Selected tags

Further tags

Όταν η κατανάλωση αλκοόλ ή απαγορευμένων ουσιών μπορεί να σε φτάσει στο σημείο χαλάρωσης που νομίζεις ότι είσαι έτοιμος να χεστείς στα βρακιά σου. Είναι συνήθως συναίσθημα δευτερολέπτων στο οποίο κοιτάς σαν ηλίθιος το κενό και σκέφτεσαι «πόσο σκατά μπορεί να είμαι;»

  1. - Με πήραν τηλέφωνο ο Γιάννης και ο Κώστας.
    - Ε, και;
    - Έρχονται.
    - ΟΚ. Βάλε λίγο ουισκάκι ακόμα.
    - Να ρωτήσω κάτι;
    - Ρίχ' το.
    - Ποιος είναι ο Γιάννης και ο Κώστας;
    - Δεν τα ξέρω τα παλικάρια.
    - Πω πω χέσιμο...

  2. - Χε χε
    - Τι γελάς ρε μαλάκα;
    - Χε χε χε
    - Τι γελάς ρε; 'Έχασα κανένα αστείο; Τι τσιγαράκι είναι αυτό;
    - Χέσιμοοοο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στην έκφραση: κοιτώ/βλέπω ντουβάρι: είμαι σε αδιέξοδο, δε βρίσκω λύση.

- Πώω ρε μπλέξιμο!! Και τι θα κάνεις;
- Μακάρι νά 'ξερα. Παντού ντουβάρια βλέπω.

(από sstteffannoss, 06/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ένας σαλονάτος τρόπος για να περιγράψεις μια άσχημη οικογενειακή ή ομαδική κατάσταση, χωρίς να καταφύγεις σε χυδαιότερες και γνησιότερες εκφράσεις.

- Η κόρη με 2 αρραβώνες, ο γιος στο καφενείο και η μάνα βόλτα με τον φίλο της.
- Μην το ψάχνεις, οικογένεια αγαπιόμαστε.

Δες και οικογένεια γαμιόμαστε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δεν γνωρίζω, ομολογώ, την ετυμολογία, αλλά σημαίνει το αδιέξοδο, την κακοτοπιά, την απροσδόκητα δυσάρεστη έκβαση των πραγμάτων.

Σχεδόν πάντα συντάσσεται με το «Πέσαμε σε» και σπανιότερα με το «Πω πω».

  1. - Καλά, ρε συ, ούτε ένα καρό δεν έχεις;
    - Άσε, μεγάλε, πέσαμε σε λούμπα!

  2. - Πήγαμε να τους μαδήσουμε και μας πήραν τα σώβρακα!
    - Χα, χα! Πέσατε σε λούμπα!

  3. - Την πάω με τα πολλά στο σπίτι και πώς πάω να βάλω το χέρι μου, πιάνω κάτι σαν π... Άσε, τρελάθηκα, μαλάκα.
    - Ω, ρε λούμπα! Άλλη φορά να προσέχεις με «ποιες» κάνεις παρέα!

Σύμφωνα με Τριανταφυλλίδη (και Μπαμπινιώτη, και Μπαμπινιώτη...), από το αλβανικό luba (λάκκος).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέω ασύστολα ψέματα. Ο όρος χρησιμοποιείται, συνήθως, όταν παραμυθιάζουμε κάποιον για να δικαιολογηθούμε για κάτι που ξεχάσαμε να κάνουμε ή να μην κάνουμε.

  1. - Κοίτα, είχαμε σύσκεψη και μετά είχε πάει 12:00 και είπα ότι θα κοιμάσαι…
    - Τι παραμύθια είναι αυτά που μου πουλάς, ρε καθίκι; Αφού σε είδε η Γεωργία στο La Place με την Καίτη. Α, παράτα μας!

  2. - Ρε, μαλάκα, χάλασε ο δίσκος και έπεσε το σύστημα.
    - Α, τον πούστη, μας πούλησε παραμύθι για το RAID!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο Ιωάννης Ράλλης, γιος του πρωθυπουργού Δημητρίου Ράλλη και πατέρας του μετέπειτα πρωθυπουργού Γεωργίου Ράλλη, ήταν Μακεδονομάχος και αντιβενιζελικός πολιτικός. Τον Απρίλιο του 1943 αντικαθιστά στην Πρωθυπουργία της κατοχικής κυβέρνησης τον Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο, θέση στην οποία θα παραμείνει για μερικούς μήνες. Πιθανώς και με παρότρυνση των Άγγλων, οργανώνει τα Τάγματα Ασφαλείας, διαβόητες παραστρατιωτικές ομάδες που συνεργάζονταν με τους Γερμανούς κατά του ΕΛΑΣ.

Λόγω της στολής Μακεδονομάχων που έφεραν, αποκαλούνταν «Γερμανοτσολιάδες» ή «ράλληδες», και προσήλκυαν το μίσος του δοκιμαζόμενου λαού. Μαζί με τους δοσίλογους και τους μαυραγορίτες αποτελούσαν τον πιο μισητό θεσμό της εποχής, και ακόμα και σήμερα ο όρος «ράλλης» ή «ταγματασφαλίτης» θεωρείται προσβλητικός.

από το ΔΠ (ironick)

Ράλλη, αλήτη, ταγματασφαλίτη!

(από Vrastaman, 05/11/10)Λιγο μετά τα ραλλικά λεφτά, στις 3/11/44 κυκλοφόρησε αυτό με την υπογραφή του Ζολώτα. Αποσύρθηκε λιγες μέρες μετά. Ο υπερπληθωρισμός χτυπούσε ταβάνι (από GATZMAN, 11/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι το κρεοπωλείο, το χασάπικο.

Από το τούρκικο kasap = κρεοπώλης.

Απάντηση σε πελάτη της αγοράς:
- Τα μανάβικα βρίσκονται μετά τα χασαπλιά.

(από iwn, 04/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι η οικονομική καταστροφή, αλλά και η καταστροφή γενικότερα.

Από το τούρκικο batma = ναυάγιο.

- Τον απόλυτο ελέγχο των οικονομικών της εταιρείας θα τον έχω εγώ, μη πάθουμε κάνα μπατμά.

(από Asterix, 04/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το αγγλικό loop που σημαίνει βρόχος, θηλιά.

  1. Όρος που χρησιμοποιούν οι προγραμματιστές Η/Υ. Είναι μια επαναλαμβανόμενη σειρά από εντολές (ένας βρόχος επανάληψης) που εκτελείται όσο ισχύει μια λογική συνθήκη. Μόλις η συνθήκη πάψει να ισχύει, το πρόγραμμα συνεχίζει παρακάτω στις επόμενες εντολές. Αν ο κουμπιουτεράκιας έχει κάνει κάποιο λάθος στον κώδικα, τότε το πρόγραμμα δεν μπορεί να βγει από τον βρόχο επανάληψης εκτελώντας τις ίδιες εντολές ξανά και ξανά (κάνοντας δλδ συνέχεια τα ίδια και τα ίδια)ν μ΄αποτέλεσμα κάποια στιγμή να κολλήσει.

  2. Η κατάσταση λειτουργίας μιας οποιασδήποτε συσκευής που παίζει μουσική ή κάποια ταινία ή κάποια βίντεο όπου μόλις τελειώσει η σειρά π.χ. των τραγουδιών ξαναξεκινά αυτόματα να τα παίζει πάλι με την ίδια σειρά.

  3. Ανάποδη λούπα. Δύσκολος ελιγμός μαχητικών αεροπλάνων όπου διαγράφεται στον αέρα μια θηλιά. Το αεροπλάνο μοιάζει να κάνει ανάποδη τούμπα.

  4. Έπεσα σε λούπα. Σκατοκατάσταση από την οποία δεν μπορώ να ξεφύγω με τίποτα.

Ρίξτε και ένα βλέφαρο στην καλούτσικη ταινία Λούπα αυτοκτονίας.

  1. Γαμώ τα κοντρολομπρέκια μου γαμώ, ούτε μια λούπα δε μπορώ να στήσω σήμερα. Μήπως να με ξεματιάξεις;

  2. Ρε παίδες!! Ποιος έβαλε σε λούπα το κωλοσιντί; Τρίτη φορά ακούω τα άπαντα της Θώδη. Έλεος!! Υπάρχουν και πράγματα που πρήζονται εδώ χάμω.

  3. - Πωωω ρε πούστη μου πρήξιμο ο νέος. Αμάν μ' αυτήν την ανάποδη λούπα!! Ούτε ο Κρουζ στο Τοπ Γκαν να ήτανε.
    - Δε θυμάσαι τα δικά σου; Σαν νά 'χες πρωτογαμήσει έκανες.

  4. - Ψυχοσάββατο έχει ο Λάκης ή μου φαίνεται; - Σκάσε και κέρνα αβέρτα. Κάτι με τη δικιά του. Δε ξέρω λεπτομέρειες, αλλά μεγάλη λούπα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σε μεγάλο σλάνγκαρχο εξελίσσεται ο Υπ. Υγείας Α. Λοβέρδος, ο οποίος μετά το «δεν υπάρχει σάλιο», επανήλθε στις σλανγκιές απαντώντας στους Διοικητές των Νοσοκομείων που του ζήτησαν περισσότερα κονδύλια για την κάλυψη των εξόδων τους, με τη φράση «θα τα δείτε σε φωτογραφία».

Το λήμμα μας λοιπόν είναι συνώνυμο με φράσεις όπως «μ' αυτό το πλευρό να κοιμάσαι», «ρούφα κι έρχεται», «μη φας και έχουμε γλαρόσουπα και μπούτι από ελικόπτερο», ή, στο πιο τραβηγμένο ακόμη, «λαστ γίαρ» και δηλώνει κάτι το ουτοπικό, μη πραγματοποιήσιμο.

- Μαμά, θα στολίσουμε Χριστουγεννιάτικο δέντρο, φέτος;
- Φέτος δεν υπάρχει ούτε σάλιο. Θα το δεις σε φωτογραφία.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified