όταν τη ρώτησαν τι θα κάνει τόσα λεφτά, απάντησε με άνεση πως τα θέλει για να εξασφαλίσει τα γεράματά της. Μπιλίβ ιτ.

  1. Kavala Blogs » Το Μποστάνι » ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΑΠΟ EMAΣ ΣΤΗΝ κ. ΝΤΟΡΑ... ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΤΟΡΑΚΗΔΕΣ.... (ΜΕΡΑ ΠΟΥΝΑΙ). Βλ. εδώ.

  2. Οι… Ντοράκηδες!
    Προκαλεί εντύπωση η εμμονή κάποιων «μεγαλοδημοσιογράφων», προοδευτικής, υποτίθεται, απόκλισης να κόπτονται υπέρ της ενότητας της Νέας Δημοκρατίας, χαρακτηρίζοντας μέχρι και... «διχαστική» την προχθεσινή πρωτοβουλία Αβραμόπουλου.
    Βλ. εδώ.

  3. Ντοράκηδες kαι σαμαρικοί στην Κ.Ο.
    Η ΒΕΝΤΕΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
    Βλ. εδώ.

Επίσης βλ. ντορίτος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατηγορία ομοιόμορφων trendy νέων ηλικίας 13-18, συνήθως από Β. Π., που λιώνουν στα Starbucks της γειτονιάς τους με τις ώρες (συν. έχουν μαλλί κουνουπίδι).

Αυτά τα starbuckάκια είναι τόσο ίδια μεταξύ τους, που δεν ξεχωρίζεις το ένα από τ' άλλο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που θέλει να δείχνει τον πλούτο του (τον οποίο δεν έχει τις περισσότερες φορές). Απο τον μικρασιάτη βιομήχανο των αρχών του 20ου αιώνα Πρόδρομο Αθανασιάδη «Μποδοσάκη» ο οποίος βέβαια δεν επιδείκνυε τον πλούτο του αλλά, ως πρωτοπόρος της ελληνικής βιομηχανίας που ήταν, ήταν από τους πιο πλούσιους έλληνες της εποχής του.

- Πατέρα φέρε 100 ευρώπουλα να πάω εξω.
- Ήμαρτον ρε Τάσο. Δικός μου γιος είσαι, όχι του Μποδοσάκη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Οι φανατικοί θαυμαστές του Σταμάτη Γονίδη. Η αρρώστια είναι κληρονομική, αλλά και κολλητική. Δηλ. ένα παιδί που μεγαλώνει σε λαϊκό περιβάλλον και οι γονείς του είναι ευαίσθητοι, ευνταλγκάδωτοι κ.τ.λ. είναι πιθανό να πάρει τα γονίδια από τους γονείς του.

  2. Οι τραγουδιάρηδες που έχουν ζηλώσει την δόξα του Σταμάτη Γονίδη. Το πιο χαρακτηριστικό: Δεν τραγουδάνε, αλλά ουρλιάζουν στο μικρόφωνο με όλη τους τη δύναμη. Επίσης είναι ευαίσθητα καλά παιδιά του λαού μας. Και, καθώς, όπως είπε συνονόματος του συσλαγκιστή μας «ουκ εγένετο μαθητής μείζων του διδασκάλου αυτού», οι μιμητές αυτοί δεν είναι παρά «γονίδια» και όχι the real stuff!

Νταλικέρης ο Βρασίδας ο μπαμπάς, ακούει όλο Γονίδη στο δρομολόγιο. Τώρα πήρε τα γονίδια κι ο γιος του ο Μητσάκος! Όλη μέρα ή Γονίδη θα ακούσει ή γονίδια...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες Νιτσών: Αυτές που βγαίνει από το πουτανίτσα και αυτές που βγαίνει από το μουνίτσα.

Στη δεύτερη περίπτωση, ως νίτσα μπορεί να χαρακτηριστεί νεαρό πιπινοειδές και λολιτοειδές μουνίδιον που είναι στις καύλες του απάνω. Ενίοτε σχηματίζεται πλήρες ονοματεπώνυμο Νίτσα Μουνίτσα, με ένα τσαχπινογαργαλιάρικο ζενεσεκουά, άλλοτε αναφερόμαστε σε κάποια σέξι Ελε-Νίτσα ως νίτσα, άλλοτε λολοπαιγνιωδώς χρησιμοποιούμε μια Γενική Κτητική Νίτσα μου Νίτσα μου, you get the idea. Από την άλλη, μια χρησιμοποιούσα το αρκετά απαρχαιωμένο υποκοριστικό Νίτσα μπορεί να είναι και ηλικιωμένη θειόκα, το οποίο δεν μας αποθαρρύνει, αλλά μάλλον μας παροτρύνει να χρησιμοποιήσουμε και στην περίπτωση της θειας το εν λόγω υπονοούμενο.

  1. Οπότε τα αντράκια μάλλον θα πρέπει ν’ αναλάβουν δράση αν θέλουν να συναντάνε γυναίκες έξω κι όχι μέτριες κορασίδες, μυξοπαρθένες που περιμένουν πότε θα παντρευτεί η Νίτσα Μουνίτσα για να κάνει μπάτσελορ και να ξεσπαθώσουν, ήτοι να γίνουν λιώμα απ’ τα σφηνάκια αλλά να γυρίσουν στεγνές ξανά πάλι στα όνειρά τους. (Εδώ).
  2. Αν ο Νίτσε μίλησε για την αιώνια επιστροφή του ιδίου, η Νίτσα μίλησε για την αιώνια επιστροφή του αιδοίου. (Από το Φέισμπουκ).
  3. Η Νίτσα μουνίτσα ρε παιδιά τι λέει; Ξέρει κανείς; Δυνατό κορμί φαίνεται αλλά δεν ξέρω αν είναι μούφα. (Από το μπου).
  4. Τι μουνί είναι αυτό! Πως έγινε έτσι;! Ε την Νίτσα! Νίτσα Μου Μουνίτσα! Θα φας πούτσο μωρή χλαπάτσα και θα είναι όλος δικός σου! (Από το εχθροπαθές Hate Speech Unlimited).

ΝITCA: EΡΩC- ΘΑΝΑΤΟC

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Γουτσιστική προσφώνηση, όπως λ.χ. το μωρουλίνι κ.τ.ό. Είναι όμως αρκετά πασέ, ενώ αντιθέτως το θηλυκό αγαπούλα διατηρεί εισέτι την ικμάδα και την ρώμη του.

  2. Οπότε, αγαπούλης, είναι κυρίως αυτός που από άλλους άντρες θα χαρακτηριστεί έτσι, κι όχι από την γυναίκα, υπονοώντας και εμμέσως και σαφώς ότι ο τοιούτος είναι μουνόδουλοςμουνοείλωτας αν έχει πέσει σε γυναίκα- Λεωνίδα που του κάνει το κρεβάτι this is Sparta).

  3. Η σημαντικότερη υποπερίπτωση του 2 είναι κττμγ η σημασία του αγαπούλη στην ιδιόλεκτο των μπουρδελιάρηδων. Συμβατικά θα ορίζαμε ότι ο αγαπούλης είναι ο ανιάτως πάσχων από πουτανοκαψούρα. Είναι όμως περισσότερα, είναι ένα δομικό σημαίνον. Είναι ο απόβλητος σε αντιπαράθεση προς τον οποίον η μπουρδελοκοινότητα ορίζει τον εαυτό της. Κάτι σαν τον αιρετικό για τους Χριστιανούς, τον ακροδεξιό για την δημοκρατική κοινωνία μας, ή τον Μπάμπη για το σλανγκεπώνυμο πλήρωμα. (Και όπως ο χριστιανός θα κληθεί να κάνει αυτοκριτική για τον αιρετικό μέσα του, ή ο Σλάνγκος για τον εντός ημών Μπάμπη, έτσι ο μπουρδελιάρης θα κληθεί να αποτάξει τον αγαπούλη ως αποδιοπομπαίο μέρος του εαυτού του).

Ο αγαπούλης είναι αυτός που θέλει να συνδυάσει την εξασφάλιση του εκτονωτικού πληρωμένου σεξ (αναγκαιότητα) με ερωτικό αίσθημα (ενδεχομενικότητα). Αποτελεί την ζώσα απόδειξη μεταεγελιανών θεωρήσεων όπως λ.χ. του Slavoj Zizek ότι η επιθυμία συνίσταται από το μάταιο κυνήγι της σύμπτωσης των αντιθέτων (coincidentia oppositorum στην δυτική μεταφυσική) που πυροδοτεί μια ατέρμονη όσο και μάταιη (πλέον στον μεταμοντέρνο κόσμο μας) διαλεκτική, εν προκειμένω εννοώ την σύνθεση ανάμεσα στο ότι ο αγαπούλης πλερώ για να μπορέσει να ρίξει έναν κρύο χωρίς περιπλοκές, αλλά επιμένει να θέλει να παρεισφρήσει και τη ζεστασιά ενός αισθήματος.

Οι παρενέργειες είναι πολλές για την υπόλοιπη μπουρδελοκοινότητα. Κατ' αρχήν, δουλεύει άσχημα ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης, καθώς με το να ζητάει λίγα και να προσφέρει πολλά ο αγαπούλης εθίζει τις κορασίδες να ζητάνε πολλά και να προσφέρουν λίγα.

Δεύτερον, ως προς την διαδικτυακή οργάνωση της μπουρδελοκοινότητας, ως κριτικός μπορντέλου ο αγαπούλης γράφει αναξιόπιστες κριτικές, αποπροσανατολίζει τις μπουρδελικές μάζες και εντέλει γίνεται νεροκουβαλητής στον μύλο του κάθε νταβά και του κάθε προμοτεράκου. Ή, αντιστρόφως, ο πικραμένος αγαπούλης μπορεί να επιτίθεται άδικα σε μια κορασίδα, επειδή δεν ανταπέδωσε τα ερωτικά του αισθήματα (όπως και έπρεπε να κάνει) και γράφει κριτικές που την καίνε υπονομεύοντας και πάλι το κοινωνικό λειτούργημα του μπουρδελοκριτικού.

Τρίτον και πιο επίκαιρο, ο αγαπούλης αποτελεί την επιτομή του κλασικού του μαλάκα του Έλληνα. Ενώ δηλαδή άλλοι λαοί γαμάνε καλά, είτε γιατί ξέρουν τι θέλουν, όπως στις προηγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες της Εσπερίας, που αφήνουν τον μπουρδελικό νόμο προσφοράς και ζήτησης να δουλέψει υγιώς, είτε γιατί γαμάνε τζάμπα και δέρνουν κιόλας, όπως οι εραστές των κορασίδων στις χώρες καταγωγής τους, ο κλασικός ο μαλάκας ο Έλληνας δημιουργεί αγαπουλοδίαιτες κορασίδες, που κατ΄ αντιστοιχία των κρατικοδίαιτων επιχειρήσεων λειτουργούν μη υγιώς και υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα. Σε περίοδο οικονομικής κρίσης, ο αγαπούλης είναι η αυτοκριτική που κάνουν οι Έλληνες στον εαυτό τους, στο ερώτημα Τίς πταίει, όπως αντίστοιχα στην οικονομία μιλάμε για το υπερτροφικό κράτος, το δημοσιοϋπαλληλίκι, την φοροδιαφυγή κ.τ.ό.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, στα μπουρδελοσάη γίνονται ενίοτε κυνήγια αγαπούληδων, και προτείνονται παραδειγματικές τιμωρίες τους, λ.χ. να κρεμαστούν στην Πλατεία Συντάγματος, προς συμμόρφωση και των μελλοντικών γενιών μπουρδελιάρηδων, τα οποία όμως έχουν πολύ λιγότερη ή μηδενική επιτυχία σε σύγκριση με άλλα κυνήγια αποβλήτων στο παρελθόν.

Για να μην βάζουμε, όμως, όλους τους αγαπούληδες στο ίδιο καλάθι, υπάρχουν πολλά είδη. Ο μαλακάκος, ο μεγάλος μαλάκας, ο κύριλλος, ο πουρέιντζερ ή αντιστρόφως το νινί που πάει να μαμήσει την μιλφού, ο αγαπούλης από άποψη ή ο αγαπούλης από έλλειψη αναστοχασμού και άλλα.

Θα διακρίνω τους αγαπούληδες μόνο ως προς το αντικείμενο του πόθου τους:

α) Ο κλασικός αγαπούλης που πάσχει από απλή πουτανοκαψούρα, και θα καψουρευτεί την κυρίως ειπείν πόρνη, λ.χ. σπιτικιά, καλντεριμιτζού, κωλ-γκερλ παλαιάς κοπής ή ό,τι. Οι δυνατότητες να κάνει κάτι πιο ενδεχομενικό είναι σχετικά περιορισμένες, θα αφήσει ένα παχυλό τιπ, θα ζητήσει το γκουφουέ, θα αναζητήσει την Ζωή Λάσκαρη στην κορασίδα, θα γράψει μετά μια αναξιόπιστη ευμενή κριτική σε μπουρδελο-σάη όπου θα τα πρήζει στους υπόλοιπους ότι δεν θα αναφερθεί στις ιδιωτικές προσωπικές στιγμές που πέρασε με την αγαπημένη του. Αν θελήσει να την συνταξιοδοτήσει θα πρέπει να έλθει αντιμέτωπος με όλο το κύκλωμα που την εκμεταλλεύεται, οπότε δεν έχει πολλές δυνατότητες.

β) Επειδή ο παραπάνω ανθρωπότυπος δεν είναι ελληνική πατέντα, αλλά καθολικό, ο Αμερικλάνος, που είναι γάτα κι αλεπού και τον παίρνει πού και πού, εφηύρε μία έσκορτ (συνοδό) νέας κοπής, το Girl Friend Experience, ελληνιστί γκομενοφάση, και είπε στον τοιούτο: Έτσι, αγαπούλη, κανονικά και με το νόμο! Ήτοι κατηγοριοποίησε ειδική εκδοχή κορασίδος που θα έχει α πριόρι ως target group τους αγαπούληδες. Στις προηγμένες κοινωνίες της Εσπερίας, σε έναν όμορφο κόσμο ηθικό, αγγελικά πλασμένο, που βλέπουμε λ.χ. σε μυθιστορήματα του Houellebecq και σε ταινίες του Woody Allen, το τοιούτο εσκορτίδιο μπορεί να κάνει διδακτορικό στην Ιστορία της Τέχνης και να χρησιμοποιεί το εσκορτιλίκι ως υποτροφία, εβέντουαλjυ δε συνταξιοδοτείται από τον πιο επίμονο αγαπούλη που είναι σαραντάρης μεγαλοδικηγόρος εργένης και της κάνει τρία παιδιά.

Αυτά βέβαια δεν παίζουν και πολύ στην Ελλάδα όπου η κάθε πορνεία είναι σκλαβιά κατά το μάλλον ή μπήχτον (όπως άλλωστε και παντού). Το ενδιαφέρον με αυτά τα γκουφουέ ή σούπερ-γκουφουέ είναι ότι σε οριακές περιπτώσεις ενδέχεται και να μην προσφέρουν καθόλου σεξ, αλλά μόνο ψυχολογική υποστήριξη. Το κρίσιμο εν προκειμένω δεν είναι να πέσει πούτσος, αλλά να επανεκδραματίσει ο αγαπούλης πάνω στο εσκορτίδιο όλες τις κακές σχέσεις που είχε με προηγούμενες μπίτσι γυναίκες της ζωής του, με την μάνα του σημαιοφόρο. Αυτό όμως δεν παίρνει απλώς την μορφή ενός σκληρού γαμησιού (η παραδοσιακή μορφή επανεκδραμάτισης), όπου ο μπουρδελιάρης παίρνει εκδίκηση για τις ρήαλ λάιφ γυναίκες του μεταξύ εκστατικού σφυροκοπήματος και ηδυπαθούς ρευστοποίησης. Μπορεί να συμβεί και με μια μορφή ψυχανάλας, όπου το γκουφουέ εσκορτίδιο ως θέσει γιαλόμα δεν είναι ακριβώς η tabula rasa (λευκός πίνακας) της ψυχαναλυτικής μεταβίβασης, αλλά πάντως αποτελεί μια ουδέτερη οθόνη που οφείλει να κολακεύει τον αγαπούλη, να ενισχύει εντέχνως την αυτοπεποίθησή του, αλλά ούτε τόσο κραυγαλέα ώστε να καταρρεύσει η ψευδαίσθηση αυτού του μπουρζουάδικου θεάτρου (δίκην μπρεχτικής αποστασιοποίησης), ούτε όμως και πιο θερμά από ό,τι επιτρέπει ο ρόλος της ουδέτερης ψυχανάλας. Η διαφορική διάγνωση του γκουφουέ νέας κοπής είναι ότι ο αγαπούλης πληρώνει λιγότερο για το σεξ και περισσότερο για να λάβει κομπλιμέντα σχετικά με τον ανδρισμό του, τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα ιδίως μέσα στην αμερικανική κουλτούρα της αυτοπεποίθησης και της καπιταλιστικής λογικής ότι ο καπιταληστής οφείλει να είναι γαμαωδέρνουλας, αλλιώς να πάει να γίνει κομμουνιστής. Η απόδειξη είναι ότι, όπως αναφέρουν κοινωνιολογικές μελέτες, ενίοτε δεν πέφτει καν πούτσος με τα έσκορτ νεάς κοπής, ούτε για δείγμα, βλ. την ανάλυση εδώ.

Παίζουν τα παραπάνω στην Ελλάδα; Η εντύπωσή μου είναι ότι ο Έλληνας είναι στην ζιζεκιανή λογική της επιθυμίας ως αλυσιτελούς θήρας της σύμπτωσης των ασυμπτώτων, οπότε δεν ικανοποιείται με το αμερικανικό στυλ, τύπου ξέρω τι ζητάω, σήμερα πληρώνω για να μου αυξήσουν την αυτοπεποίθηση, αύριο πληρώνω για σεχ, μεθαύριο πληρώνω το κατιτίς παραπάνω για ένα ούμπερ GFE- PSE που θα μου προσφέρει όλο το πακέτο των ποικίλων μετουσιώσεων της λιβιδούς. Ο Έλληνας, α) οπωσδήποτε θα γαμήσει, και β) μπορεί άμα λάχει να κάνει και μια ψυχ-ανάλα με το ούμπερ-εσκορτίδιο, αλλά με την έμφαση στο δεύτερο συνθετικό. Άλλωστε το πληρωμένο σεχ παραμένει βρώμικο και το όποιο γκουφουέ, συνήθως με τουρίστριες δεν ξεφεύγει από την βρωμιά και την σκλαβιά. Εξάλλου, ίσως και η αμερικάνικη λογική πληρώνω για να σου ξεφορτώσω τα προβλήματά μου κι εσύ να κολακέψεις τον ανδρισμό μου να είναι πιο απάνθρωπη ως γαμήσι της ψυχολογίας από το συμβατικό γαμήσι.

γ. Μια ιδιάζουσα μορφή αγαπούλη εντοπίζεται μεταξύ στριπτιτζόφιλων. Εκεί υπάρχει ο δυισμός πουτό-χουρός με τρίτη μεταβλητή το άγνωστο φραπέ. Οπότε ο αγαπούλης είναι αυτός που πλειοδοτεί στο πουτό με μόνιμη κορασίδα, μειοδοτεί στις πιο κίνκι ενδεχομενικότητες, (το φραπέ γίνεται μόνο σ' αυτόν κατ΄ εξαίρεση από και καλά ντεφραπεϊνέ τρύπερ), και επιζητεί πιο ενδεχομενικά είδη φιλούρων, τ. γλωσσόφιλα, γλωσσίδια κ.τ.ό. Στο διάτρητο περιβάλλον του φραπενέ το όλο παιχνίδι του αγαπούλη γίνεται υπό το βλέμμα των γκαρσονιών και της μάρκας (που καλείται να υπολογίσει στο περίπου το ποσό αισθήματος που επιδαψιλεύει η κορασίς στον αγαπούλη και αν είναι προς το συμφέρον του μαγαζιού ή προς ζημίαν του) και προσλαμβάνει στοιχεία θεάτρου του παραλόγου με λίγο από μπρεχτική αποστασιοποίηση (= διάρρηξη της θεατρικής σύμβασης), όταν λ.χ. τα γκαρσόνια θα χειροκροτήσουν τον αγαπούλη που έδειξε υπερβάλλοντα ζήλο κ.ο.κ. Οι Έλληνες αγαπούληδες στρηπτιζόφιλοι είναι μάλλον κάπου σε μια νεφελώδη μέση μεταξύ εκστατικού σφυροκοπήματος (σε παρακμιακά ευαγή ίδρυμα του κώλου σε άλλες χώρες) και ηδυπαθούς ρευστοποίησης (στα κυριλάδικα αφραπάζ της Εσπερίας).

Τέλος, είναι συχνό και το celebrating & undermining, όπου ένας μπουρδελιάρης αναλαμβάνει περήφανα τον χαρακτήρα του αγαπούλη για να αποδομήσει την υποτιθέμενη διαφορά μεταξύ αγαπούλη και σκληρού μπουρδελιάρη. Άγνωστο αν πρόκειται για πραγματικούς αγαπούληδες ή για τρολεατζήδες που θέλουν να επισύρουν πάνω τους την κατακραυγή.

Disclaimer το γνωστό, να μην επαναλαμβάνομαι, τα παραπάνω είναι προϊόν γλωσσολογικής έρευνας στο Διαδίκτυο και τα ρέστα παγωτά, βλ. και παραδείγματα.

  1. - Αχ, μωρουλίνι μου, δεν θα ήταν πιο ωραίο να μου πάρεις το μονόπετρο για τους αρραβώνες μας;
    (σ.ς.: Θα παρατηρήσατε ότι το μεναγκό δεν χρησιμοποίησε τον όρο αγαπούλης, καθώς ο τελευταίος χρησιμοποιείται σπάνια από γυναίκες).

  2. - Τον μαλακάκο τον Μήτσο δεν τον έχουμε ξαναδεί από όταν τα έφτιαξε με τη Δώρα, γαμώ τον αγαπούλη μου γαμώ.
    - Προτείνω να τον ανεβάσουμε λήμμα στο σλανγκρ στην κατηγορία Σιχαμερά, να τον κάνουμε ρόμπα.
    - Μπράβο, καλή ιδέα, πώς δεν το είχαμε σκεφτεί πρωτύτερα; Θα έχει τίτλο Μήτσος, ο, και ορισμό: Ο μαλάκας αγαπούλης.
    Κλαπ κλαπ κλαπ, χειροκροτήματα.
    (Λάιβ ανταπόκριση από τρελό παρεάκι από αυτά που χαλάνε το σάη μας).

  1. Αποσπάσματα από μπουρδελοσάη με αλλαγμένα τα ονόματα:

α. Γενικά περί αγαπούλη.

i. - Όλες τους vομίζουν ότι με τη μία θα βρούνε 10 αγαπούληδες, και θα λύσουν τα οικονομικά τους προβλήματα . Κατά την άποψη μου, ανάλογα βέβαια και με τη ηλικία του καθενός, τις περ/ρες από αυτές τις κρυφές, σε ένα bar, ούτε που θα γύρναγες να την κοιτάξεις.
- αγαπουληδες ολοι ειμαστε απλα ο καθενας με τον τροπο του μαλακοκαυλης αγαπουλης, φινετσατος αγαπουλης, σοβαρος αγαπουλης κοκ

β. Αγαπούλης κοκοράκι.

Παντως θεωρω καλυτερο να εχει κανεις αντοχες παρα να ειναι αγαπουλης και να χυνει με το που την βλεπει...

γ. Αγαπούλης περίεργος

- Δεν καταλαβαινω γιατι θα πρεπει να ξερουμε, και στο κατω κατω γιατι να μας ενδιαφρει, ποιος ειναι το «αφεντικο» σε καθε μαγαζι και πως εγινε η αγοραπωλησια. Αυτο που πρεπι να μας ενδιαφερει, ΝΟΜΙΖΩ, ειναι το ποιες κοπελες δουλευουν και ενα κανουν καλά την δουλειά τους.
- σωστος.μην δινεις σημασια, αγαπουλης ειναι που δεν του καθεται η τζέσικα και εχει λησαξει.1000%.

δ. Αγαπούλης ή προμοτερακος;

i. - Τελικα τι ειμαι, νταβατζακος, κλωνος ή η Τζέσικα αυτοπροσωπως;
- τιποτα.....απλα ενας μαλακακος αγαπουλης.....

ii. - αλλα η νταβατζακος εισαι και στην θιξαμε η μεγαλος αγαπουλης που εχεις σκασει μια περουσια στο κωμοδινο...
- νταβατζης ειμαι τυπε τα παιρνω απο κατεστραμενους

iii. Συμπολεμιστες να ρωτησω τους πιο εμπειρους,αυτος ο μήτσος 72 ειναι προμοτορας/αγαπουλης/«πουλημενος»;;;

iv. επειδη ή νταβας εισαι ή αγαπουλης εισαι ή απλώς προμοτερακος, σε καθε περιπτωση εισαι αναξιοπιστος..Γενικα στο θαψιμο εδω μεσα πρεπει να ειναι κανεις πολυ επιφυλακτικος και να φιλτραρει με προσοχη τα οσα λεγονται γιατι ποτε
κανεις δεν ξερει ποιος πικραμενος,αγαπουλης,ανταγωνιστης νταβατζης,.. μπορει να κρυβεται ιδιαιτερα πισω απο κακες κριτικες.

ε) Αγαπούλης που κάνει πανηγυρισμό και υπονόμευση.

i. Θελω να γινω «αγαπουλης» της Ζετας, να γραφω κριτικες για αυτην και να πεφτει κραξιμο!!!

ii. απο που να αρχισω;;;
που δεν εχω γαμησει την τζέσικα;;;
που θα μου φαει αλλα 30 αειγαμησουποντ μεχρι να την γαμησω;;;
που δεν θα την γαμησω ποτε γιατι ειμαι αγαπουλης;;;
(σ.ς.: agapulius autoklapsomounius)

iii. Εμενα με εκφραζει το «οχι μονο δεν μου κανουν εκπτωση, αλλα δινω και 20 ευρω τιπ επειδη ειμαι αγαπουλης».

στ) Αγαπούλης κλασικός μαλάκας Έλληνας.

Επίσης [ενν. οι Ρώσοι] έχουν την μουνάρα σύντροφό τους γραμμένη στα αρχίδια τους από την πρώτη στιγμή και ποτέ δεν θα υπάρξουν αγαπούληδες όπως εμείς.
δεν εχεις ιδεα τι εστι ρωσος αγαπουλης. απλα ειναι αλλη κατηγορια αγαπουλης. αγαπη που ποναει παϊδια

ζ) Αγαπούλης μουναχο φαγάς.

Υπεργαλαξιακα βυζομπαλα Ποιος αγαπουλης σπονσορας μας τα στερει;;; ...

η) Στρηπτιτζόφιλος.

Οσον αφορα περι Στριπ Κλαμπ ,φαινεται πως εισαι αμετανοητος αγαπουλης .Ψαχνεις και συ για...Αγαπη(!) στο στριπ κλαμπ !
Το θεμα ειναι οτι οι τυποι σαν και σενα χαλανε την πιατσα.Κακομαθαινουν τις στριπτηζουδες ,που θεωρουν τους ελληνες θυματα.Κανονικα θα πρεπει να απαγορευεται οι τυποι σαν εσενα ,οι αγαπουληδες ,να μπαινουν στα στριπ κλαμπ.

"γεια σας, αγαπούλεεεες...Προσέχτε για θα σας ράψω κουστούμιαα..." (από ΠΡΩΤΕΥΣ, 16/12/10)"γεια σας, αγαπούλεεεες...Προσέχτε για θα σας ράψω κουστούμιαα..." (από ΠΡΩΤΕΥΣ, 16/12/10)Οι αγαπούληδες θάλλουν μεταξύ του συμπαθούς σιναφιού των ηλεκτρολόγων. (από Khan, 05/01/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το μικρό παιδάκι. Δεν χρησιμοποιείται ως μειωτικός χαρακτηρισμός του μικρού παιδιού, αλλά κάποιος που βρίζει στην καθημερινότητά του θα την χρησιμοποιεί για παιδιά.

- Καλά ρε, από ένα παιδί νικήθηκες;
- Πω, καλά νικήθηκα. Και; Δεν χάνω κάθε μέρα.
- Εντάξει να μην νικάς κάθε μέρα. Αλλά να χάνεις από ένα μουνάκι σαν τον Γιαννάκη; Καλά, αυτός θα γίνει μεγάλος μάγκας όταν μεγαλώσει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Στην ιατρική αργκό, είναι ο ασθενής που πάσχει από κυάνωση και την έχει στρουμφίσει, δηλαδή έχει φτάσει σε αυτό που οι επιστήμονες αποκαλούν σημείο στρουμφ.

  2. Στην κλασική αργκό, βέβαια, στρουμφάκι είναι ο αστυνομικός λόγω της μπλε στολής. Πρβλ. στρουμφάκια, παπαστρούμφ, στρουμφίτα, στρουμφοχωριό.

  1. - Πώς πήγε το απόγευμά σου γιατρέ μου;
    - Καλά πήγαινε μέχρι που έσκασε μύτη ένα στρουμφάκι.
    - Μη συνεχίζεις γιατρέ μου, κατάλαβα. Πούτσες μπλε! Ένας Δρακουμέλ μας χρειάζεται...

  2. Social time ακρως ικανοποιητικο,καμια σχεση με τις τουρίστριες..... Βέβαια τα στρουμφάκια έπιασαν αυτή ενώ άλλες ανατολικές αλωνίζουν.
    (εδώ)

Νεογνό πάσχον από σύνδρομο Στρουμφ (από Khan, 28/09/10)(από Khan, 04/10/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ασχολούμενος με ζητήματα λαϊκής μεταφυσικής, ψιονικής δραστηριότητας, ουφολογίας, φασματολογίας, αποκρυφισμού, παραϊστορίας κουτουλού, αλλά όντας ημιμαθής και άσχετος ανάγει τα πάντα όλα σε τέτοιου είδους αιτίες και αφετηρίες καταλήγοντας τελικά να είναι γραφικός.

Ιδιαιτέρως δε η κατάληξη -άκος είναι αυτή που δίνει στο υποκείμενο την έννοια της ημιμάθειας, αλλά και της σούπερ γραφικότητας, καθώς χρησιμοποιείται ως μειωτική.

- Σου είπε για χτες βράδυ ο Ιορδάνης, που είδε κάτι παράξενα σαν ούφο;
- Έλα ρε, τι να μας πει πάλι ο χαρδαβελάκος; Αυτός είναι το ούφο!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η φανατική οπαδός του Σάκη Ρουβά. Είναι αυτή που ουρλιάζει «Σάκηηηη!!!!» σε κατάσταση υστερίας, όταν αυτός βγαίνει στη σκηνή και αρχίζει τα στριφογυριστά του. Αν και η κατάληξη -ίτσα υποδηλώνει μικρή ηλικία, ωστόσο οι ρουβίτσες ανήκουν σε όλα τα ηλικιακά στρώματα, γεγονός που αποτελεί σαφή ένδειξη της γενικότερης παρακμής στον χώρο των τεχνών και του πολιτισμού...

  1. (από το myWorld.gr)
    «Μία από τις πιο όμορφες στιγμές ήταν όταν τον πλησίασε μια μικρή «ρουβίτσα», που τυχαία περνούσε έξω από το κλαμπ με τη μαμά της και φυσικά εκείνος έσκυψε και τη φίλησε.»

  2. (από forum)
    «Ρε παιδιά τώρα που το σκέφτομαι, προτιμάτε το παιδί σας ρουβίτσα ή emo; εγώ χαλαρά emo!!!!»

  3. (από www.exedrasports.gr)
    «Μάλιστα, όταν τον είδε ο Ιγκόρ Σιμπνιέφσκι ξετρελάθηκε περισσότερο και από «Ρουβίτσα» που ουρλιάζει μπρος στο δερμάτινο παντελόνι του Sakis.»

(από Khan, 25/05/14)(από Khan, 09/12/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified