Ετυμολογία <γκρούβα [groove]

Γκρούβαλος χαρακτηρίζεται ο άνθρωπος ο οποίος συχναζει σε παραλιες κάνοντας ελευθερο κάμπινγκ, διασκεδάζει στα πανηγυρια με επιτυχίες του '40 ενώ είναι γυρω στα 20, αράζει σε ποταμια, λαγκαδια, καταρράκτες και βαθρες. Φοράει πεδιλο, ορειβατικό ή και τίποτα ενώ παραλληλα έχει τσακωθεί με κάθε είδους σαπούνι. Αγαπημένα χομπι : Καπνιζει στριφτό,τρακαπόλο ή σταχτοπουτανίτσα. γκρουβαρει αργοσχολα σε όλη του τη ζωη.

Συνώνυμα: αναρχοαπλυτος, φασαίος, χαλαίος, χίππης, φεστιβαλιστής, ακτιβιστής του καναπέ, διακοπάκιας

-Καλά ε πηγα Ικαρία με την Ελένη και γνώρισα ένα πολυ ωραίο κομμάτι. -Για πεεες. -Τι να πω,πολυ γκρουβαλος για τα γουστα μου.

-Μωρό μου, θα με πας Σαμοθράκη να κάνουμε γυμνοί μπάνιο στις βάθρες και να ζουμε ξυπόλητοι στη φύση; -Τι με πέρασες μωρή; Για κάνα γκρούβαλο;

Got a better definition? Add it!

Published

Δηλαδή πολύ, πάρα πολύ!

Σλανγκ ειρωνική παραλλαγή του «όσο πατάει η γάτα», που σημαίνει λίγο.

- Δηλαδή τράκαρε πολύ το αυτοκίνητο;
- Έλα μωρέ 'ντάξει, να, όσο πατάει ο ελέφαντας!

Μέρμηγκα την γάμησες! (από Vrastaman, 27/01/09)(από Khan, 04/02/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χωροφύλακας. Ληστρική σλανγκιά της δεκαετίας του 1920 (νταξ, συν πλην), αγνώστου στον γράφοντα ετύμου. Λόγω όμως που ο τελευταίος αρέσκεται στη μαθηματική σκέψη, προτιμά να το σκέφτεται κάπως έτσι, αφού 5Χ5=25.

Πέραν των μαλακιών όμως, όποιος ξέρει τίποτις ετυμολογικώς σοβαρόν ας καταθέσει τον οβολόν του στα σχόλια εδώ από κάτου.

Οι ληστές κατεξευτέλιζαν τους νόμους, τα εκτελεστικά όργανα της πολιτείας, δηλαδή τους χωροφύλακες, αλλά και αυτό το ίδιο το κράτος. Γι αυτό και οι "εικοσιπενταράδες", ή "σακαράκες" ή "καραβανάδες" ή "σταυρωτήδες" ή "σπαθάδες" όπως αποκαλούσαν τους χωροφύλακες [...] βασάνιζαν για ψύλλου πήδημα τους χωρικούς και τους κτηνοτρόφους [...]

Οι χωροφύλακες δεν σταμάτησαν να πυροβολούν μέχρι που οι σφαίρες τους τελείωσαν, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα οι ληστές να διαφύγουν [...] Ύστερα από λίγο [...] οι άντρες του καταδιωκτικού αποσπάσματος άκουσαν κάποιον να τους φωνάζει: "Μπορεί, ωρέ εικοσιπενταράδες, να πάρετε τις κάπες και τα τσαρούχια μας αλλά τα κεφάλια μας δεν θα τα πάρετε ποτέ!"

Βασ. Τζανακάρης Οι λήσταρχοι. Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν. Εκδ. Μεταίχμιο 2015.

Got a better definition? Add it!

Published

Το πιτσιρίκι, το μικρό παιδί, αυτός που φέρεται σαν μικρό παιδί, το σκανταλιάρικο, το ναζιάρικο. Χαϊδευτική αλλά και ελαφρώς ειρωνική η χρήση της από μπαμπάδες, μαμάδες και λοιπούς συγγενείς...

Παρόλο το προφανές, δηλαδή σύντμηση του «πιτσιρίκου», μάλλον ο πιτσιρίκος γεννιέται από αυτή!

Picka στα σλαβικά είναι το αιδοίο (Putka στα Βουλγάρικα, piçkë στα Αλβανικά) και η πιο χαρακτηριστική ίσως βρισιά των Σέρβων αλλά και Σλαβομακεδόνων είναι το pičku materno ή pičku mater δηλαδή της μανούλας σου το μουνί (τι πρωτοτυπία θα μου πείτε)!

Άρα, το πίτσκο με μια γερή δόση Ελληνικής ιδιοφυΐας, είναι το μουνάκι -> το γέννημα της μήτρας / μητρός -> το τέκνο -> το παιδάκι!

Χρησιμοποιείται αρκετά συχνά μέχρι σήμερα, στην Μακεδονία κατά κόρον, όπου γενικά απαντώνται πολλές σλάβικες λέξεις στο καθημερινό λεξιλόγιο.

Συνιστάται επίσης εάν επισκεφτείτε τις γείτονες μας χώρες να περιορίσετε την χρήση της στα απολύτως βασικά για αποφυγή παρεξηγήσεων, και αυτή την φορά δεν θα είναι πολιτικές! Όπως και προσέχετε πως παραγγέλνετε πίτσα...

Ακούσια ασίστ: vikar

  1. Έλα δω βρε πίτσκο! Πού πας και κρύβεσαι βρε! Χάιντε μπρε, γρήγορα, το γάλα σου κρυώνει!

  2. – Είσαι ένα πίτσκο εσύ! Καλά πώς τον κατάφερες και θα πάτε διακοπές στην Αρχίδα;
    – Οχρίδα την λένε Μένια μου, Οχρίδα.

  3. – Όλα πήγαιναν καλά με την Ντραγκίτσα, αλλά κάποια στιγμή πάνω στο παιχνίδι στο μπαρ, όταν άρχισα να τις λέω πίτσκο μου και είσαι ένα πίτσκο εσύ, κλπ, με μπούφλισε και την έκανε...
    – Μήπως της είπες να πάτε και για καμιά πίτσα μετά;
    – Ναι, ναι, μάγος είσαι ;

Marino Marini "Guaglione" (από HODJAS, 05/03/12)

βλ. και πιτσιρής

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο πούτσος, εις την Κυπριακήν.

- Του Μάρκου η βίλλα γκαστρώνει και καμήλα!

(Επευφημίες Κυπρίων φιλάθλων, οπαδών του τενίστα Μάρκου Παγδατή)

Πάντσο Βίλλα   (από GATZMAN, 22/10/09)Η πάλαι ποτέ Ροζ Βίλα της Εκάλης (από Vrastaman, 22/10/09)

Βλέπε και πέος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αριστεράντζα (θηλ. - επιτ.) και αριστεράντζας (αρσ.).

Μειωτικά - υποτιμητικά ο αριστερός πάσης φύσεως. Αν θέλουμε να το κάνουμε πιο συγκεκριμένο, ο αριστερός που δεν κρατάει χαμηλούς τόνους, που διατυμπανίζει την ιδεολογία του με λόγους ή πράξεις, επιδεικτικά αντιπαρατιθέμενος σε φασίστες (πραγματικούς ή, συνήθως, κατά φαντασίαν) και λοιπούς πολιτικούς του αντιπάλους.

Η κατάληξη -άντζας είναι κατά βάση δηλωτική μεγέθους (βλ. ιταλ. -accio, π.χ. Μasaccio = ο μεγάλος Θωμάς). Δευτερευόντως δηλώνει και το τραχύ, το φοβεριστικό, το άσχημο, το αλλόκοτο (π.χ. Masaccio = ο μεγάλος το δέμας, βάναυσος και μουντρούκος Θωμάς).

  1. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΥΤΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑΝΤΖΑ ΣΑΝ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΟΥ
    (Bourdelle ακόμ')

  2. Ο Μανεσης του ALPHA ;
    Αλλη Αριστεραντζα ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΑ !!! :smt011 :smt011
    ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΟΣ και ΕΜΠΑΘΗΣ
    (εθνικο-σάη)

  3. ΒΡΕ ΟΥΣΤ ΑΠΟ ΕΔΩ ΑΡΙΣΤΕΡΑΝΤΖΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ...
    politiko kafeneio)

  4. MΑΘΕ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ ΣΩΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝ-ΑΡΧΙΔΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ.ΑΡΙΣΤΕΡΑΝΤΖΑ ΤΗΣ ΦΑΚΗΣ! (my blog wants to kill your mama)

  5. Αποστολος Παυλος:ΝΑ ΕΛΕΕΙΤΕ ΑΛΛΑ ΜΕ ΔΙΑΚΡΙΣΙΝ.Δεν ειπε ο Αποστολος:ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΜΑΛΑΚΕΣ!
    Γι’αυτο,ας αφησει ησυχο τον Χριστο η αριστεραντζακαι ΑΣ ΜΗΝ ΓΛΥΦΕΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΦΤΥΣΕΙ!ΚΑΙ ΦΤΥΝΕΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΩΣ!
    (Gatouleas)

  6. ΙΣΑ ΜΩΡΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑΝΤΖΑ ΤΡΩΤΕ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΞΕΡΩ ΓΩ ΚΑΙ ΣΟΥΞΟΥΜΟΥΞΟΥ ΜΑΝΤΑΛΑΚΙΑ
    (kapnistirio)

  7. Φυσει και θέσει απέναντι στον Μεγάλο σκηνοθέτη της προπαγάνδας της Αριστεράντζας
    (για Γαβρά με αφορμή το παρισινό επεισόδιο Πάγκαλου)

  8. Βρηκε οπως παντα αφορμη η αριστεραντζα να το παιξει ειρηνοποιος
    (omiroi.gr)

  9. ΚΑΝΑΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑΝΤΖΑ.....ΔΕΝ ΕΝΟΧΛΕΙ Ο ΑΔΩΝΙΣ....Ο ΟΜΗΡΟΣ Ο ΗΣΙΟΔΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΕΝΟΧΛΟΥΝ
    (σισύφεια σχόλια)

  10. Κλασσικος αριστεραντζας με δεξιες τσεπες...Αντε λοιπον αρχικοροιδα των 700 ευρω, διαδηλωστε μαζι του
    (varaderomania)

  11. διακρίνουμε ατόφια τα χαρακτηριστικά της δικής μας βλαχομπαρόκ αριστεράντζας
    (antinews)

  12. «Λαμπράκης» όντας πήρα μέρος στις πορείες ειρήνης, στο 114, θήτεψα στη μεγάλη σχολή της αριστεράντζας ... (Μανώλης Ρασούλης αυτοβιογραφούμενος)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πολυφορεμένη, λιτή, περιεκτική κι ίσως αποκλειστική της ελληνικής πιάτσας ατάκα που μετουσιώνει μια κάποια ανωτερότητα με πινελιές συμπάθειας ή/και ζοχάδας του αποστολέα προς τον παραλήπτη.

Ελέγχεται παρόλα αυτά το ενδεχόμενο να αναρωτιούνται αλλοδαποί "me you found" και να εννοούν ότι "υπάρχουν άλλοι, πιο πρόσφοροι να πας να πεις το ποίημα, πως κατέληξες σε εμένα". Αν όντως χρησιμοποιεί την εν λόγω ατάκα άλλος λαός, τότε οι πιθανότητες είναι να τους την μάθανε Έλληνες.

Φοριέται άνετα απέναντι σε χαβαλετζήδες, απατεωνίσκους, θρασείς τύπους, γενικότερα απέναντι σε όποιον "πάσχει από ένδεια επιχειρημάτων" αλλά δεν το αντιλαμβάνεται.

χαβαλετζήδες

Πλάτων: Γιώργο σε συζητάν δίχως "γιατί" και όχι άδικα.

Γιώργος: Αρχίσαμε..

Πλάτων: Δεν κάνω πλάκα, γκόμεναι συζητούν περί των προσόντων σου και ορκίζονται στις ανατομικές σου διαστάσεις.

Γιώργος: κόφτο ρε, δεν έχω όρεξη.

Ωτακουστής: Ισχύει, το έχω ακούσει κι εγώ.

Γιώργος: ρε ταγάρια, εμένα βρήκατε;

απατεωνίσκοι

Γιώργος: Ρολεξάκι ντεητόνα; έχω και πατέκ φιλίπ.

Πλάτων: Άσε μας ρε φίλε.

Γιώργος: Τρακόσα ευρώ λόγω ανάγκης.

Πλάτων: Γνήσιο;

Γιώργος: Ναι με πιστοποιητικό.. Εμένα βρήκες;

θρασείς απατεωνίσκοι χαβαλετζήδες, πάσχοντες από ένδεια επιχειρημάτων

Αρτέμης: έχω εικοσιεφτά δις χρέος στο Ελληνικό Δημόσιο

Πλάτων: Έλα! Για δεν κάνεις μια ρύθμιση;

Αρτέμης: Γιατί τους έχω δώσει εξακόσα δις να πληρώσουν τα χρέη της Ελλάδας και δεν τα δέχονται.

Πλάτων: Ανθέλληνες παιδί μου, εγκάθετοι κερατάδες που τους - να μην πω τι τους κάνει η γυναίκα τους. Έχουν πρόβλημα φύλου.

Αρτέμης: Εμένα βρήκες ρε;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η συγκριτική υπεροχή ενός ατόμου σε έναν τομέα ευρείας κατηγορίας, συνήθως με θετικό πρόσημο αλλά όχι απαραιτήτως.

-Θες να φάμε τώρα ή μετά το σινεμά;

-Πάμε τώρα μαλάκα, πεινάω πιο πολύ κι απ'τον Σκαρμούτσο!

-Ρε συ, ο Βαγγέλης είναι αυτός εκεί;

-Πω πω ναι μαλάκα, πώς είναι έτσι ο γαμιόλης· πιο άσχημος κι απ' τον Σκαρμούτσο!

Got a better definition? Add it!

Published

Από το τούρκικο yalama: σπυρί στα χείλη, ίσως ο έρπης.

Μεταφορικά, ο κακόγουστος στη συμπεριφορά ή την εμφάνιση.

  1. Όχι ρε πούστη μου, πάλι έβγαλα γιαλαμά κι έχω και ραντεβουδάκι...

  2. Υποτίθεται έχει βάλει τα καλά του και κοίτα τον είναι σα γιαλαμάς!

Για έναν γιαλαμά τον στρμωξαν στην ψειρού (από allivegp, 14/02/12)Ασημάκης Γιαλαμάς (από joe909, 14/02/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ερώτηση που χρησιμοποιείται σαν απάντηση (κι όμως) / δήλωση / κριτική σε συγκεκριμένη κατάσταση, κατά την οποία ο ερωτών επιθυμεί να αφυπνίσει, διεγείρει, συνεφέρει, ή, κατ’ άλλη εκδοχή, να γελοιοποιήσει, ξεφτιλίσει, ξεπουπουλιάσει, ξεμπροστιάσει, το υποκείμενο.

Διότι έρχεται μια στιγμή στη ζωή καθενός, που οι απλές χαρές της καθημερινότητας του φαίνονται αναποτελεσματικές, ανούσιες, ρηχές και ο ίδιος νοιώθει «Άχθος Αρούρης». Μια ανύποπτη στιγμή που η Πύλη μισανοίγει και κάτι δυσδιάκριτο, φασματικό, σχηματοποιείται. Τότε σαστίζει, κάθεται παράμερα και σιωπά. Η ψυχή του, επιλήσμων, πλημμυρίζει από τις απαντήσεις στα ερωτήματα που καιρό πριν εγείρονταν επιτακτικά και από αμηχανία έναντι της ανυπακοής, της απειθαρχίας, της ανομοιομορφίας, του ανένταχτου, του περιθωριακού, του οκταώρου, της τεκνοποιίας, των μπατζανάκηδων, των λογαριασμών κινητής τηλεφωνίας, κάλυψε, με φροντίδες ευτελείς, όσο και θορυβώδεις, ικανές να μεταμορφώσουν το ουσιώδες σε ιταμό, ανύπαρκτο, ικανές να το εξατμίσουν.

Όταν λοιπόν βιώνει τη συναισθηματική κατανόηση της κατάστασης αυτής, νοιώθει ανόητος. Γνωρίζει ότι είναι ανέγγυος ωστόσο εκρήγνυται, δεν επιλέγει, ακολουθεί το πεπρωμένο του.

Αν ο ερωτών είναι τσμπιστοσύνης, η συζήτα λαμβάνει τέλος με τους δύο ήρωες να στρέφουν το βλέμμα προς το εσώτερο εγώ ατενίζοντας σκεφτικοί, ο καθείς με τις Ερινύες του τα απομακρυσμένα φώτα των προαστίων...

Αν ο ερωτών είναι εκδοχή δύο και το υποκείμενο μουρόχαυλο, τότε μένει άφωνο (σαν να μένει Παλαιών Πατρών και Γερμανού γωνία).

Αν είναι γατόνι, τότε ανταπαντά πάραυτα:
- Γιατί δεν σ' έχει γαμήσει ποτέ χοντρός;, ψηλός , λεπτός, κοκκινοτρίχης, βρωμοποδαράς, κτλκτλ.

- Τι μου συμβαίνει, ρε Παυλάρα; Ζω με ορούς. Έχω χάσει δέκα κιλά σ’ ένα μήνα. Κοιμάμαι μία ώρα την ημέρα. Προς τι τόση όχληση και φασαρία; Τι κάνω τόσο καιρό; Τι έχω καταφέρει; Νοιώθω ότι απομακρύνομαι από τον εαυτό μου. Ότι σε λίγο θα εξαφανιστώ. Τι σκοπούς έχω; Τι ήρθα να κάνω σ’ αυτόν τον κόσμο; Το έκανα; Το ήθελα; Σα να υπάρχω από σύμπτωση. Γιατί νοιώθω τόσο νέος ενώ βλέπω την ημερομηνία λήξης να πλησιάζει όλο και πιο κοντά; Γιατί δεν μπορώ να βάλω τάξη; Το χάος είναι εγγενές κομμάτι του εαυτού μου; Κι αν είναι γιατί το βλέπω και ζαλίζομαι; Γιατί μου λείπει η αίσθηση ταυτότητας; Μήπως να πέσω στο χάος μου σαν σταγόνα στο ποτάμι; Τι κρύβεται μέσα στο χάος, ξέρεις;
- Ρε συ, Ιππόλυτε, γαμείς καθόλου;

(από Khan, 07/11/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified