Selected tags

Further tags

Μία από τις λέξεις του 2023 σύμφωνα με αγγλόφωνα λεξικά, είναι η φάση που έχεις μια "περίπου σχέση" με κάποιο/α, βγαίνεις μαζί του/ης, αλλά δεν είναι απολύτως σίγουρο ότι υπάρχει σχέση. Σε μια situationship μπορεί να μην υπάρχει σεξ ή μπορεί και να υπάρχει σεξ τύπου friends with benefits, φίλοι με προνόμια.

11 σημάδια ότι βρίσκεσαι σε μια situationship. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Ανήκει στο ιδίωμα της πολυσυντροφικότητας και αποδίδει στα ελληνικά την αγγλική λέξη compersion. Ειναι το να χαίρεσαι με τη χαρά που βιώνει και απολαμβάνει ο/η σύντροφός σου στο πλαίσιο μιας άλλης σχέσης πέρα από τη δική σας. (Δες).

Ο Γιώργος είναι πολύ κουλ τύπος και είναι εντάξει με τη συναπόλαυση, πράγμα που βοηθά πολύ στην ανοικτή μας σχέση.

Got a better definition? Add it!

Published

Το άτομο που μένει μόνο του, δηλαδή δεν έχει γάμο ή συγκατοίκηση, αλλά είναι ανοικτό σε πολλαπλές ερωτικές σχέσεις και σε πολυσυντροφικότητα. Εκ του solo polyamorous.

Δεν είμαι μπακούρης, είμαι σόλο πόλυ.

Got a better definition? Add it!

Published

Ανήκει στο ιδίωμα της πολυσυντροφικότητας και είναι το μέλος μιας πολυσυντροφικής σχέσης με το οποίο δεν κάνεις σεξ, αλλά κάνει σεξ ο/η σύντροφός σου. Αποδίδεται στα ελληνικά ως μετασύντροφος.

Το μεταμούρ μου είναι μαέστρος κλασικής μουσικής και μου στέλνει συχνά Μπαχ στο ίνμποξ.

Got a better definition? Add it!

Published

Ανήκει στο ιδίωμα της πολυσυντροφικότητας. Σε μια πολυσυντροφική σχέση, μετασύντροφος ονομάζεται το άτομο με το οποίο σχετίζεται συναισθηματικά ο/η σύντροφός σου, αλλά όχι και εσύ.

Έχω σχέση με έναν άνθρωπο, ο οποίος σχετίζεται και με έναν άλλο άνθρωπο, ο οποίος, με τη σειρά του, σχετίζεται και με άλλο άνθρωπο. Αυτή είναι η μοναδική μου σχέση προς το παρόν, αλλά έχω ερωτικές επαφές και εκτός αυτής και όταν είναι να βγω ένα ραντεβού, θα το συζητήσω με τον σύντροφό μου. Αυτή την περίοδο, η δική μου εμπειρία στην πολυσυντροφικότητα είναι ως μετασύντροφος, γνωρίζοντας δηλαδή όλα τα άλλα άτομα που περιλαμβάνει το σχεσιακό πλαίσιο. Δεν προσεγγίζουμε την πολυσυντροφικότητα με ιεραρχία, καθώς θέλουμε ισορροπία στις σχέσεις μας, αλλά θέλει δουλειά για να μη βάλεις τον έναν σύντροφο πάνω από τον άλλο, επειδή ακριβώς αυτή είναι η τάση μας κοινωνικά. Με τον σύντροφό μου ήμασταν της ίδιας λογικής – είχαμε δυσκολευτεί με κάποια μονογαμικά κομμάτια, είχαμε πειραματιστεί και οι δυο μας στο παρελθόν με ανοιχτές σχέσεις και όταν γνωριστήκαμε και αποφασίσαμε να είμαστε μαζί σε σχέση, είπαμε να το πάμε εξ αρχής πολυσυντροφικά. (Καθημερινή).

Got a better definition? Add it!

Published

Παλαιακό: Μέρος όπου μαζεύονται πολλές γυναίκες που επιδιώκουν γνωριμία με άνδρες, με απώτερο σκοπό τον γάμο. Πλέον τα νυφοπάζαρα παίρνουν τη μορφή reality shows και διαδικτυακών εφαρμογών. Πολλές φορές εκφυλίζονται σε νυφομπάζαρα.

Η πρακτική έχει εμπνεύσει τραγούδι και ταινία.

Survivor All Star: Ο Βασάλος διαμαρτύρεται για το «νυφοπάζαρο» και «πετσοκόβει» Σάκη και Μαριαλένα (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Τα καριόλια, εξαιτίας του σχήματος τους, όταν είναι σε έξαρση.

Ρε μαλάκα, βγήκαν κάτι κουνουπίδια στο καυλί μου. Να δεις αυτή η καριόλα η Μαρία με κόλλησε, που έκανε σεζόν Μύκονο.

Got a better definition? Add it!

Published

Προέρχεται, σύμφωνα με βικιπαίδεια, απο την περσική λέξη sharbat (شربت) που σημαίνει ποτό με νερό και ζάχαρη.

Υπάρχουνε διάφορες παραλλαγές της λέξης στα αραβικά και τουρκικά με παραπλήσιες η συναφείς ερμηνείες.

Σε μας χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει:

  1. Εμφατικά, κατι το υπερβολικά γλυκό στη γεύση.
  2. Στο πληθυντικό αριθμό μπορει να σημαίνει έντονες και διαχυτικές ερωτοτροπίες.
  3. Σε περίπτωση γρονθοκόπησης, μαζί με το ρήμα παίρνω σημαίνει αιμορραγία.
  1. Θεσσαλονικιός:-αμάν βρε παιδάκι μου, πολυ ζάχαρη μ' έβαλες στον καφέ. Σερμπέτι τον έκανες.
  2. -καθίσανε λοιπόν οι δυο τους στο παγκάκι κι αρχίσανε τα σερμπέτια (τις γλύκες).
  3. -του τραβάει ενα μπουνίδι και τον πήρανε αμέσως τα σερμπέτια.

Got a better definition? Add it!

Published

Παιδαρωγιός: Σύμπτυξη των όρων παιδαγωγός + αρωγός + υιός (αναφέρεται σε άνδρες). Επιφωνηματικό ουσιαστικό. Παράλληλη συνύπαρξη στερεοτυπικά αντίθετων χαρακτηριστικών προσωπικότητας, άντρας ιδιαίτερα ποθητός στον γυναικείο πληθυσμό. Συνδυασμός βασικών χαρακτηριστικών στοιχείων αντρίλας, βαρβατίλας, σεξουαλικότητας, πνευματικότητας, δημιουργικότητας, στοργικότητας και ευαισθησίας.

"Μου μιλούσε χθες το ντερέκι ο Μπόκης για την 2χρονη κόρη του, τα ξενύχτια και την αγάπη που της έχει και μου ξέφυγε, Αχ τι άντρας είσαι εσύ! Σωστός παιδαρωγιός! Έγινα χώμα στα μάτια του"

Got a better definition? Add it!

Published

Το μαλαπερδοξεμάτιασμα, παργαλοτσοξεμάτιασμα, πουτσοξεμάτιασμα ή ψωλοεκβασκανισμός συνηθίζεται στις τσόντες made in USA, όπου λίγο πριν το πίπωμα, πέφτει γερό φτύσιμο απο την θηλάζουσα στο όργανο του παλικαριού.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified