Further tags

Εύγε νονέ acg, το λεξικό σ' ευχαριστεί για την πρότασή σου κι εγώ άλλο τόσο.

Μουνίλα λοιπόν, όπως είπε κι ο νονός, είναι η λέξη-βασίλισσα στο βασίλειο των -ίλα. Ευωδιαστή και βρωμερή βασίλισσα συνάμα και όχι σαν την κωλίλα που, βεβαίως, είναι μόνο δυσάρεστη (υποθέτω ακόμα και για τους κοπρολάγνους). Κατά κοινή παραδοχή όμως, δεν πρόκειται για καμιά υπέροχη οσμή, αλλιώς δεν θα τελείωνε σε -ίλα. Τό 'χουν αυτό όλες οι μυρωδιές που βγαίνουν από το σώμα ή όσες, όπως η φαγητίλα, κατευθύνονται προς αυτό. Η μουνίλα είναι μάλλον η μόνη σωματική μυρωδιά που ακόμα διατηρεί και θετικές πλευρές. Δεν τις έχει χάσει, όπως η ιδρωτίλα, η ποδαρίλα, η κωλίλα, η στοματίλα, κλπ. Σαν την φαγητίλα ή την ψητίλα, μπορεί να αρέσει και να προκαλέσει, τουλάχιστον μέχρι να περατωθεί η πράξη για την οποία σε καλεί. Μετά, όταν μένει πάνω σου, μπορεί και να γίνει εφιάλτης.

Είναι λοιπόν η μυρωδιά που βγαίνει από τα γυναικεία κολπικά υγρά και, κατ' επέκταση, απ' όλη την σχετική περιοχή του γυναικείου σώματος. Μπορεί να έχει μικρό βεληνεκές (δηλ. να πρέπει να φτάσουμε κοντά στην πηγή της για να την οσμιστούμε) αλλά και ευρύτατο, όπως όταν πχ. μπαίνουμε σε γυναικεία αποδυτήρια σε μέρα ζέστης, υγρασίας και συνωστισμού. Είναι κάτι αντίστοιχο της βαρβατίλας, με τη διαφορά ότι έχει μόνο κυριολεκτική σημασία ενώ η λέξη βαρβατίλα μπορεί να χρησιμοποιείται και μεταφορικά. Προσωπικά μου έχει τύχει να ακούσω μόνο από έναν άνθρωπο τη μεταφορική χρήση της λέξης («μου κάνει για μουνίλες αυτό το μέρος» είπε, και εννοούσε κάτι αντίστοιχο του αρχιδόκαμπου). Η λέξη χρησιμοποιείται στον πληθυντικό για εμφατικούς λόγους ή υποτιμητικά (βλ. παρ. 2)

Θετική όψη του φαινομένου:
η φρεσκοσαπουνισμένη ή αρωματισμένη μουνίλα (η γκόμενα μόλις έχει βγει από το ντους), όπου το σαπούνι υπερτερεί της σωματικής μυρωδιάς
η φρέσκια ή νεανική (η γκόμενα δεν είναι πάνω από 22), όχι τόσο βεβαρημένη από ουσίες συσσωρευμένες στον οργανισμό από τον χρόνο η μουνίλα της καβλοπυρέσσουσας γυνής (πρώτο πράμα, σε ποσότητα, άρα πάει έτσι και με την οσμή. Χτυπάει κάθε νεύρο της αντρικής ύπαρξης)
η μουνίλα υγιεινής διατροφής (της γυναίκας που τρέφεται μόνο με καρατσεκαρισμένες τροφές που κάνουν το μουνόχυμα να ευωδιάζει και μόνον. Σπάνιο είδος που συνεπάγεται μάλλον υστερική γκόμενα αλλά δεν μπορείς να τα έχεις όλα.)

Η αμφισβητούμενη όψη του φαινομένου:
η μουνίλα της αγάμητης (άσπιλη, ανόθευτη, ιδανική, ή μήπως μπαγιατεμένη και βρωμούσα;;;)
Η μουνίλα της παρθένας (το ότι μας φτιάχνει είναι ιδέα μας ή τό 'χει;;;)

Τέλος, για όσους αντέξουν, η αρνητική όψη του φαινομένου:
Η άπλυτη μουνίλα (ξινή, επιθετική, με έντονη την απομυρουδιά των ούρων)
η σπερματομουνίλα (συνδυασμός σπερματίλας και μουνίλας. Φτούκακα. Ιδιαίτερα την επόμενη μέρα.)
η των τελευταίων ημερών της περιόδου μουνίλα (καμένο ντουί)
η μετά από κατανάλωση ψαρικών και θαλασσινών μουνίλα, κυρίως μετά την πέψη (καμένο ντουί)
η μουνίλα του τσιγάρου - σε ηλικίες άνω των 40 (δημόσια ουρητήρια)
η αλκοολική μουνίλα (σε γυναίκες άνω των 50)
η ιδρωμένη μουνίλα (μετά από πολύωρο περπάτημα το καλοκαίρι)
και το χειρότερο: η άρρωστη μουνίλα (από μύκητες και λοιπούς επισκέπτες του αιδοίου)

Γενικά: όποια ουσία πίνει ή καταπίνει η γυναίκα, μυρίζει και στα υγρά της όπως και στα ούρα της -και το σαπούνι δεν βοηθάει ιδιαίτερα στην περίπτωση αυτή. Πώς όταν, γυναίκες- άντρες, κατουράμε κόκκινο μετά από παντζάρι; Ή καλύτερα: πώς, όσο και να πλύνουμε τα δόντια μας, η σκορδίλα παραμένει; Οι άντρες οφείλουν να έχουν υπ' όψιν πως, καμιά φορά, όταν η γυναίκα λέει όχι είναι γιατί έχει τους λόγους της τους οποίους δεν γίνεται να εξηγήσει και πως η περιέργεια σκοτώνει τη γάτα.

Για πολλούς άντρες κάθε είδος μουνίλας είναι ευπρόσδεκτο αρκεί που είναι μουνίλα.
Για πολλούς άλλους είναι καταναγκαστικό έργο η επαφή μαζί της.
Γνωρίζω και κάποιον ο οποίος σιχαίνεται το σαπουνισμένο και θέλει το άπλυτο.

Όσο για τις γυναίκες, δεν έχουν και την πιο άριστη σχέση μαζί της. Κάνουν ό,τι μπορούν να την καλύψουν, με αποτέλεσμα μερικές φορές να δημιουργούν γυναικολογικά προβλήματα εκ του μη όντος. Υπάρχουν κοπέλλες, κυρίως οι νεότερες, οι οποίες λόγω απειρίας και έλλειψης ενημέρωσης, κινούμενες από την επιθυμία «να μη μυρίζουν», κάνουν τακτικά εξωτερική αλλά και εσωτερική πλύση του κόλπου με αντισηπτικά, με αποτέλεσμα να ξηραίνεται ο κόλπος και να είναι πιο ευάλωτος σε μικρόβια πάσης φύσεως. Έτσι φτάνουν ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα.

Αλλά για να τελειώσουμε ευχάριστα, η μουνίλα κάνει ωραίο χαρμάνι στα χέρια με άρωμα και μυρωδιά τσιγάρου. Ακόμα κι αν τα χέρια έχουν πλυθεί, βαστάει αρκετή ώρα. Και είναι μια ωραία ανάμνηση της στιγμής που μόλις πέρασε. Ίσως να έπρεπε να λέγεται αλλιώς εν τοιάυτη περιπτώσει και να μη φέρει αυτό το -ίλα.

Βασανίζω το μυαλό μου μήπως παρόλη τη διατριβή κάτι έχω ξεχάσει, αλλά if so, πιστεύω πως θα συνεισφέρετε αν χρειαστεί...

  1. - Καλά είσαι σοβαρός, δεν έχεις κάνει ποτέ σου γλειφομούνι;
    - Όχι κι ούτε πρόκειται. Σιχαίνομαι τη μουνίλα.
    - Μεγάλε, θες βοήθεια εσύ...

  2. - Πλύνε ρε μαλάκα τα μούτρα και τα χέρια σου, θα μυρίζεις μουνίλες και θα σε καταλάβει η Φρόσω ότι ξενοπήδηξες...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι η κατάθλιψη της Κυριακής όταν οι προσδοκίες για κάτι ξεχωριστό ξεθωριάζουν εκεί στις 16.13 το απόγευμα, όπου και παρατηρείται και το peak της κυριακίλας.
Η -ίλα εδώ σε φάση πιο μπλου, αφού.

Κυριακή στην επαρχία, με βροχή απ’ το πρωί
φεύγει όλη η ζωή μας στο φαΐ και στη σιωπή

Γύρω στο νεκροταφείο, εργοστάσια σωρό
τα καλά τα κόμματά μας, θα φροντίσουν και γι’ αυτό

Μονιμότητα, θεά μας, άδυτο προσωρινό
έχεις γίνει της ζωής μας φάντασμα αλληγορικό

Υγιαίνουμε λιγάκι, το ίδιο ευχόμαστε για σας
κι όταν έχουμε επισκέψεις, είμαστε πλοίο της χαράς

Αν θα πάς στον Αϊ Γιάννη, πολυκατοικίες σωρό
οι νεοαριστοκράτες, πάνε τώρα στον Τοτό

Κι όταν δώδεκα σημαίνει, ραντεβού στο Κολιμπρί
ιδεολόγοι και αριβίστες, ευτυχία μαζική

Αργύρης Μπακιρτζής, Χειμερινοί Κολυμβητές, 1981

Billie Holiday - Gloomy Sunday
Στα αγγλικά λέγεται «Sunday night blues/syndrome». Έρευνες έχουν αποδείξει πως η Κυριακή είναι η λιγότερο ευτυχισμένη μέρα της εβδομάδας, πως 4 στους 10 νιώθουν άγχος και θλίψη, πως το 44% ζηλεύει τα Σαββατοκύριακα των συναδέλφων του όταν ακούει τα νέα τους τη Δευτέρα, το 75% δεν βγαίνει καν από το σπίτι, το 46% δεν θέλει να μιλάει σε άνθρωπο. Το λέει η επιστήμη.

Η Κυριακίλα θα σε βρει όπου και να 'σαι
Κάπως έτσι διώξαμε την "κυριακίλα"Από δω

  1. Στα φαγάδικα σήμερα κάνει Κυριακίλα. Οικογένειες με παιδάκια, μαμάδες νταντάδες, πατεράδες μουτρωμένοι

  2. Τι κι αν αύριο δεν δουλεύουμε, την Κυριακιλα δεν τη γλιτώνουμε

  3. Γιουνάιτεντ-Άρσεναλ, Ατλέτικο-Μπαρτσελόνα, Ολυμπιακός-Ρεαλ. Τα τουίτ για την κυριακίλα πιο αστεία από ποτέ.

  4. πόση κυριακίλα να αντέξει μια βδομάδα;

  5. Μέχρι και στο φέισμπουκ έγραψα στάτους σήμερα. Τόσο Κυριακίλα.

Θέμα προς διερεύνηση:

Η Σαββατίλα ειναι η νέα Κυριακίλα (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Βήτα συστατικό της καθομιλουμένης και της αργκό, που σχηματίζει ουσιαστικά θηλυκού γένους.

Η κυριότερη σημασία που προκύπτει είναι η «μπόχα», η «(δυσάρεστη) μυρωδιά» που αναδίνει το πρώτο συστατικό, είτε στην κυριολεξία της (αρχιδίλα, μουνίλα) είτε και μεταφορικά (πιχί κορεκτίλα). Συνηθισμένη χρήση στην καθομιλουμένη είναι και η «απόχρωση» με βάση το πρώτο συστατικό (κοκκινίλα, κιτρινίλα), που και πάλι μπορεί να χρησιμοποιηθεί μεταφορικά (μαυρίλα για την «κακή διάθεση»). Οι μεταφορικές χρήσεις είναι τόσο συχνές, που ο Τριαντά πολύ σωστά απομονώνει ως κύρια σημασία και τη «δυσάρεστη κατάσταση» (στην αργκό πιχί τσατίλα, ψοφιμίλα), που εμένα τουλάχιστον μου φαίνεται να προέρχεται από τη σημασία της μπόχας.

Μ' αυτήν την έννοια η σημασία είναι κατά κανόνα μειωτική, καθώς οι συνδηλώσεις είναι συχνότατα μπόχας και βρομιάς, παρά απόχρωσης. Στο βαθμό δε που η βρομιά στην αργκό απενοχοποιείται*, μπορούμε φυσικά να μιλάμε και για θετικές χρήσεις (καφρίλα, σαπίλα), αυθεντικά αργκοτικές.

Άλλες χρήσεις, σε συνδυασμό ή και όχι με τα προηγούμενα, είναι η επίταση (αφαγία -> αφαγανίλα, τζάμπα -> τσαμπίλα, χέσιμο -> χεσίλα, δες και παράδειγμα 3), η περιληπτική (δες πιχί τη ρατσιστίλα εδώ), και είτε ο εξελληνισμός ξένων δανείων (εϊτίλα, τουματσίλα, χαρντκορίλα, δες και παράδειγμα 2) είτε γενικότερα η ουσιαστικοποίηση κατά τ' άλλα δυσουσιαστικοποίητων(!) άλφα συστατικών (θεΐλα, δες και παράδειγμα 5) –παράβαλε και την αντίστοιχη χρήση του -ιά (καμενίλα και καμενιά).

Παράγωγο: -ίλας, για πρόσωπο που χαρακτηρίζεται απο την αντίστοιχη -ίλα (κορεκτίλα -> κορεκτίλας, δες και παράδειγμα 6, όπου το βρομίλας, με έλξη βέβαια απο το βρομύλος, εδώ ωστόσο προέρχεται απο τη βρομίλα).

Λίγες πίπες για τα συστατικά στην αργκό

Με το -ίλα συμβαίνει αυτό που συμβαίνει κατακόρον με επιθήματα και άλλα συστατικά της αργκοτικής: τα ονόματα που σχηματίζονται είναι πολύ συχνά προσωρινά, χωρίς αξιώσεις παγίωσης στη γλώσσα, προορισμένα να υποστηρίξουν μόνο και μόνο τη διατύπωση της στιγμής.

Το φαινόμενο παρατηρείται ήδη στην καθομιλουμένη –βλέπε τη χρήση του ξε- στη σημασία IV του ορισμού εδώ– και στην αργκό ίσως περισσότερο· χαρακτηριστική η περίπτωση του ψιλο-, το οποίο είναι τόσο ισχυρό συστατικό ώστε να έχει αυτονομηθεί ως επιρρηματικό.

Θα το έθετα λοιπόν ως εξής: στην αργκό υπάρχει αυξημένη τάση, μορφολογικά συστατικά να αυτονομούνται συντακτικά. Την αυτονομία αυτή την καταλαβαίνει κανείς αν αναλογιστεί το μάταιο στο να λημματογραφηθεί σε ένα λεξικό κάθε (καταγραμμένη) χρήση τέτοιου συστατικού –το λεξικό του Τριανταφυλλίδη θα έπρεπε τότε να έχει περίπου άλλο μισό λημματολόγιο μόνο και μόνο λόγω του ξε-...

(Το θέμα σηκώνει παραπάνω και συστηματική κουβέντα, ντάξει. Σταϋπόψη...)


* Για την αλλαγή προσήμου της βρομιάς στην αργκό, λέω κάτι χαζά εδώ στα σχόλια.

  1. Παραδείγματα που ήδη υπάρχουν στο σάιτ: ανετίλα, ανιωθίλα, αντρίλα, ανωτερίλα, αριστερίλα, αρχιδίλα, αυνανίλα, αφαγανίλα, βαλκανίλα, βαρβατίλα, βουτυρίλα, διχρονίλα, δωματίλα, εϊτίλα, επικίλα, καινουργίλα, καμενίλα, κατρουλίλα, κλανίλα, κομμουνίλα, κορεκτίλα, κορίλα / χαρντκορίλα, κωλίλα, μαντσίλα, μαυρίλα, μεϊνστριμίλα, μεταχειρίλα, μουνίλα, μπακαλιαρίλα, μπεκρίλα, μπουρντίλα, μπριζολίλα, ξεραΐλα, ουρδίλα, παπαρίλα, πατίλα, περιπτερίλα, πιουρίλα, πουτσίλα, προποτζίλα, σαπίλα, σατανίλα, σκατίλα, σκοτεινίλα, σπαρίλα, τουματσίλα, τραγίλα, τρενιχίλα, χεσίλα, χορτασίλα, ψαρίλα, ψοφιμίλα

  2. Όπλα, επιχειρηματίες που διαπρέπουν στον “αθλητικό χώρο”, συνδεση με την αστυνομία, παράνομες ελληνοποιήσεις, πλαστογραφίες με παρανόμως κτηθείσες αστυνομικές σφραγίδες, ματσίλα και εμφανής σεξουαλική στέρηση: η διάσπαση του πυρήνα της Χρυσής Αυγής στην Κεφαλονιά μάς ανοίγει μια τρύπα για να θαυμάσουμε το στερέωμα του φασιστικού υπονόμου. (από εδώ)

  3. Βαρειά κουβέντα; Για να φανταστείς πόση ανοητίλα τους δέρνει σου λέω το εξής απλό: Εφήυραν και επέβαλλαν την λέξη ανταγωνισμός Αν το καλοεξετάτάσεις θα δείς ότι είπαν πως το μηδέν είναι το άπαν. Πως την πατήσαμε εμείς; Μα οι περισσότεροι θεωρώντας ότι ο καθένας κάνει την δουλειά του σκύβαμε το κεφάλι και δουλεύαμε. Αυτοί το λοιπόν εύρισκαν ευκαιρία και μας ….. Τώρα που άνοιξε ο μάτης να τους δώ τους ξυπνοπουλάκηδους. (εδώ)

  4. — Είχα πάει που λες στην Όταβα, την ομοσπονδιακή πρωτεύουσα του Καναδά.
    — Τι μου λες!
    — Ναι παιδί μου, λούσα, ωραία πόλις, περιποιημένη. Πολλή αγγλίλα όμως βρε παιδί μου. Απαπα! Λες και ήμουν στο Λίντς ή στο Μάντσεστερ ή στο Μπέλφαστ.
    (εδώ)

  5. By the way λόγω τη φύσης του επεισοδίου αυτή ήταν η πρώτη φορά που μου έλειψε ο τρομερός Pierce...η χλαπατσίλα του στο πρώτο D&D ήταν η απόλυτη στιγμή του...στο 2ο D&D ο Dean ήταν απλά επικός...τρομερά δυνατό επεισόδιο (εδώ)

  6. Ο μικρούλης μου είπε 5 ετών και τελευταία παρατήρησα ότι μυρίζει η μασχάλη του!!! Δεν είναι σε φάση που μυρίζει ας πούμε όταν περνάει από δίπλα σου ,αλλά μία μέρα όπως τον πήρα αγκαλίτσα κάτι μου μύρισε και σκέφτομαι, μπα δεν είχαμε σήμερα κεφτεδάκια για φαγητό , τι μυρωδιά είναι αυτή... Και όπως κολλάω τη μύτη μου στη μασχαλίτσα του ...ωχ...μποχίτσα.. [...] Μίλησα με την παιδίατρο και με ρώτησε αν έχει τρίχες στο πουλάκι του ή κάτι τέτοιο , είπα ΟΧΙ.Ε μην ανυσηχείς είναι το δέρμα του τέτοιο , έτσι μου είπε. Εχετε παρατηρήσει κάτι τέτοιο στο μικρό σας; Πω πωωωωωωωω , λέτε να μου γίνει βρομίλας;;;; (αγωνιών γονιός, εδώ)

(από σφυρίζων, 06/10/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μια χαρακτηριστική -ίλα, πρόκειται για τη μυρωδιά των σκουπιδιών, μια συνισταμένη πολλών άσχημων μυρωδιών από σάπια και μουχλιασμένα άχρηστα πράγματα. Είναι πολύ γνώριμη στους κατοίκους των τσιμεντουπόλεων, ιδίως στις εφιαλτικές περιπτώσεις απεργιών των υπαλλήλων που είναι επιφορτισμένοι με την αποκομιδή τους. Πάντα όμως θα υπάρχει ένας τρασοκαβλιάρης να φτιάχνεται και ενίοτε να μεταφέρει την οσφραντική εμπειρία στο χαρτί.

  1. H Πλατεία Εξαρχείων και οι γύρω κάθετοι, συνήθως σε ακτίνα 20-30 μέτρων από την πλατεία έχουν για πολλούς τη γοητεία τους. Δεν εξηγείται αλλιώς ότι στις πολύ πρωινές μου βόλτες, κερδίζουν κατά κράτος την Ομόνοια σε έντονες μυρωδιές. Σκουπιδίλα, κάτουρα, κόπρανα, εμετός και μπυρίλα κυριαρχούν στην πρωινή ατμόσφαιρα, άνθρωποι που χαρούμενοι σπάζουν γυάλινα μπουκάλια πετώντας τα σε δύσμοιρα, αδέσποτα σκυλιά για να τα πιάσουν, κατσαρίδες που κόβουν βόλτες σε κοπάδια, λίγο πριν, κατά τις τρεις-τέσσερις το πρωί νεαρά παιδιά γύρω στα 14 επιτίθενται σε περαστικούς, μπεκρήδες ή μη, και αξιοθαύμαστοί άστεγοι που καταφέρνουν να κοιμούνται σε αυτή την ατμόσφαιρα. Οι κάτοικοι περήφανοι για την ανεξαρτησία (?) της γειτονιάς τους έχουν λαϊκές συνελεύσεις, οι καθαριστές του Δήμου - σύγχρονοι Σίσυφοι - ξυπνούν από τις τέσσερις για να καθαρίσουν τα μικρά τετράγωνα και την πλατεία, πριν γίνει το ίδιο χάλια την επόμενη μέρα, ο Γιώργος Καμίνης ευαγγελίζεται το έργο του στον τομέα της καθαριότητας (ενώ λίγο πιο πάνω το Κολωνάκι ή η Πλάκα τα έχει λαμπίκο). Τα πρωινά Εξάρχεια κοντά στην πλατεία τους είναι η εικόνα της Αθήνας. Μύγες πάνω από τους κάδους, όπου και στην ανακύκλωση ακόμα, οι περήφανοι δημότες και οι χιλιάδες περαστικοί πετούν σκουπίδια. Ζήτω η Αναρχία. (Από το Φέισμπουκ).
  2. Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει... σκουπιδίλα θα μυρίσει. (Εδώ).
  3. Μεχρι τωρα ο Ασπρόπυργος βρωμαγε σκουπιδίλα και είχε επιδρομές αρουραίων στο μέγεθος κουνελιών. (Εδώ).
  4. Στις απέναντι πολυκατοικίες τα περισσότερα φώτα ήταν αναμμένα και μαύρες φιγούρες διακρίνονταν ακίνητες στα μπαλκόνια. Τα κλιματιστικά δούλευαν υπερωρίες. Μια διαπεραστική σκουπιδίλα, που αν ήθελες να την προσδιορίσεις σου θύμιζε σάπιο πορτοκάλι ανακατεμένο με μούχλα έφτανε στα ρουθούνια τους, και γάτες γύριζαν απογοητευμένες από κάδο σε κάδο ενώ κάποια στιγμή απ' το παράθυρο κάποιας γειτόνισσας ακούστηκε το Total Eclipse of the Heart. (Βάσια Τζανακάρη, Τζόνι και Λούλου, Αθήνα: εκδ. Μεταίχμιο, 2011).

Μερικά ακόμη παραδείγματα από τη λογοτεχνία.

  1. Είχε συννεφόκαμα και ο αδύναμος πουνέντες έφερνε κάθε τόσο στη μύτη μας σκουπιδίλα ανάμικτη με μυρωδιές από λιβάνια κι αρώματα λουλουδιών που σάπιζαν. Από πάνω πετούσαν και έκρωζαν τετράπαχοι γλάροι, που σιτίζονταν με ό,τι άφηναν πίσω τους οι συγγενείς των νεκρών. Δεξιά και αριστερά μας, μαυροντυμένες γυναίκες μουρμούριζαν προσευχές, άναβαν καντήλια, καθάριζαν και στόλιζαν τάφους. (Ιερώνυμος Λύκαρης, Η ζήλια είναι μαχαιριά, Αθήνα: εκδ. Καστανιώτη, 2014).
  2. Ο Μάνο ρουφάει την τελευταία γουλιά από το ποτό του. Όλη η φυλακισμένη σκουπιδίλα του αλκόολ τον χτυπάει με δύναμη στη βάση της μύτης. Ουίσκι από τις χωματερές από τα συμπυκνωμένα απόβλητα των Σαπ και των Ταλ, σαν το απόσταγμα των άχρηστων, περιττών ζωών τους. (Νίκος Μάντης, Άγρια Ακρόπολη, Αθήνα: εκδ. Καστανιώτης, 2013).
  3. - Κοίτα, τουλάχιστον, να πάρεις τίποτα καθαρά ρούχα. Βρωμάς σκουπιδίλα, ιδρώτα και αίμα. - Οι Μογγόλοι συνήθιζαν να τρίβονται με ζωικά περιττώματα πριν από κάθε μεγάλη μάχη, είπε ο Χάρι κουμπώνοντας το πουκάμισό του. (Τζο Νέσμπο, Ο Φαντομάς, μετάφραση Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Αθήνα: εκδ. Μεταίχμιο, 2013).

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μεταφορικά για μια τρασιά ή τρασίλα στο γενικότερο αισθητικό επίπεδο ή για κάποιον ή κάτι που θεωρούμε ως σκουπίδι σε πχοιότητα από οποιαδήποτε άποψη, αλλά οι μεταφορικές αυτές χρήσεις στον γούγλη είναι πολύ σπάνιες.

Ο μοναδικός λόγος για να μην παραιτηθούν τώρα όλοι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ είναι για να μην έρθει ξανά στα πράγματα η σκουπιδίλα που μετέτρεψε τη χώρα σε χωματερή. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ακολουθεί κατάλογος με περισσότερες - επί το πλείστον 'εύοσμες', -ίλες, συμπλήρωμα στις vikάριες τοιούτες.

-Αφεντικό έχουμε ίλες;;;
-Τι ίλες;;
-Ψ@λες για γορίλες!

Τουίτης, εδώ


2much-ίλα

Λέγε με και τουματσίλα. Από το too much και την διαβόητη κατάληξη.


  1. - παρ όλη την τουματσίλα σας, θα περιμένω απάντηση από πιο επίσημα χείλια
    - δε γνωρίζω τι είναι τουματσίλα αλλά θα περιμένεις πολύ that I know well
    - 2much-ίλα (εδώ)

tech-ίλα

  1. tech-ίλα! Για να ευθυμήσωμεν!

  2. Χθες έκατσα ξύπνιος όλη νύχτα προγραμματίζοντας και πίνοντας μαργαρίτες. Tech-ίλα. (εδώ)

Σανταμ-ίλα

- Oil dipped below $102 http://on.mktw.net/1kdAiQu
- Βοηθά που το Ιράκ βουλιάζει βαθύτερα στη Σανταμ-ίλα. #not (εδώ)

digit-ίλα

Back to the 80's λέμε αν και digit-ίλα! :D Κρίμα που δεν πετάγεται κανένας Τσάκωνας με τον βοηθό του

Cult-ίλα

Πάρτε λίγο ελληνική Cult-ίλα από κάτι φιλαράκια μου, και δώστε κανένα like ρεμάλια. Για να μάθετε να είσαστε...

hardcore-ίλα, χαρντκορίλα

  1. τα τατουάζ στο πρόσωπο είναι hardcore-ίλα http://bit.ly/1grTU5r

    1. Πότε χαρτκορίλα και πότε ραπκορίλα μικρέ εμσι καήλα δέξου την ξεφτίλα (εδώ)

    2. Χαρντκορίλα και λαϊκισμός στο @radiobubble -> http://www.radiobubble.gr/2014/02/22.html?spref=tw … Επιμένουμε στην μεταρρυθμιστική τζαζ και τον ευρωπαϊκό δρόμο #K58

    3. Αντίθετα για μένα δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανωμαλία κ χαρντκορίλα από την κοινή λογική. (εδώ)

μωρουδίλα

Μετά τη "μωρουδίλα" η 2η λέξη σε "-ίλα" που μυρίζει ωραία: Εητίλα http://www.youtube.com/watch?v=fDxzQJaA228

sludg-ίλα

ια όποιον έχει όρεξη για μεσημεριανή sludg-ίλα... αργή, βαριά και "σκισμένη"... απο τα σπλάχνα των Breach http://www.youtube.com/watch?v=dWj8kHhdY-k

vintage-ίλα

vintage-ίλα @ Tony Bonanno http://instagr.am/p/JFySSQxeCZ/

mood-ίλα

Για όσους θέλουν να ξεπεράσουν τη mood-ίλα!!

ΕΡΤ-ίλα

Μ'αρέσει η Χούκλη στον #Ant1 αλλά ακόμα δεν κατάφερε να βγάλει από πάνω της αυτήν την ΕΡΤ-ίλα που την ταλαιπωρεί σαν νεανική ακμή!!

underground-ίλα

Μπορεί απλά να είμαι hipster και να μην άντεξε τόσο underground-ίλα και alternativε-ιά

dark-ίλα

Εγώ πάλι γουστάρω σκοτεινούς καιρούς, dark-ίλα και κατακλυσμό!

gore-ίλα

Μου συνέστησαν να μη τρώω ενώ βλέπω το καινούριο spartacus. Ετοιμάζομαι ψυχολογικά για μεγάλη gore-ίλα.

phish-ίλα

Τώρα αυτό το mail "deviantART has changed terms of service" γιατί μου βρωμάει phish-ίλα;;;;;

mainstream-ίλα

-ωραίο μαλί ρε φιλενάδα!Τώρα είδα ότι παίζεις σε γκρούπ.Τι παίζετε;
-ντανκεσεν! mainstream-ίλες

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γιατί γουστάρουμε τα ’80′s, λατερμένε (από το λατέρνα, διότι μια δόση λατερνατζή την έχουμε, αμέ;) αναγνωσταράκη μου;

Διότι τα έιτις αντιπροσωπεύουν μια ολόκληρη γενιά. Προσωπικά μεγάλωσα στην εϊτίλα.

Τα ’80′s έχουν μια δική τους φόρμα. Τα μακριά μαλλιά, που όμως είναι κοντοκουρεμένα μπροστά, τα σηκωμένα και διπλωμένα μανίκια στο σακάκι, το ουίσκι με πάγο και κοκα-κόλα (ζήτω ο εμφιαλωμένος ιμπεριαλισμός!). Οι καλτ ταινίες σε VHS, Κώστας Τσάκωνας, Βουτσάς, ο Στάθης Ψάλτης και η Καίτη Φίνου. Κρατική τηλεόραση μόνο και τηλέφωνο είκοσι χρόνια μετά την αίτηση. Μαγκάιβερ και αμερικάνικη προπαγάνδα, Ρόκι Μπαλμπόα και αμερικάνικη προπαγάνδα, Ράμπο και αμερικάνικη προπαγάνδα, στις ταινίες οι Ρώσοι, οι Κινέζοι, οι Κουβανοί, οι Βιετναμέζοι, οι Βορειοκορεάτες, οι Ανατολικογερμανοί και άλλοι τυχαία επιλεγμένοι λαοί ήταν οι κακοί.

Παπούτσια Ζίτα, Strike (φοράει Στράικ και καρφώνει), ιστορικές διαφημίσεις. Χάρυ Κλυν σε κασέτα, Παπακωνσταντίνου στα φόρτε του, Νταλάρας με μαλλιά, έξω η ΕΟΚ-έξω το ΝΑΤΟ.

Στα τρία κόρνερ πέναλτι, οι σπόντες δεν μετράνε, μπακότερμα(ν), Στρουμφάκια, Μαμούθ Κόμιξ, Κάντι-Κάντι, Χάιντι, Νιλς Χόλγκερσον, Άμπρα-Κατάμπρα, αλάνες με χώματα, ματωμένα γόνατα, του Κουτιού τα Παραμύθια, Σάγκμα, Οδύσσεια του Διαστήματος και Νονό…

Ανδρέας Παπανδρέου, Κουτσόγιωργας, Κοσκωτάς, σκάνδαλα, Μιμή, Τόμπρας, κάθαρση, οικουμενική.

Το τείχος υπήρχε, το Πολυτεχνείο ήταν ζωντανό, η Πρωτομαγιά ήταν πραγματικά ταξική γιορτή. Στους Αμερικανούς έσκασε το Τσάλεντζερ και στους Σοβιετικούς έσκασε το Τσέρνομπιλ. Γιαννάκης, Γκάλης, Φάνης Χριστοδούλου-μπέμπης και Αργύρης Καμπούρης-οικοδόμος και Εθνική Ελλάδος να παίρνει το κύπελλο κόντρα στην ΕΣΣΔ!

Ντίσκο, lead organs σε 16-bit, συνθεσάιζερ και drum machines. Apple Macintosh, Amiga, Amstrad, μονόχρωμες οθόνες και γραμμές εντολών.

Στο τέλος το τείχος το ρίξανε και τέλειωσαν και τα έιτις, ήρθε η Τέκνο και τα κλαμπ, οι Πάουερ Ρέιντζερ, η ιδιωτική τηλεόραση κι ο εκσυγχρονισμός.


Κοπιπέιστ από εδώ.

- Πάμε το Σάββατο στον Σεφερλή;
- Σε ποιοοοοόν; Ο τύπος ειναι στην καλύτερη περίπτωση ο Στάθης Ψάλτης του 2010. Εϊτίλα με 30 χρόνια καθυστέρηση...

βλ. και ογδόνταζ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μία από τις βασικές -ίλες, είναι η μυρωδιά που αναδίδει η γυναίκα, το αντίστοιχο του αντρίλα, μόνο- ελπίζουμε- πιο μυρωδικό. Βεβαίως, η γυναικίλα μπορεί να καλύπτει ένα μεγἀλο φάσμα οσμών από την μυρωδάτη τριανταφυλλίλα έως το καμένο ντουί, όταν υπάρχει θεματάκι με τα μουνικά, φτάνοντας μέχρι και τη μαμαδίλα μιας ώριμης γυναίκας που αποπνέει μιλφίλα, ή όλες αυτές τις μυρωδιές που αναδίδει η φύση μετά το πέρασμα μιας μουνοκαταιγίδας. Γενικά πάντως η γυναικίλα είναι το τζενέρικ, είναι συνήθως κάτι περισσότερο από μια οσμή, μάλλον περιγράφει κατάσταση, όπου υπάρχει υπερβολική δόση θηλυκότητας φορ μπέτερ ορ φορ γουόρς, ή που έχουμε έναν μουνόκαμπο από πάρα πολλές γυναίκες μαζεμένες.

Η λέξη παλιά, υπάρχει από τον 19ο αιώνα, καθώς την βρίσκω σε μια μετάφραση των Νεφελών Αριστοφάνους από τον Γεώργιο Σουρή (1900), και βεβαίως την βρίσκουμε στους δύο μεγάλους Νεοέλληνες πεζογράφους της -ίλας, ήτοι τον Νίκο Καζαντζάκη και τον Στρατή Τσίρκα, που προσπαθούν και οι δύο να αποδώσουν με λέξεις στα μυθιστορήματά τους ένα ολόκληρο οσφραντικό σύμπαν εμπνευσμένο αντιστοίχως από την Κρήτη και από τις πολιτείες της Εγγύς Ανατολής. Σε παλαιότερες εποχές, η γυναικίλα ήταν η μυρωδιά μιας παστρικιάς, με την ευρεία έννοια, δηλαδή μιας γυναίκας που πλενόταν και μοσχοσαπουνιζόταν, πιθανόν σε αντίστιξη με τον άντρα της που μύριζε βαρβατίλα και τραγίλα. Η γυναικίλα μπορεί να ήταν και ύποπτη: Ένας άντρας που μυρίζει γυναικίλα σημαίνει ότι θα ξενοπηδιότανε με κάποια παστρικοθοδώρα, και δυστυχώς δεν έχει την καθησυχαστική γνώριμη αρχιδίλα του, αλλά αφενός πλένεται ο ίδιος για να κάνει τον δανδή, και αφεδύο κουβαλάει πάνω του και τις μυρωδιές της γκόμενας.

  1. Μπήκαμε. Μύριζε η παράγκα μυρωδιές, πούδρες, σαπούνια, γυναικίλα.
    - Κι αυτά τα μασκαραλίκια τι είναι, δε μου λες; φώναξα βλέποντας αραδιασμένα απάνω σ' ένα κασόνι τσαντάκια, μοσκοσάπουνα, κάλτσες γυναικείες, ένα κόκκινο ομπρελίνο, δυο μποτιλάκια μυρωδιά.
    - Δώρα... μουρμούρισε ο Ζορμπάς με σκυμμένο το κεφάλι.
    - Δώρα;! Έκαμα προσπαθώντας να αγριέψω. Δώρα;
    - Δώρα, αφεντικό. Μη θυμώσεις. Για την καημένη την Μπουμπουλίνα. Λαμπρή ζυγώνει. Άνθρωπος είναι κι αυτή.
    Κατάφερα να κρατήσω τα γέλια. (Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Αθήνα: Τυπ. Δημητράκου, 1946).
  2. Και δεν τον πρόδωσε, δεν τον φανέρωσε ποιος ήτανε σε κανένα, μήτε γνώρισε ποτέ άλλον άντρα, πιστή στ' όνομα που της δώσανε στη Νάξο, Αριάγνη, η πιο αγνή δηλαδή. Χρόνια τον κράτησε μακριά της. Στο ίδιο κρεβάτι, ναι- μα τίποτ' άλλο. Σπάραζε, παρακαλούσε, σήκωνε χέρι. Εκείνη: Αριάγνη. Έμπλεξε αυτός με άλλες, ξενοκοιμότανε, βρωμοκοπούσε γυναικίλα και μυρωδιές, ας τον χαίρονταν οι πατσαβούρες τέτοιον άντρα που δεν είχε αντρισμό. (Στρατής Τσίρκας, Αριάγνη, Αθήνα: εκδ. Κέδρος, 1962).
  3. Και σαν γλυκοκοιμότανε τη νύχτα στο κρεβάτι, μ' εμένα τον χωριάτη, εγώ τρυγιαίς εμύριζα, σύκα, μαλλί, τραγίλα, και τόση βαρβατίλα, κι εκείνη πάλι μύριζε κρόκους και μύρα τόσα, παιχνίδια και φιλήματα που δεν τα ΄λεγε η γλώσσα, και γυναικίλα κι έρωτα και γκάστρωμα και γέννα (Αριστοφάνους Νεφέλαι, σε μετάφραση Γεωργίου Σουρή, 1900)

Στη δική μας εποχή η γυναικίλα έχει εξελιχθεί:

Στάνταρ το διηύθυνε γυναίκα. Η γυναικίλα αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα και ήταν πνιγηρή. Δεν ήταν μόνο τα διακριτικά rechaud με άρωμα βανίλιας και κανέλλας, οι απαράμιλλου γούστου καναπέδες με τα έθνικ μαξιλάρια - με τα καλύμματα κεντημένα στο χέρι σαφώς - ήταν... (Η μπλογοτέχνης Αγγελική Μαρίνου εδώ)

Άλλες σημασιολογικές αποχρώσεις: Η γυναικίλα μπορεί να είναι η γυναικεία ανθρωπίλα, η φυσική μυρωδιά, αν αφαιρέσεις όλες τις τεχνητές επιστρώσεις, που στην εποχή μας είναι πολυάριθμες. Η γυναικίλα μπορεί να σημαίνει έτσι μια νοσταλγική επιστροφή στη φυσική (μη)-καθαρότητα.

Το ανθρώπινο δέρμα δεν πρέπει να μυρίζει ανθισμένα ανοιξιάτικα άνθη αλλά "δερματίλα"!!! Σεξ με αντρίλα και γυναικίλα. Πλύσιμο μόνο με νερό. (Γλάιφο).

Μπορεί να είναι η θηλυκότητα.

Παντως για μενα, η γυναικιλα (ναι, η λεξη θηλυκοτητα δε μου αρεσει, ειμαι βλάχος, τι να κανουμε..) στη γυναικα δε χρειαζεται να ειναι μετρημενη. (Ινσόμνια).

Μπορεί να είναι η συσσώρευση γυναικείων ορμονών σε έναν μουνόκαμπο:

  1. Η εξαιρετική φωτογραφία είναι από δω. Μόνο που ο μουσάτος στο πίσω μέρος του κάδρου -είτε βρέθηκε εκεί από φωτογραφική άποψη είτε όχι- καταστρέφει στα μάτια μου την αρμονία της εικόνας, σπάζοντας την γυναικίλα με την αντρόφατσά του. (Ο μπλογοτέχνης Old Boy εδώ).
  2. Πολλές γυναίκες μαζί. Δυο, δυο. Τρεις, τρεις. Τέσσερις, πέντε... [...] Κουτσομπόλες όλες αντάμα, ραντεβού στην Βασ. Σοφίας. Δυο, τρεις τέσσερεις, φιλιούνται σταυρωτά, διαισθάνονται αμέσως αν η αύρα του φιλιού είναι θετική -και ναι της Τ είναι σταθερά αρνητική- χαριεντίζονται από κεκτημένη ταχύτητα, είναι σε φόρμα (Η Τ το ‘χει πάντα το προβληματάκι της, ποιος της φταίει που έχει να δει άντρα από τότε που βάφτισε τον γιό της;). Όλες μαζί. Κάτι σαν αδελφότητα ας πούμε. Αδελφότητα πολύπειρων, δυνατών, ευαίσθητων, χαρισματικών (middle aged) γυναικών. Αδελφότητα ανώριμων, ανασφαλών, εξαρτημένων, μαλακισμένων θηλυκών -αν και όχι τόσο, τώρα πια. Η ηλικία και τα «δώρα» της. Έχει και το middle age τα θετικά του… Δεν είναι πολύς καιρός που αυτή η «γυναικίλα» μου έφερνε ναυτία. Μου μύριζε γκρίνια, αγαμία, μπιρίμπα, μούχλα. (Εδώ).

Μπορεί να είναι αποδιοπομπαία οσμή.

Αν τεκνοποιήσεις με γυναίκα, μπορεί να κολλήσει το παιδί γυναικίλα και να βγεί με κέρατα και ουρά. (Μπουντουσουμού).

Τέλος μπορεί να σημάνει την γυναικεία ετεροκανονιστικότητα, ήτοι το γυναικείο αντίστοιχο της ματσίλας, που μπορεί να καταντήσει τουματσίλα και ως τέτοια να αποδοκιμαστεί από λοξούς, αχαρτογράφητους, χιπστέρια και άλλους περίεργους.

Άρα το pride είναι και για εμάς. Και πού ξέρεις μπορεί να ανακαλύψουμε και μια άλλη μας πλευρά που δεν τολμούσαμε. Σκατά στη γυναικίλα! (Ίντυ)

Γυναικίλα, απάντηση στο Μπραφ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μια βρωμερή -ίλα που μυρίζει κάπως όπως η βαρβατίλα, αλλά έχει κυρίως το χαρακτηριστικό ότι αυτός που την αποπνέει είναι κυρίως ετεροκανονιστικός/ σεξιστής/ μάτσο/ μπούλης/ νταής που μπουλίζει και τραμπουκίζει όσους δεν προσαρμόζονται στα ετεροκανονιστικά του πρότυπα για τη λεβεντιά.

  1. Ο βαγγέλης περιγράφεται ως γλυκό και ευαίσθητο παιδί. Ως παιδί που βασανίστηκε επειδή, κατά τα στοιχεία που διαρρέονται, απείχε από τα πρότυπα του λεβέντη άνδρα που είχαν κατά νου οι μικροί δήμιοί του. Αυτό το παιδί που ήταν τρυφερό, ευαίσθητο και φοβόταν μέχρι αυτοκτονίας -μάλλον- τους νταήδες, το έθαψαν χθες με μπαλωθιές. Βρήκαν ταιριαστό να του ταράξουν και τον θάνατο, όπως και τη ζωή, με αυτές τις εθιμοτυπικες ανδρικές λεβεντιές που βρωμάν «ετεροκανονικά κληρονομούμενη ματσίλα» (που λέει και ένας τοίχος στα νεάπολη). Στα πλάνα από την κηδεία του, την ώρα που ακούγονται οι πυροβολισμοί το συμπέρασμα είναι: τελικά τίποτα δεν κατάλαβε κανείς. (Από το Φέισμπουκ σχετικά με τον αδικοχαμένο Βαγγέλη Γιακουμάκη).

2. Ο Γιακουμάκης αυτοκτόνησε για να λυτρωθεί από την οπισθοδρομική ματσίλα της Κρήτης και τον αποχαιρετά το νησί με μαντινάδες και μπαλοθιές

3. Κράξε τη ματσίλα κι όχι τα τακούνια. Μια συζήτηση στο Περιστέρι για το σεξισμό και το χιπ χοπ. #Βράδυ Ιουλίου, σε μια ταράτσα στο Περιστέρι, με ένα κουτάκι μπύρας στο χέρι περιτριγυρισμένη από τα μέλη δύο αντίπαλων(;) κοινοτήτων (ΛΟΑΤ και χιπ χοπ). Άραγε αναμένεται σύρραξη; Πάνω από 100 άνθρωποι, mcs, ακροατές και ακροάτριες του χιπ χοπ, άτομα από την LGBTQ κοινότητα, αριστεροί και αριστερές, καθισμένοι σε σχηματισμό πετάλου ήρθαν για να συζητήσουν τα ανομολόγητα: στο στόχαστρο τα σεξιστικά …φάλτσα του χιπ χοπ.

4. Ο θύτης δρα μέσα σε ένα ολόκληρο κοινωνικό πλαίσιο που στηρίζει και αναπαράγει τα προνόμιά του. Η διάχυτη ματσίλα, τα στραβοκοιτάγματα όταν ένα ομόφυλο ζευγάρι φιλιέται δημόσια, τα σχολιάκια για το πώς επιλέγουμε να εκφραζόμαστε, να ντυνόμαστε, να μιλάμε και να κινούμαστε στο δημόσιο χώρο είναι μια πραγματικότητα που βρίθει από κανονιστικά πρότυπα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη που τη λέμε για να περιγράψουμε ότι κάτι είναι άνετο.

Φίλε το χόστελ ήταν και γαμώ... Και όχι και πολλά λεφτά δηλαδή... Και ανετίλα φάση... Με τους καναπέδες του, με τα έτσι του, καθαρό... Κομπλέ.

(Τα παραδείγματα είναι σε τελείως προφορικό λόγο...)

Σχετικά: άνετα, ανετιά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είδος επινοημένης ανθρωπίλας που σλανγκική ἀδείᾳ προσάπτεται σε αθρώπες του τΣΥΡΙΖΑ, στα έργα τους και τις ημέρες τους. Πέον να σημειωθεί χάριν κορεκτίλας ότι η συριζίλα εκφέρεται τόσον από δεξιόστροφους σλάνγκους:

- Μυρίζεις συριζίλα από μίλια. Μόνο ένας συριζαίος θα δικαιολογούσε τους ισλαμοφασίστες.... (εδώ)

...όδο κι από αριστερόστροφους μη Συριζαίους σλάνγκους:

- Η παρατήρηση κάποιων ότι ζούμε περίεργες ώρες δηλαδή πρέπει να μας οδηγεί στα μηδενιστικά σου σχόλια για τους αναρχικούς και άρα στην αγγαλιά της μόνης ελπίδας μας του συστημικού σύριζα ? Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις θεωρώ ότι τα σχόλια βρομάνε κυβενητική συριζίλα αλλά ακόμη και αν είναι η ιδέα μου είναι σίγουρα προβοκατόρικα (εκεί)

Άλλοι πάλι το τερματίζουν:

- Χωμενίδης: Ο ΣΥΡΙΖΑ μου θυμίζει αξύριστες μασχάλες και μυρωδιά μπύρας (παραπέρα)

...προς εύλογη αγανάκτηση των φίλων του ΣφΥΡΙΖΑ:

- Πάντως από τη χρήση λέξεων τύπου συριζίλα και κομουνισταριό προτιμότερη η ξύλινη γλώσσα (παραδίπλα)

Βλ. επίσης άλλες πολιτικίλες: αριστερίλα, κομμουνίλα, πασοκίλα, κλπ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified