Further tags

Glory hope, αποδιδόμενο μεταξύ άλλων ως τρύπα της χαράς, είναι τρύπα που είναι ανοιγμένη στις μεσοτοιχίες δημοσίων αποχωρητηρίων ή άλλων χώρων, λ.χ. δωματιάκια σε τσοντάδικα ή παρτουζάδικα ή χώρους με BDSM σαδομαζοχιστικά παίγνια ή άλλα γαμαζιά με σκοπό να έρθουν σε σεξουαλική επαφή οι χρήστες / ένοικοί τους, κυρίως για στοματικό σεξ, οπότε μιλάμε για τσιμπουκότρυπα, αλλά όχι μόνο. Προσφέρει το πλεονέκτημα της ανωνυμίας για κρυφές που τους τρώει ο σκόρος, αλλά βοηθά και όσους συμπολίτες μας δεν έχουν καλή εμφάνιση σε φάση θα γυρίσει ο τροχός, θα γαμήσει κι ο χοντρός. Glory hope είναι η αρκετά φιλόδοξη αλλά όχι εντελώς παράλογη ελπίδα (hope στα αγγλικά) ότι πίσω από την τρύπα της χαράς θα βρίσκεται ο πρίγκιπας ή πριγκίπισσα ή drag king ή drag queen των παραμυθιών και των φαντασιώσεών μας.

Η glory hope πεθαίνει πάντα τελευταία.

Got a better definition? Add it!

Published

Εισχώρηση του πέους στο λαρύγγι της γκόμενας (ή του γκόμενου για τις απανταχού λουγκρητίες). Συνώνυμο της βαθυλαρυγγωτής πίπας.

Σε αντίθεση με την πίπα, όταν λέω κάνω λαρυγγοσκόπηση εννοώ ότι έχω τον ενεργητικό ρόλο (δηλαδή μου τον ρουφάνε).

Άσε φίλε, η Στέλλα τρελό μωρό... Της έκανα και μια λαρυγγοσκόπηση προχτές, τα είδα όλα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πολύ πριν το φραπέ γίνει σάγκα του σάιτ, το καπουτσίνο ήταν το στάνταρ υπονοούμενο για τον πέοντα. Όπως και οι μοναχοί Καπουτσίνοι, που οι καημένοι δεν μπορούσαν να φανταστούν τι σλανγκομοίρα τους περίμενε στην Ελλάδα.

Στην μετά φραπέ εποχή, ευλόγως ο καφές καπουτσίνο γίνεται φραπουτσίνο, για να δηλώσει το φραπέ με την γνωστή σύσταση, που προκαλεί αηδία σε πολλές Σλανγκοφοριάζουσες και τις κάνει να μην θέλουν να πιουν/ παραγγείλουν ούτε τον κανονικό καπουτσίνο. Παρομοίως έχουμε τα:

- Φραπουτσίνο φρέντο: Το φραπουτσίνο που σερβίρει παγομούνα.
- Φραπουτσίνο κάλντο: Το φραπουτσίνο με την καλή έννοια από καυτή φραπαιδοιάρα.
- Εσπρέσο: Το αγχωμένο φραπέ από φραπεδιάρα που επιδιώκει μεγιστοποίηση κέρδους με ξεπέτα.
- Εσπρέσο Φρέντο: Ό,τι χειρότερο! Βιαστικό ΚΑΙ από παγομούνα! Μακριά!
- Μοκατσίνο: Φραπουτσίνο από Αφροξυλάνθη, δηλ. Αφρογενή κορασίδα.
- Πουτσοτσίνο: Το γνωστό. Επίσης από τα ονόματα των κοριτσιών, βλ. λήμμα ντεκαφεϊνέ. Λ.χ. Λιλιαντσίνο, Μαρινοτσίνο κ.ο.κ.

Χύνω, χύνω με φραπουτσίνο!

(Τραγούδι τελειωμένου φραπεοκράτορα).

(από Khan, 20/02/14)(από Khan, 25/10/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο όρος παρομοιάζει τον τρόπο μετακίνησης των καγκουρώ (με συνεχή πηδήματα) με τον τρόπο δράσης μιας γκόμενας. Ειδικότερα η ερμηνεία της έκφρασης είναι πολλαπλή και εδώ παρουσιάζονται οι τρεις πιο γνωστές:

1ον
Η γκόμενα παρουσιάζει μια παθολογική κατάσταση κατά την οποία αρνείται κατηγορηματικά να περπατήσει ή να τρέξει και προτιμά να χοροπηδά από τον ένα προορισμό στον άλλο.

2ον Η γκόμενα έχει το χαρακτηριστικό, κατά την διάρκεια του σεξ να θέλει να βρίσκεται συνεχώς από πάνω και επιπλέον δεν σταματά να χοροπηδά πάνω στο πέος του αρσενικού ωσάν καγκουρώ.

3ον Είναι η γκόμενα που έχει την τάση να πηδιέται με όποιον και όσους βρει, καθώς απολαμβάνει την πράξη αυτή καθαυτή όσο και τα καγκουρώ. Με την ερμηνεία αυτή η λέξη βρίσκεται συνώνυμη των πεογλείφτρα, χυσαποθήκη, πουτσορουφήχτρα και άλλων γλαφυρών εκφράσεων.

1
-Είδα μια γκόμενα σήμερα που δεν σταματούσε να πηδάει από το ένα σημείο στο άλλο.
-Πρέπει να ήταν καγκουροπηδηχτιάρικο γκομενάκι.

2 -Έχω βρει ένα καγκουροπηδηχτιάρικο γκομενάκι και ο πούτσος μου έχει γίνει μωβ.
-Δεν φτάνει που γαμάς, παραπονιέσαι κιόλας, κλαψομούνη.

3 -Καλά, η Μαρία κάνει το καλύτερο σεξ.
-Ισχύει.
-Πού το ξέρεις εσύ μωρή μουχρίτσα;
-Όλοι το ξέρουν, αφού είναι καγκουροπηδηχτιάρικο γκομενάκι (ακολουθούν οι γνωστές κλωτσοπατινάδες που συνεπάγονται τέτοιες προσβολές στην κοπέλα κάποιου).

Καγκουροπηδηχτιάρικο έτοιμο να χοροπηδήσει σε άλλο προορισμό. (από Khan, 17/03/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το μπουρδελοξενοδοχείο. Συχνά θα ονομάζεται με κάποιο αρχαίο ελληνικό ή αιγυπτιακό όνομα, όπως «Όσιρις», «Τουταγχαμών», «Καλυψώ», «Άλκηστις», «Άρτεμις», «Κλεοπάτρα» κ.ά., το δε οικοδόμημα θα είναι είτε ετοιμόρροπο νεοκλασικό, είτε σε στυλ πολυκατοικίας ανατολικού μπλοκ.

— Τελικά τι έκανες με τη Μίνα;
— Την πήγα σε γαμοτέλ και περάσαμε αξέχαστα!

Να ένα γαμοτέλ τύπου "μπλοκ" (από Αλάριχος Τεκέλογλου, 20/05/10)

Δες και γαμο-.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το κυκλικό σημείο γύρω από την θηλή της γυναίκας.

- Ωραία γκόμενα, αλλά είχε μεγάλο γυροβιζιόν και της χαλούσε το στήθος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κείνο που μας τρώει, κείνο που μας σώζει.

  1. Calypso lit dans un mou nid au bord de l'eau.
  2. Chamonix
  3. mea colpa
  4. άβυσσος το μουνί της γυναίκας!
  5. αγαθομούνα
  6. αγαρμπομούνα
  7. αιδοίο το οδοντοφόρο - δαγκανόμουνο - vagina dentata
  8. αιδοιόκυνος
  9. Αιδοίον πέλαγος
  10. αιδοιοφόρο
  11. αιδοιοφόρος ορίζοντας
  12. ακατάσχετη μουνορραγία
  13. άλλο Τουπαμάρος κι άλλο το μουνί της Μάρως
  14. Αμοκάτσι ... Αμουνίκε ... Ρουφάι
  15. ανάγκη πού'χει η Μάρω, πού 'ν' το μουνί της μαύρο
  16. αναμουνή
  17. αναρχομούνι
  18. αντρικό μουνί
  19. άπατα
  20. Από τον κώλο στο μουνί, δυό δάχτυλα και κάτι τι.
  21. από φωνή... μουνάρα!
  22. αραχνομούνα
  23. αρχιμύδεια
  24. αρχοντομούνα
  25. αχλαδομουνοπατσαβούρα
  26. βρακί αυτοκινήτου - εσώρουχο με τρύπα
  27. βρήκαμε μουνί, το θέλουμε και ξυρισμένο
  28. βρωμομούνα
  29. γαμώ το μουνί που σε πέταγε
  30. γαμώ το μουνί της Εύας
  31. γαμώ το μουνί της Καλιρρόης
  32. γαμώ το μουνί της οικογένειάς του!
  33. γατάκι
  34. γκαστρωμένο μου μουνί, του πούτσου μου μεζές
  35. γκόμενα με αρχίδια
  36. γλειφομούνι
  37. γλωσσίδι
  38. δαγκωτό
  39. εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί ξυρίζεται
  40. εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται
  41. έλα μουνί στον τόπο σου
  42. εμού του αιδοίου
  43. επική μουνάρα
  44. έχει να δεί μουνί από βάφτιση
  45. έχει πήξει το μουνί μας
  46. έχει πιξελιάσει το μουνί μας!
  47. ζαχαρομούνα
  48. Η λάρα, η νάρα και το καυτό συναπάντημα
  49. η ωραία μέρα του μήνα
  50. θεομουνία
  51. θεόμουνο
  52. θρυλική μουνάρα
  53. καβλομούνα
  54. και οι παντρεμένες έχουν μουνί
  55. κάλπη
  56. καμένο ντουί
  57. καμηλό
  58. κι άμα γεράσει το μουνί, η τρύπα δεν εφράζει, μα της ψωλής τα γηρατειά είναι πικρό μαράζι
  59. κλαμμένο μουνί
  60. κλαψομούνα
  61. κουτί
  62. λεβεντομούνα
  63. λιβαδομούνι, φυλάω
  64. μαδομούνι
  65. μαλλιαρομούνα
  66. Μανάρα
  67. μαυρομούνα
  68. με υπομονή κι επιμονή, ο κώλος γίνεται μουνί
  69. μύδι
  70. μι εις τη νιοστή
  71. μινέτο
  72. -μούνα, -γκόμενα
  73. μουνάθροιση
  74. μουνάκιας
  75. μουνάντερο
  76. μουνάρα
  77. μουναρδέλι
  78. μουνάρχιδο
  79. μουνάτο
  80. μουνί απ' τα Καλάβρυτα
  81. μουνί καλλιγραφία
  82. μουνί καπέλο
  83. μουνί κλαμένο
  84. μουνί με ρύζι
  85. μουνί της λάσπης και του αγρού
  86. μουνί τραγιάσκα
  87. μουνί τσοκολάτα
  88. μουνιδάκι
  89. μουνίκακας
  90. μουνίλα
  91. Μουνιόθ
  92. Μουνιόθ Καπέλο
  93. μουνιού, του
  94. μουνισμός
  95. Μουνίτις, Πέδρο
  96. μουνίτσα
  97. μουνοβατερλώ
  98. μουνόγαλα
  99. μουνοείλωτας
  100. μουνόλυσσα
  101. μουνομάχος
  102. μουνοπλαγιά
  103. μουνοπλακέτα
  104. μουνοπλημμύρα
  105. μούνος
  106. μουνόσκυλο
  107. μουνότριχα
  108. μουνοτρύπανο
  109. μουνούχω / ευνουχομούνα / μύδουσα
  110. μουνόχειλο
  111. μούνστορμ
  112. μουνώνας
  113. μουτζό
  114. μούτι
  115. μπαγαποντοξούρα
  116. μπαγαποντοπλαστική
  117. μπαργομούνα
  118. μπερδεψομουνιά
  119. μπικίνι
  120. μπουζουκομούνι
  121. μπροστομούνα
  122. μύδι
  123. νάρα
  124. νιμού
  125. ξανθό μουνί, τρελό γαμήσι
  126. ξεκωλόμουνο
  127. ξεμουνιάζω
  128. ξινομούνα
  129. ξινομουνίαση
  130. ο κώλος είναι το μουνί του μέλλοντος
  131. οδοντογλειφίδα
  132. παλιομούνι
  133. παρακαλετό μουνί, ξινό γαμήσι
  134. πες μου πότε έχεις περίοδο, να 'ρθω να μεταλάβω
  135. πηγαδομούνα
  136. πηγάδω
  137. πήρε άδεια το μουνί να παίξει πασαβιόλα
  138. πιάνω αράχνες
  139. πινελάκι
  140. πινέλο
  141. πλακομούνα
  142. πλακομούνι
  143. πολλά μουνιά τριγύρω μας, στον πούτσο μας κανένα
  144. πουνάνι
  145. πουτόπιστος
  146. πουτσοπαγίδα
  147. πούττος
  148. πυξλαμούν
  149. ραδίκι σγουρό
  150. σάντομουνιτς
  151. σεισμομούνα
  152. σίστος / σσιήστοςσισυφομούνα
  153. σκαντζόχοιρος
  154. σκεφτόμουνα
  155. σπαθί
  156. στο μουνί μου το ιδιότροπο
  157. στρειδομούνα
  158. τεστ ντράιβ
  159. την έγλειφα και άπλυτη
  160. της έδωσα το μουνί στο φουαγιέ
  161. της θειάς σου το μπουγαδοκόφινο
  162. τι να πει κανείς για το μουνί της αλληνής;
  163. το μουνί και το πριόνι, όποιος δεν τα ξέρει ιδρώνει
  164. το μουνί και το χταπόδι όσο το χτυπάς απλώνει
  165. το μούνι πηγάδι, της έκανα
  166. το μουνί σέρνει καράβι
  167. το μουνί στο πιάτο
  168. το μουνί της Χάιδως
  169. το μουνί το δίφορο, παίρνει τον κατήφορο.
  170. το μουνί το λένε βιόλα και τον πούτσο πασαβιόλα
  171. το μουνί το λένε Γιώτα και τον πούτσο Παναγιώτα
  172. του μουνιού το πανηγύρι
  173. Τουβλομούνα
  174. τούνελ
  175. τρε μουνι
  176. τριφασικό μουνί
  177. τρύπα
  178. βγάζω το φίδι από την τρύπα
  179. τρώω το μύδι με το τσόφλι
  180. φαρμακομούνα
  181. φλίτσι-φλίτσι
  182. χαζομούνα
  183. χαυνομούνης
  184. χοάνη
  185. χωρίστρα
  186. ψωλότσεπη
  187. ωδείο

Λέξεις για τους όρχεις και τα αντρικά γεννητικά όργανα συνολικά: αρχίδια, ζουβάχια, καλαμπαλίκια, καμπανέλια, καρύδες, κοκόβια, κοχόνια, κρεμαντζόλια, λιμπά, λυμπά, μπομπόλια, οικογένεια, παπάρια, τζοχανταραίοι. Ειδικά για συνώνυμα του πέους δες πέος.

Λέξεις για τα γυναικεία γεννητικά όργανα: γατάκι, κουτί, μουνί, μουτζό, μύδι, νιμού, πιπί, πουτί, πράμα, τρύπα, ψωλότσεπη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο όρος προκύπτει με παράφραση της γνωστής παροιμίας: Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται, που εκφράζει πως η πραγματική ικανότητα εκδηλώνεται στο χειρισμό των δύσκολων καταστάσεων.

Μπορεί κάποιος κατά το ατομικό σεξ να αποδεικνύεται ως καλός κωπηλάτης και καλός καπετάνιος αφού πιάνει τον στόχο του (αποτέλεσμα σύμφωνο προς τις βαράγκιες προδιαγραφές). Μπορεί επίσης κάποιος, σε ένα γήπεδο δυο εραστών να φαίνεται, πως ελέγχει το παιχνίδι, συνεισφέροντας τα μάλα στην επίτευξη της κοινής σεξουαλικής απόλαυσης. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση παρτούζας;

Εδώ οι μανατζερίστικες απαιτήσεις για τον ρόλο του καπετάνιου μεγαλώνουν. Ως καπετάν παρτούζας, οργανώνει μετά από διασπερματευτικές διαδικασίες το πλήθος, στο παρτούζαπρότζεκτ, ώστε να μην διακυβευτούν τα θέλω κάποιου κατά την επερχόμενη παρτούζα και ξεσπάσουν φουρτούνες. Γι' αυτό συμφωνείται και καλά ένα άτυπο σενάριο δράσεων και ένα άτυπο συμβόλαιο μεταξύ των διαφόρων ούζερς για να μην έχουμε λούζερς κατά το συλλογικό έργο του χτίσιμου της γέφυρας του ποταμού Γαμάει. Λέμε τώρα!

Αργότερα, κατά τη διάρκεια του αγώνα, λειτουργεί ως παίκτης που προφυλάσσει τον εαυτό του από αθέμιτες διαδικασίες, αλλά κι ως συντονιστής της διαδικασίας (π.χ: προσέχει τα νώτα του από την επέμβαση κάποιου παλιάς κοπής θεού Ποσειδώνα που μπαγαπόντικα, πάει με την τρίαινά του, εκτός κοντράτου, να προκαλέσει φουρτούνα, κάνοντας σουρωτήρι τον κώλο κάποιου, ενώ, σαν Δίας πάλι, κατακεραυνώνει τον παραβάτη που τόλμησε να σπάσει την ομερτά). Στο γήπεδο, θες η συγκυρία, θες και κάποια ανομολόγητα «θέλω» κάποιων, θες και κάποια παλιά τεφτέρια κι η πατατιά ...γίνεται. Γι' αυτό ο καλός ο καπετάνιος στην παρτούζα φαίνεται.

Η δημοκρατική ευαισθησία δεν έχει περιθώρια δράσης. Όπως οφείλει να λειτουργεί σε οποιοδήποτε κοινωνικό σύνολο, έτσι πρέπει να λειτουργεί και εντός ενός πλήθους παρτουζιάρηδων. Κι ένας καπετάνιος ενός τέτοιου συνόλου οφείλει και καλά, σαν πρόεδρος της δημοκρατίας του συγκεκριμένου συνόλου, να τηρεί τα συμφωνημένα πρωκτόκολλα.

- Γαμώ το Δία μου!
- Τον συνταξιοδοτημένο θεό;
- Όχι ρε. Τον ξερόλα που έλεγε πως έχει λάβει μέρος στις... παρτούζες και πως έχει τις... οργανωτικές ικανότητες. Πίπες! Λειτουργούσαμε ασυντόνιστα. Βρε να τους λέω: Να οργανωθούμε βρε παιδιά. Να οργανωθούμε. Ανάφτε το φως επιτέλους. Έχω φάει πέντε και δεν έχω ρίξει κανένα. Άσε... της πουτάνας γινόταν. Στο τέλος τσακωθήκαμε.
- Εμ, ο καλός ο καπετάνιος στην παρτούζα φαίνεται φίλε μου.

καπετανάκι , το (από ο αυτοκτονημενος, 21/03/09)Καπετάν Γκουσγκούνης (από GATZMAN, 19/10/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το μουνύσταξες είναι κατά βάσιν μια περιπαικτική απάντηση σε κάποιον νυσταγμένο.

Μπορεί να είναι εντελώς αθώο όταν απευθύνεται από άντρα σε άντρα, μια ακόμα κρυάδα απ' αυτές που λένε τα κολλητήρια μεταξύ τους.

Από γυναίκα σε γυναίκα δεν έχει παρατηρηθεί.

Από άντρα σε γυναίκα όμως η ερμηνεία του θέλει προσοχή γιατί τα πράγματα περιπλέκονται λίγο λόγω του πρώτου συνθετικού μουνί και του δευτέρου «έσταξες» που παραπέμπει ευθέως στην ερωτική διέγερση.

Έχει διαπιστωθεί ότι πολλές φορές ο χρήστης της λέξης δεν χιουμορίζει απλά και άδολα αλλά έχει κακό στο νου του. Προσπαθεί να διώξει τον Μορφέα που του γυροφέρνει τη γκόμενα και υποσυνείδητα να της βάλει ιδέες για σεξουαλικές πράξεις.

Πολυετείς έρευνες στο πανεπιστήμιο του Μασατσούτσες απέδειξαν ότι αυτό το κόλπο δεν πιάνει ποτέ.

  1. - Μάγκες δε τη παλεύω άλλο, θα κοιμηθώ πάνω μου. - Τι έπαθες κοκόνα μου, μουνύσταξες κιόλας μετά από ένα γερμανικό;

  2. - Μπάμπη δε λέω, γαμάτη η βιντεοκασσέτα που έφερες με τη ζωή και το έργο του Νίκου Αλέφαντου αλλά εγώ θα την πέσω. - Μουνύσταξες ε; οκ να κ εγώ το κλείνω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Αυτός που διάγει βίο παρόμοιο με του Kώστα Καραμανλή. Ως γνωστόν, ο πρωθυπουργός μας είναι διάσημος για το πώς αυτός και η σύζυγός του ζούνε σεμνά και ταπεινά. Και ο Γιώργος Αυτιάς επιμένει ότι η σωστή έκφραση είναι «ασκητικά». Λ.χ. ενώ οι περισσότεροι υπουργοί του προκαλούν με τον χλιδαίο βίο τους εν μέσω οικονομικής κρίσης, ο πρωθυπουργός εξακολουθεί να βρίσκεται κοντά στον λαό, περνώντας το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του βλέποντας DVD απ' το βιντεάδικο της γειτονιάς, και τρώγοντας στον Μπαϊρακτάρη και σε ταβέρνες της Ραφήνας. Ο «ασκητικός» είναι επομένως ο Έλληνας που περιορίζεται στις ταπεινές απολαύσεις της ζωής, τα σουβλάκια, τα κοκορέτσια, τα κοντοσούβλια, τις μπριζόλες κ.ο.κ.

  2. Ο φανατικός οπαδός του σεξολόγου Θάνου Ασκητή. Αυτός που παίρνει σε Ντι-Βι-Ντι τις ομιλίες του γνωστού σεξολόγου για το πώς να βελτιώσουμε την σεξουαλική μας ζωή και κάνει φιλότιμες προσπάθειες να τις εφαρμόσει μπας και δει χαρά στα σκέλια του. Χαρακτηρίζεται από μια ψυχαναγκαστική συμπεριφορά στο σεξ, να πετύχει οπωσδήποτε έναν καλό οργασμό για να μην πάνε στράφι οι συμβουλές που αποστήθισε από τον δάσκαλο- ίνδαλμά του, καθώς και από μπόλικο ακαδημαϊσμό στην προσέγγιση του σεξ. Η ασκητική γυναίκα είναι ένας τύπος Γιαλόμας επί το σεξουαλικότερον, που σε πρήζει με θεωρίες, αλλά ευτυχώς σχετιζόμενες με την μεγιστοποίηση της σεξουαλικής απόλαυσης.

  1. Γιώργος: - Πάμε απόψε για σούσι στο Κολωνάκι;
    Μένιος: - πλάκα με κάνεις; Νομίζεις ότι έχω λεφτά για σούσι με τέτοια κρίση; Όχι φίλε μου! Σεμνά και ταπεινά, απόψε! Τι σεμνά, λέω; Ασκητικά! Θα πάμε στου Μπαϊρακτάρη για σουβλάκια και κοκορέτσια...

  2. Γιώργος: - Και πώς πάει το σεξ με την Καυλάουρα;
    Μένιος: - Πώς να πάει; Είναι πολύ ασκητικό κορίτσι!
    Γ.: - Και δεν της φαινόταν...
    Μ.: - Ναι, κάθε μέρα μ' έχει με τα Ντι-Βι-Ντι του Ασκητή, Μένιο κάνε αυτό και Μένιο κάνε εκείνο, Μένιο ο Ασκητής είπε να κάνουμε αυτό. Χθες όλη τη νύχτα παιδευόμασταν να εκτελέσουμε την στάση νο 74 από το νέο βιβλίο του Ασκητή...
    Γ.: - Και σας έχει βοηθήσει ο Ασκητής στην σεξουαλική ζωή σας;
    Μ.: - Ποιος τον γαμάει αυτόνα; Εμένα μόνο για Λίλιαν μού 'κανε κούκου. Με την Λάουρα δεν... Πολύ απλά, δεν...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified