Όταν το ζάρι στο τάβλι στέκεται περίεργα χωρίς να είναι ξεκάθαρη η ζαριά και αναγκαζόμαστε να ξαναρίξουμε...

Όχι ρε φίλε, κοίτα πώς στάθηκε το ζάρι... κόγκολος! Ξαναρίξε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παρατσούκλι που δόθηκε από τον ελληνικό λαό στους εν υπηρεσία περιπολούντες γερμανούς στρατιώτες της Κομμαντατούρ (δλδ του κατά τόπους Φρουραρχείου / Διοικητηρίου) στη διάρκεια της Κατοχής. Το προσωνύμιο προέκυψε από το μεσαιωνικής προέλευσης μεταλλικό διακριτικό (ringkragen), του οποίου το σχήμα θύμιζε αλογίσιο πέταλο και το οποίο έφεραν τα εν λόγω κτήνη στο στήθος (βλ. σχετικά και Η. Πετρόπουλου Η τραγιάσκα, εκδ. Πατάκη).

Εδώ πληροφορούμαστε ότι υπήρξαν και ελληνικής κατασκευής και προελεύσεως πεταλάδες, εποχιακοί βοηθοί σερίφη στο Φαρ Ουέστ ένα πράμα (Ψέματα! Αυτά τα ένδοξα χώματα δεν έχουν βγάλει ούτε Εφιάλτες, ούτε γραικύλους, ούτε νενέκους, ούτε Ράλληδες).

Υπήρχαν διαφόρων ειδών πέταλα, αναλόγως της μονάδας / υπηρεσίας στην οποία ανήκε το πεταλωμένο γομάρι. Εννοείται ότι τους πεταλάδες της Feldgendarmerie (δλδ της Στρατονομίας) τους αντιμετώπιζαν με φόβο, μίσος και απέχθεια και οι ίδιοι οι γερμανοί στρατιώτες, γεγονός που δεν βλέπω γιατί θα έπρεπε να μας αφορά.

  1. Μεσημεράκι λοιπόν, μπαίνω μέσα [...] Στο βάθος είναι αραγμένος ένας «πεταλάς» [...] μού την είχε στημένη [...] Με πιάνει, που λες απ' το σβέρκο με το 'να χέρι [...] ήταν ένα τέρας, κοντά δυό μέτρα, με χερούκλα σα φουρνόφκιαρο [...] και μ' αμολάει στην παγωμένη θάλασσα [...] μόλις φτάνω στη σκάλα και βγαίνω, με ξαναπετάει μέσα.

(Χρ. Μίσσιος ...Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, εκδ. Γράμματα).

  1. [...] κρίμα για την αργεντινή αλλά η ιταλία θα τους περιποιηθεί τους πεταλάδες γαμώ τα Ες Ες [...]

(Από ιντερνετικό ποδοσφαιρικό φόρουμ).

  1. Το πυροβολικό και οι βαρείς όλμοι των Ρώσων έβαλλαν ήδη κατά του διαδρόμου απογείωσης. Καθώς ο Behr έτρεχε προς το Heinkel III, το οποίο φορτωνόταν με τραυματίες, η Feldgendarmerie, οπλισμένη με αυτόματα, χρειάστηκε να συγκρατήσει εκατοντάδες στρατιώτες που άρχισαν επίσης να τρέχουν, ή ακόμα και να σέρνονται, προς το αεροσκάφος.

(Antony Beevor Στάλινγκραντ, εκδ. Γκοβόστη).

(Νταξναούμ, αυτό το τελευταίο δεν είναι και απολύτως σχετικό, αλλά το έβαλα μόνο και μόνο επειδή βρήκα πολύ ωραία την εικόνα της Βέρμαχτ με τα βρακιά χεσμένα. Το γράφο γιά να το εφχαριστηθό, που έλεγε κι ο Μποστ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η πραγματοποίηση ερωτικής συνεύρεσης χωρίς τη χρήση προφυλακτικού. Δηλαδή, όπως παλιά.

- Πώς πήγε χθες ρε;
- Καλά, έδωσα μια πέτσα. Της ξηγήθηκα παλαϊικά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σχολική καζούρα σε κάποιον. Το θύμα το πιάναν 5-6 αγόρια, το σήκωναν στον αέρα και του ανοίγαν τα πόδια. Μετά τον οδηγούσαν σε έναν στύλο (πχ. στην μπασκέτα) με σκοπό να χτυπήσουν τ' αρχίδια του.

- Να κάνουμε κολωνάτο πάλι στον Τάκη σήμερα;
- Ναι, πες το και στους άλλους και πάμε να τον βουτήξουμε. Θα τον πάμε στο στύλο του βόλλεϋ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο τοκογλύφος, ο εισοδηματίας με την κακή έννοια, ο άνθρωπος που δεν χρειάζεται να μοχθήσει για να βγάλει τα προς το ζειν, αυτός που ζει από τον τοκισμό ή το κέρδος της περιουσίας ή των επενδύσεών του, κυρίως εις βάρος τρίτων.

Έχει επικρατήσει η αρνητικότητα στον όρο αυτό, ίσως γιατί έχουμε φλομώσει από δαύτους στο Ελλαδιστάν, ίσως γιατί έχει χρησιμοποιηθεί από τον Ανδρέα Παπανδρέου στο διάσημο «ραντιέρηδες της οικονομίας» για να καταδείξει όσους χρηματίζουν εις βάρος του Ελληνικού λαού.

Ετυμολογία: ραντιέρης < γαλλική rentier, δικαιούχος ράντας

Ράντα -θηλυκό:
- (στα πλοία) αντένα τοποθετημένη στο κάτω μέρος του άλμπουρου, περίπου κάθετα σ' αυτό (κατάρτι)
- (λογοτεχνικό) είδος κούνιας για ανάπαυση
- τακτικό χρηματικό ποσό που αποφέρει μια επένδυση
- περιοδική καταβολή ποσού
- εισόδημα από χρεώγραφα
(από εδώ)

Ακόμη, ευρέθησαν στο νέτι:

Ραντιέρης: ο ενασχολούμενος με ευκαιριακές χρηματιστικές εργασίες. Ο κατά τον θυμόσοφο Ελληνικό λαό: «τοκιστής και σουλατσαδόρος» (εδώ)

Ραντιέρης: ιδιώτης τοκογλύφος που πριν από την εφεύρεση των εμπορικών τραπεζών δάνειζε τους αγρότες στην Ελληνική ύπαιθρο με όρους αντίστοιχους των 21 Τραπεζών (εδώ)

  1. Γνωστος και ως ραντιερης - οποιος ζει απο ( και για ) τους τοκους...
    (εδώ)

  2. Όταν μεγαλώσω θα γίνω... ραντιέρης (εδώ)

  3. Βαθύ κράτος ραντιέρης
    (εδώ)

  4. Η Εξουσία των Ραντιέρηδων
    (εδώ)

  5. Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες, καιροσκόποι
    (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δυο παρόμοιες λέξεις, που χρησιμοποιούνται κυρίως με δύο συναφείς σημασίες:

  1. Ο αποχαυνωμένος, ο απαθής, που δεν έχει όρεξη να συμμετάσχει στα γεγονότα, αλλά τα παρακολουθεί από την τιβί, καθισμένος στον καναπέ του. Έχει κυρίως πολιτική σημασία, δηλαδή πρόκειται για τον μικροαστούλη, που δεν εξεγείρεται με καμία Παναγία. Ακόμα κι αν θίγονται τα ίδια του τα ζωτικά συμφέροντα, πολύ απλά δεν έχει μάθει να αντιδρά. Μπορεί να είναι και καβατζόπουστας, μπορεί να είναι και βολεψάκιας, αλλά μπορεί απλά η πολιτική δράση να είναι εκτός των δυνατοτήτων-δεξιοτήτων που έχει οικειωθεί.

Επίσης, χρησιμοποιείται για αυτόν που δεν αθλείται, αλλά ζει υπερβολικά καθιστική ζωή. Για τον φίλαθλο που δεν πάει στο γήπεδο. Και για αυτόν που δεν κινητοποιείται για να βοηθήσει συνάνθρωπο, που δεν κουνάει το μικρό του δαχτυλάκι για οποιοδήποτε λόγο. Πρόκειται για έναν σταρχιδιστή φιλόσοφο, που ακολουθεί την ρήση του καναπαρμενίδου «ταὐτὸν ἐστὶ καναπεδονοεῖν καὶ καναπεδεῖναι» και διακρατεί μια σκέψη απάθειας ταυτιζόμενη με την απόλυτη και αδιάρρηκτη συμπάγεια της ένωσης του σώματός του με την απόλυτη ακινησία του καναπέως.

  1. Στην αθλοσλάνγκ, είναι ο οπαδός ομάδας που έχει αποκλειστεί, οπότε ακόμη κι αν δεν είναι καναπεδάκιας με την πρώτη σημασία, γίνεται ακουσίως τοιούτος, αφού δεν μπορεί να πάει στο γήπεδο μετά τον αποκλεισμό, και παρακολουθεί την υπόλοιπη διοργάνωση επί του καναπέος. Τσούζει, ιδίως, αν μια προαιώνια αντίπαλη ομάδα, λέγε με Ολυμπιακό-Παναθηναϊκό συνεχίζει στην διοργάνωση. Εξ ου και χρησιμοποιείται για να λοιδορήσει ακριβώς οπαδό αντίπαλης αποκλεισμένης ομάδας. Το κρίσιμο και εδώ είναι το πακέτο καναπές-τηλεόραση.

Ενδιαφέρουσα η (ορθώς) πορτοκαλί ετυμολογική ανάλυση εδώ: < καναπές < γαλλικό canapé < μεσαιωνικό γαλλικό conopé < λατινικό conopeum, conopium < αρχαίο ελληνικό κωνωπεῖον. Όπου κωνωπεῖον ήταν κάτι σαν κουνουπιέρα, ένα ύφασμα που εμπόδιζε τα κουνούπια, με το οποίο σκέπαζαν το ανάκλιντρο (αυτό το πέρασμα της σημασίας από το επικαλύπτον ύφασμα στο καλυπτόμενο έπιπλο μου θυμίζει και τον επιτάφιο).

Τέλος, μια μικρή παρατήρηση: η λέξη καναπεδάτος δηλώνει περισσότερο μια προσωρινή ιδιότητα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατηγορηματικός προσδιορισμός ή επιρρηματικό κατηγορούμενο του τρόπου, σε φράσεις όπως λ.χ. «καναπεδάτος θα δει το Φάιναλ Φορ ο οπαδός της τάδε ομάδας», ενώ το καναπεδάκιας μια μόνιμη ιδιότητα και μπορεί να χρησιμεύσει περισσότερο ως επιθετικός προσδιορισμός ή κατηγορούμενο, λ.χ. «τελικά, είσαι μεγάλος καναπεδάκιας». Βεβαίως, τα δύο αλληλεπικαλύπτονται, οπότε η σημασιολογική διαφορά είναι πολύ μικρή.

  1. α. Νεοέλληνας ο καναπεδάτος, ο βολεμένος και τακτοποιημένος δεν πρόκειται να χαλάσει τη «ζαχαρένια» του για 400 ή 500 ψωρο-ευρώ το μήνα. Έχει εξασφαλίσει πολλά περισσότερα, καιρό πριν, από τότε που ξέφυγε από τα δίχτυα της ιδιώτευσης και αρπάχτηκε στο κρουαζιερόπλοιο του δημοσίου
    «Το θέμα είναι να τρουπώσεις. Τρούπωσες; Τότε όλα είναι καλά και δε σε νοιάζει τίποτε»...
    Ποιοι είμαστε τελικά οι νεοέλληνες; Η Ελληνική κοινωνία, στην πλειοψηφία της, μερικές δεκαετίες τώρα (ο κάθε ένας με τον τρόπο του), έζησε μέσα σε ένα όνειρο καλοπέρασης, σπατάλης, ωχαδελφισμού, ατομικισμού και πολιτιστικής αποχαύνωσης. (Εδώ).

β. Καναπεδάτος και δεύτερος!
Τα παραμύθια και η προπαγάνδα πάνε περίπατο, αφού παντού - δεν υπάρχει πλέον κάτι άλλο - οι πράσινοι από τους καναπέδες τους βλέπουν την πλάτη του Θρύλου. (Εδώ).

γ. Καναπεδάτος Γολγοθάς. Εδώ).

  1. Ο καναπεδάκιας Έλληνας. Ο καλοπερασάκιας Έλληνας λούφαξε. Ναααα, του πάει. Από τον καναπέ κάνει αντίσταση και απεργεί. Σήμερα, πόσοι δεν πήγαν στη δουλειά τους εξ αιτίας της απεργίας; Κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι. Τι έκαναν όλοι αυτοί; Έβλεπαν τηλεόραση στη ζεστασιά του σπιτιού τους!
    Αυτό το είδε η Μέρκελ, ο Τόμσεν, το Δ.Ν.Τ. και ολόκληρη η Ευρώπη.
    Κότες, οι Έλληνες, θα είπαν σίγουρα. Γι’ αυτό, ας βγάλουμε τώρα το κωλοδάχτυλο και ας τους χώσουμε το αγγούρι.
    Βοήθειά μας..............« (Εδώ).

β. ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΚΑΤΕΒΕΙ ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΔΩΤΗΣ ΚΑΙ ΚΑΝΑΠΕΔΆΚΙΑΣ. (Εδώ).

γ. Σε αυτό το παιχνίδι και ο κάθε ξεχασμένος ΠΑΟΚτσής και ο κάθε καναπεδάκιας θα πάρει το εγγόνι του να κατέβει τι με λες τώρα! (70.000 ΠΑΟΚΤΣΗΔΕΣ στο ΟΑΚΑ).

(από Khan, 30/03/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ψαράδικη σλανγκ για τον μεγάλο, πλέον του κιλού σαργό (sargus apiastus tiganosubitus για να εξηγούμεθα).

Πρόκειται για ψαρούκλα και όχι ψάρακα που κατάφερε με τύχη και πείρα να φτάσει σε προχωρημένη ηλικία και μεγάλο μέγεθος, αφού πολλών ψαράδων οίδε τρίαινας και καύλαν έγνω. Εξ ου και η ονομασία παππούς ή φαφούτης, εφόσον από πολλούς τέτοιους λείπουν κάποια δόντια (αλλιώς τι σόι παππούληδες θα ήταν ;). Παρά την ηλικία τους όμως, από γεύση τα σπάνε. Γι' αυτό και ένας ευμεγέθης παππούς αποτελεί μία από τις αγαπημένες φαντασιώσεις και αστραφτερό αντικείμενο του πόθου κάθε υποβρύχιου τυφεκιοφόρου.

(Αααχ, ας μην επεκταθώ επί προσωπικού....)

...υπάρχει μιά κινητικότητα από μέτριους σαργούς. Κατάδυση γιά απόπειρα καρτεριού μπας και περάσει ο παππούς. Εδώ, ευθεία μπροστά στα δέκα μέτρα, κάτω από την πλάκα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ξυλίκι, το βρωμόξυλο, το street fighting αγγλιστί.

Άμα μαζευτούμε θα φάνε ένα ξυλέτο που δεν ξανάφαγαν ποτέ!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο κοινός καράφλας με επιρροές από τα διάσημα πατατάκια Ruffles! (Ομοίως βλ. και ράφλερ.)

Κοιτάχτε έναν ράφλα που κάνει και Windsurfing!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οφθαλμοφανώς θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι ακριβώς το ίδιο με τον καριόλη. Δεν είναι όμως! Ο καριόλας είναι κάτι ανάμεσα σε καριόλη και καριόλα. Είναι ο ομοφυλόφιλος καριόλης άντρας με θηλυκή συμπεριφορά / εμφάνιση.

Κάποιος τηλεθεατής κάποτε σε παλαιότερη εκπομπή του Ευαγγελόπουλου / Εθνικού Σταρ αποκάλεσε έτσι έναν θηλυπρεπέστατο ομοφυλόφιλο καλεσμένο (βλ. σχετικό μήδι).

- Κοίτα φάτσα ο καριόλας!

(από Remedios Varo, 03/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified