Το ψώνιο στον υπερθετικό βαθμό.

- Κάνε Like στη νέα profile photo που έβγαλα στο club.
- Άντε και γαμήσου ρε ψωνάρα που θες και Like.

Got a better definition? Add it!

Published

Ο αστυνομικός, ο μπάτσος, με την κατάληξη -μαν. Λέγεται και μπάτσμαν.

  1. Χα χα.. Φαντασου το.. Να με τσακωσουν ενω τις κοβω.. Θα ρωτησει ο μπατσερμαν, τι κανεις εκει ρε!! Κ θα πω: ενυσχητη θειο!!! Θα τον πεθανω!! (Εδώ).

  2. Ερχομαι κουτελο μ ενα πραπρίλια πήγαδο
    με κοιταει ο μπατσερμαν μου λεει ΚΑΛΑ ΠΟΥ ΠΑΣ;
    ΕΓΩ ΠΟΥ ΠΑΩ; ΕΣΥ ΠΟΥ ΠΑΣ! ΠΕΡΑΣΕΣ ΜΕ ΚΟΚΚΙΝΟ μου λεει
    ΓΙΑΤΙ ΕΣΥ ΜΕ ΤΙ ΠΕΡΑΣΕΣ, ΜΕ ΣΩΜΟΝ; ΚΑΙ ΚΟΒΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗ ΛΟΥΡΙΔΑ ΚΙ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ ΓΙΑΤΙ; ΣΕ ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ ΕΙΣΑΙ; ΟΤΙ ΝΑ ΝΑΙ ΕΤΣΙ;
    ΑΕ ΡΕ ο ενας
    ΑΕ ΡΕ ο αλλος
    φυγαμε.
    Απο τοτε με κοιταει οποτε κουτελωσουμε αλλα δε μου μιλαει, κοιταει απ την αλλη. Ειναι καλο να κανεις γνωριμιες τετοιες, χρειαζονται. Ετσι και με παρει ποτε απο πισω την εχω στημενη. Παλιο καλο κολπο για να μαθαινετε. Γκαζιδι του κερατα και καπακι καρφωμα τα φρενα. Ετσι ειχα ριξει εναν με 750 με ΧΤ350. Δε σε ειδα φιλαρακι, μετα καταλαβα οτι ελεγες εμενα και φρεναρα, τι να κανω; (Εδώ).

  3. Οι μπάτσερμαν θυμίζουν άλλες εποχές. (Εδώ).

ρηχάινεν μπήτεν (από MXΣ, 07/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published

«Μου βγαίνει η Παναγία», εντελώς συνώνυμο του «μου βγαίνει η πίστη», παραπλήσιο με το «μου βγαίνει το λάδι» (υπεν. της βάφτισης) και σχετικό με το «μου βγαίνει η ψυχή»: Κουράζομαι, ταλαιπωρούμαι, βασανίζομαι, τυραννιέμαι, τραβάω πίκρα, μέχρι σημείου αγανάκτησης.

Η βαθιά ριζωμένη πίστη του Χριστιανού Ορθόδοξου δεν βγαίνει εύκολα, όπως συχνά ακούσαμε στο σχολείο κυρίως στη γιορτή της 25ης Μαρτίου πριν τα ποιματάκια. Εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε να πεθάνω, δεν προσκυνώ τον Αλλάχ. Άμα όμως πέσω σε μετακόμιση και κουβαλήσω όλη την οικοσκευή της γκόμενάς μου ή του κολλητού εντός τετραώρου πάνω κάτω πέντε ορόφους, ε, το ξανασκέφτομαι και παίζει και να αλλαξοπιστήσω, να μου βγει η Παναγία από κει βαθιά που την έχω στην καρδιά μου. Φαντάσου δηλαδή ταλαιπώρια.

Για πιο έντονο χρώμα η Παναγία μπορεί να μου βγει και ανάποδα.

Μηλιώκας: Γιατρέ δεν είμαι καλά, [...] νιώθω να πηγαίνω στο διάολο, νιώθω να μου βγαίνει η Παναγία, με κόλλησε η γκόμενα κέρατα την κόλλησα κι εγώ φιλοσοφία.

Doc: Λοιπόν για ακόμα μία φορά με πήρε τηλέφωνο ο ξαδερφός μου και μου λέει βρήκα ένα υπολογιστή..(κάθε φορά που ακούω κάτι τέτοιο μου βγαίνει η παναγία)

Μαρίλια: Και άντε μετά να ηρεμήσεις την εξαγριωμένη, απολυμένη αδερφή η οποία ωρυόταν: “ρε, αυτές εκεί πληρώνονται!!! Εμένα μου βγαίνει η Παναγία ανάποδα, κάνω ό,τι μπορώ στη δουλειά μου, έχω χιλιοσπουδάσει και… δες με τώρα!”

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

στειλιάρι, στυλιάρι

  1. Το κοντάρι, ξύλινο μέρος του σκερπανιού βασικού εργαλείου των οικοδόμων μαστόρων κτλ.
  2. Ξύλινο κοντάρι από άλλα εργαλεία γενικότερα (τσάπες, γκασμάδες κτλ.)
  3. Παρομοίωση του πέους με το ξύλινο κοντάρι, το δυνατό, χοντρό και ντούρο πέος.

- Παναγία μου τι στειλιάρι είναι τούτο;;;
- Όλο για σένα καύλα μου!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(κινηματογραφική αργκό)

Η διαδικασία εύρεσης κατάλληλων τοποθεσιών για γύρισμα, είτε εξωτερικό (χωράφια, βουνά, λαγκάδια, αστικά τοπία), είτε εσωτερικό (σπίτια, λοιπά κτίρια). Ιδανικά, η τοποθεσία πρέπει:

  • να ανταποκρίνεται σε ό,τι ζητάει το σενάριο
  • να ταιριάζει αισθητικά με ό,τι ζητάει ο σκηνοθέτης, ο σκηνογράφος, ο διευθυντής φωτογραφίας
  • να βολεύει από πρακτική άποψη (παροχή ρεύματος, φυσικός και τεχνητός φωτισμός, να μπορούν να περαστούν καλώδια, να χωράει ο μπούμαν με το ματσούκι του κλπ)
  • να είναι εφικτό το πηγαινέλα και το κουβάλημα μέχρι εκεί, και να μπορεί να νοικιαστεί ο χώρος (ή απλώς να καβατζωθεί χωρίς να μας πάρουν χαμπάρι)

Θεωρητικά, το ρεπεράζ είναι ξέχωρη αρμοδιότητα, και το κλείσιμο του χώρου (συνεννόηση με τους ιδιοκτήτες ή/και τις αρχές) το αναλαμβάνει ο location manager (άλλο φρούτο αυτός). Στην πράξη, και τα δύο γίνονται συχνά απ' το ίδιο άτομο, ενώ άλλοτε το ρεπεράζ το κάνει κατευθείαν ο σκηνοθέτης ή ο σκηνογράφος.

Εκ του γαλλικού repérage, που σημαίνει εντοπισμός. Στα εγγλέζικα, ο αντίστοιχος όρος είναι location scouting. Δείτε και εδώ.

- Τι έγινε, ρε Μπάμπη, και φυσάς και ξεφυσάς;
- Άσε με, είμαι να σκάσω. Είχαμε χτες γύρισμα για το «Παλαμάρι του Βαρκάρη Νο 14», κι αυτή η βλαμμένη του ρεπεράζ μάς κουβάλησε σε μια παράγκα στη μέση του πουθενά, ένας θεός ξέρει πού τη βρήκε, για εσωτερικό στο καλύβι του βαρκάρη κιέτσ'. Και μας βγήκε η Παναγία.
- Γιατί, ρε;
- Ήταν δύο επί τρία, οι κάμερες δε χωράγανε καλά-καλά, οι ανάφτρες έμειναν απ' έξω, τα φώτα ήταν αδύνατο να στηθούν σωστά, κι έπιασε και βροχή κι άρχισε να στάζει το ταβάνι! Η ηλίθια νόμιζε ότι κάνει ρεπεράζ για Αγγελόπουλο, κι έψαχνε κάτι «γραφικό και αυθεντικό», κατάλαβες; Ρε κοπελιάαα! Τσόντα γυρίζουμε, γαμώ το φελέκι μου! Να χωράμε θέμε, να κάνουμε τη δουλειά μας!
(φανταστική ιστορία)

- Άκου, φίλος, γαμάτο σκηνικό που μας είπε η Σάντη! Έκανε ρεπεράζ για μια σειρά, και έπρεπε να βρει μια παραλία. Παίρνει τ' αμάξι, λοιπόν, αρχίζει την ψακτική, και είναι σ' ένα δρόμο που βλέπει θάλασσα από ψηλά. Κοζάρει κάτω μια εντελώς ερημική παραλία, παρκάρει και το σκέφτεται: μου κάνει, δε μου κάνει; Κι εκείνη τη στιγμή, σκάει ένα αμάξι απ' το πουθενά, βγαίνει ένας τύπος, κοιτάει δεξιά, κοιτάει αριστερά, ΔΕΝ κοιτάει πάνω βέβαια, οπότε θεωρεί ότι κανείς δεν τον βλέπει. Πού να 'ξερε. Και γδύνεται τσιτσίδι, παίρνει φόρα, βουτάει κι αρχίζει να κολυμπάει ζωηρά, τραγουδώντας μ' όλη τη δύναμη της φωνής του [στη μελωδία του «La donna è mobile»]: «Ό-λα στον πούτσο μου! Ό-λα στον πούτσο μου!»
- Χαχα, τελέρε! Σκέψου τι ένταση έβγαζε ο τύπος!
(αληθινή ιστορία)

"The life of a movie location scout" (από Pirate Jenny, 06/04/12)La donna è mobile (από Pirate Jenny, 06/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ή και στυλιαροκαταπότης. Εκείνη/-ος που καταπίνει το στυλιάρι (πέος). Τίτλος που τον αποδίδουμε σε λάτρεις του deepthroating, γυναίκες ή ομοφυλόφιλους με ιδιαίτερη έφεση στο να καταπίνουν με σχετική ευκολία το αντρικό μόριο.

Μαλάκα μου το πήρε κάτω όλο για πλάκα! Μου το εξαφάνισε! Τι στυλιαροκαταπότρα είν' αυτή;

(από gaidouragathos, 05/04/12)My one desire, my only wish is to be eaten... (από Mr. Cadmus, 05/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στην μουσικοτεχνική σλανγκ, πεταλάδες αποκαλούνται οι οργανοπαίκτες (κυρίως κιθαρομπασίστες, αν και όχι μόνο ετούτοι) που χρησιμοποιούν πετάλια ή πεταλιέρες (μεμονωμένα πετάλια εφέ τύπου distortion, fuzz, wah, delay κ.α. ή συγκεντρωμένα σε ένα μηχάνημα) με σκοπό να διαμορφώσουν τον ήχο τους διαφορετικά απ' ότι θα ήταν εάν επέλεγαν να παίξουν καρφί. Η πρακτική αυτή συναντάται και σε γκρουποφάσεις, αλλά και σε πιο μοναχικές μουσικές εξερευνήσεις, σε πάρα πολλά είδη μουσικής -με εξαίρεση, ίσως, τα μουσικά ιδιώματα όπου το καρφί είναι άποψη.

Οπωσδήποτε ο ήχος του κάθε οργανοπαίκτη είναι πολύ σημαντικό πράγμα, είτε παίζει μόνος κι άμπαντος, είτε παίζει σε γκρουπ ή ακολουθεί επαγγελματική καριέρα. Τα πετάλια είναι εργαλεία και η χρήση τους μπορεί να βοηθήσει κάποιον στο να δώσει ένα πιο προσωπικό στίγμα, ενώ μπορούν εξίσου να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης, εκτελεστικά ή και συνθετικά ακόμη. Όμως, πολλοί πεταλάδες από κάποιο σημείο και μετά ενδέχεται να αναπτύξουν το λεγόμενο GAS (Gear Aquisition Syndrome), οι ασθενείς του οποίου διακατέχονται από μία ξέφρενη μανία να αγοράζουν συνεχώς εξοπλισμό (ασχέτως τύπου) και να αναβαθμίζουν το rig τους. Επίσης, υπάρχει και η αντίθετη περίπτωση (καθόλου σπάνια, ειδικά σε πιο μικρές ηλικίες): ο οργανοπαίκτης μπορεί να έχει ένα σετ από μπλιμπλίκια που να περιλαμβάνει της Παναγιάς τα μάτια, και να επιλέγει πολύ συγκεκριμένους προκάτ ήχους, ή να μην παίζει τίποτα παραπάνω από πολύ βασικά, έως και παιδικά πράγματα στο όργανό του. Με λίγη θέληση όμως από την πλευρά του, καθώς και με εξωτερική βοήθεια, τα πάντα διορθώνονται -αν όχι επιτόπου, τότε σίγουρα με τον καιρό και την συσσώρευση εμπειρίας. Η πραγματικά δημιουργική χρήση των πεταλιών κάθε τύπου (καθώς και οποιουδήποτε μουσικού εξοπλισμού) θέλει ψάξιμο, και δεν πετυχαίνεται ποτέ με την καλημέρα.

Μία άλλη περίπτωση πεταλάδων είναι οι κατασκευαστές τέτοιων πεταλιών, είτε ως ονομαστές εταιρείες εξοπλισμού, είτε ως μοναχικοί, μερακλήδες και καραψαγμένοι τεχνίτες (που βαράνε όμως τις κατασκευές τους στο Θεό).

Μία εναλλακτική εκδοχή της λέξης είναι πεταλάκηδες.

Παραγγελιά στην ερημιά, στη μοναξιά και στον καημό μου από τον Δεινόσαυρο.

  1. υπάρχουν άπειρες κόπιες αυτού του πεταλιού, σχεδόν όλοι οι «πεταλάδες» φτιάχνουν από μια δική τους έκδοση! Είναι πολύ απλή κατασκευή και πάρα πολύ καλό πετάλι, εγώ έχω κάνει ένα από τις οδηγείς που δίνει αυτό το site και το έχω σχεδόν πάντα ανοιχτό. Αν πιάνουν τα χέρια σου με το κολλητήρι δοκίμασε το (Από εδώ)

  2. Α! Δοκίμασα κ την κιθάρα κ όλα τα πετάλια. Η κιθάρα δεν είχε πρόβλημα, ενώ τα πετάλια που έβγαζαν αυτόν τον θόρυβο ήταν το overdrive κ ο κομπρέσσορας όταν δεν τοποθετούσα το noise reduction. (πάντως τόσοι πεταλάδες κυκλοφορούν, κανέναν δεν τον ενοχλεί αυτός ο θόρυβος ή μόνο εγώ είμαι ο γκαντέμης της παρέας, που μου έτυχε το πρόβλημα αυτό, τελικά;) (Από εδώ)

  3. Σαφώς καιι μια πεταλιέρα ή ένα midi controller θα είναι πιο βολικό σε ακραίες αλλαγές σε ήχους, αν συνηθίσεις όμως μπορείς να έχεις την ίδια ευελιξία και με πετάλια :). Μπορούν να σου το επιβεβαιώσουν ένα σωρό πεταλάκηδες αυτό (Από εδώ)

(από Mr. Cadmus, 05/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαλαρός. Αστρίμωχτος, δεν πιέζεται από πουθενά. Ζει με μεγάλα περιθώρια, χωράει εκεί που οι άλλοι ζορίζονται. Γενικώς δεν αγχώνεται για το πόσο τον παίρνει, γιατί έχει αβάντα για πολλά ανοίγματα, χαλαρουίτα. Δεν ανησυχεί γιατί δε χρειάζεται, ζει ξέγνοιαστος χωρίς προβλήματα, τα 'χει όλα για πλάκα κι άκοπα, άπλα. Στην τελική στ' αρχίδια του γενικώς, γιατί ξέρει ότι ο κόσμος είναι δικός του, λέμε τώρα. Είναι κουλ και έτσι κουλαριστός κινείται αβίαστα. Είναι λαρτζ, είναι γαμάουα, είναι χομπίστας. (Π1)

Άνετη μπορεί να είναι μια νίκη, μία επικράτηση, ένα οτιδήποτε μπορεί να συμβεί με χαλαρότητα (άνετα) ή με στρίμωγμα (ζόρικα). (Π2)

Ο καθένας θέλει να είναι άνετος, σο αρκετοί προσπαθούν να το παίξουν, χωρίς να πείθουν πάντα. (Π3)

Ο άνετος χαρακτηρίζεται προφ από ανετιά ή και ανετίλα, όπως το δει κανείς.

Π1 - Εδώ: Έκλεψε και είναι ελεύθερος και άνετος. Δεν μπόρεσαν να τον συλλάβουν γιατί πέρασε το αυτόφωρο αν και εξιχνιάστηκαν, ύστερα από εκτεταμένες έρευνες της Ομάδας Δημόσιας Ασφάλειας του Τμήματος Ασφάλειας Δράμας δεκατέσσερις (14) περιπτώσεις διακεκριμένων κλοπών, για τις οποίες σχηματίσθηκε δικογραφία σε βάρος 44χρονου.

Π2 - Εδώ: Μία αγωνιστική πριν από τη λήξη του α' γύρου και η ΑΕΚ εξασφάλισε την πρωτιά με την άνετη νίκη της επί των Μακεδόνων Αξιού με 3-0 σετ (25-13, 25-14, 25-13)

Π3 - Εδώ: Γιώργος Νταλάρας: Το παίζει άνετος στις δηλώσεις του για τα γιαούρτια και τ' αβγά: Ήρεμος και απτόητος εμφανίζεται ο Γιώργος Νταλάρας μετά τις πρόσφατες αποδοκιμασίες σε συναυλίες του στη Νίκαια και στο Ίλιον.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο αρχιδοσίλογος.

Τελευταία προσάπτεται στο σύνολο των μνημονιακών πολιτικών που οδήγησαν στην (και στήριξαν την) κυβέρνηση Παπαδήμιου, θεωρώντας ότι οι τροϊκανοί είναι οι μόνοι φίλοι μας την διαβολεμένη περίοδο που διανύουμε.

Εκ του Στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου: το μπουμπούκι που την 21η Απριλίου 1941 υπέγραψε την παράδοση της Ελλάδας στα γερμανικά στρατεύματα κατοχής και στην συνέχεια διορίστηκε πρωθυπουργός μέχρι το 1942, όταν τον διαδέχτηκε ο Ιωάννης Ράλλης (πατέγας του «δεν θέλω ου»).

Αγγλιστί, quisling.

- Η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου εκμηδένισε κυριολεκτικά την δυνατότητα επιβίωσης μου...Δεν βρίσκω άλλη λύση από ένα αξιοπρεπές τέλος πριν αρχίσω να ψάχνω στα σκουπίδια για την διατροφή μου...
(σημείωμα αυτοκτονίας αναξιοπαθούντος συνταξιούχου στο Σύνταγμα, 4/4/12)

- Παπαδήμος = Τσολάκογλου!
(Μανώλjης Γλέζος)

- Που μας οδηγεί ο Γιωργάκης Τσολάκογλου Παπανδρέου. Τα περιθώρια της αντοχής και της υπομονής του Ελληνικού λαού έχουν αρχίσει να εξαντλούνται.
(εδώ)

- Τέλος εποχής για τον Αντώνη Σαμαρά μιας που πριν λίγο τελείωσε η επιτροπή δεοντολογίας όπου και διέγραψε και από το κόμμα τους 21 πατριώτες βουλευτές που είπαν ΟΧΙ στην παράδοση της χώρας στους Γερμανούς. Πλέον ο Τσολάκογλου έβαλε ταφόπλακα στα όνειρα του μιας που δεν πρόκειται να γίνει ποτέ πρωθυπουργός. (παραπέρα)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα καλιαρντά σημαίνει το λεκανοπέδιο της Αττικής, ήτοι την πόλη των Αθηνών, ως ένα πανελλήνιο καθίκι που σχηματίζεται από τα όρη Υμηττό, Πεντέλη, Πάρνηθα και Αιγάλεω ως τοιχώματα του καθικιού. Το Γραικοκάθικο λειτουργεί ως χωνευτήρι όλων των Ελλήνων που καταφτάνουν ένεκα η αστυφιλία και, αφού χωνευτούν, συσσωρεύονται ως κόπρανα. Ο όρος μπορεί να θίξει και το πολεοδομικό μπάχαλο της άναρχης δόμησης, αλλά και αξιολογικώς το ότι στο Κλίνεξ άστυ μαζεύονται εκμεταλλευτές-καθιζήματα που απομυζούν την υπόλοιπη Ελλάδα.

Η λέξη υπάρχει στα Καλιαρντά (1971) του Ηλία Πετρόπουλου. Σημαντική χρήση της γίνεται από τον Χάρρυ Κλυνν στο νούμερο «Ένας πούστης να μιλήσει», όπου αποτυπώνεται και η χαρακτηριστική κριτική του Χάρρυ Κλυνν για τους χαμουτζήδες και για την αθηνεζοποίηση των λοιπών Ελλήνων.

Σας αβέλω λατσαβαλέ, αβρακιάζομαι η γκουργκουτσελού, γιατί δικέλω όλες τις ζουγκλολουμπίνες, τις λούγκρες, τους γκραν τζαζμπερτερομπουρούς και θεόμπαρα που γκουρτσαλιάζουν θρονιασμένοι παραντίκ στο Γραικοκάθικο.

Σας χαιρετώ!
Γίνομαι έξω φρενών η πουτανιάρα, γιατί βλέπω όλους τους αγριόπουστες (λουμπίνες της ζούγκλας), τις λούγκρες, τους μεγάλους εθνικούς ευεργέτες και τους θεόχοντρους που θρονιασμένοι γκουρτσαλιάζουν (;) εδώ παραδίπλα στην Αθήνα.

(από Khan, 05/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified