Selected tags

Further tags

Το slangically correct λόγιο ισοδύναμο της μαλακίας. Η «παλινδρόμηση» είναι μεσαιωνική λέξη (η αντίστοιχη αρχαία είναι «παλινδρομία») που σημαίνει την κίνηση εναλλάξ προς τα εμπρός και τα πίσω, όπως λ.χ. όταν φτιάχνουμε φραπέ. Είναι, λοιπόν, ευνόητος ο λόγος για τον οποίο η εν λόγω λέξη προσφέρεται για μια εντέχνως λόγια απόδοση του «μαλακία», είτε για λόγους σαβουάρ-βίβρ, είτε για εμπειρίκεια αρχαιοκαυλία, είτε απλά για χαβαλέ. Το πλήρες είναι «ενδοπαλαμική (πεο)παλινδρόμηση». Υπάρχει και ομώνυμο μουσικό συγκρότημα. Παραλλαγή είναι η έμπους παλινδρόμηση.

(Από διήγημα με επιδράσεις Εμπειρίκου):
Και τότε εισήλθε η κορασίς και τον παλινδρόμησε, ατενίζοντας υποδορίως προς τα έτερα ανάκλιντρα.

Ενδοπαλαμικοί παλινδρομιστές εν δράσει! (από Hank, 03/02/09)Το ένα περιστροφικές, το άλλο παλινδρομικές (από Hank, 03/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published

  1. Προκύπτει εκ των λέξεων Πρωθυπουργός και πρωκτός και σημαίνει τον πρωθυπουργό του πρωκτού. Τον ανίκανο πρωθυπουργό. Δύσκολο το επάγγελμά του πάντως. Τι να πει κανείς; Για την παραπάνω περίπτωση, βλ. παράδειγμα 1.

  2. Θα μπορούσε επίσης να αποτελεί σύνθετη λέξη εκ των λέξεων υπουργός και πρωκτός και να υποδηλώνει τον υπουργό του πρωκτού. Τον ανίκανο υπουργό δηλαδή. Για την παραπάνω περίπτωση, βλ. παράδειγμα 2.

Θα μπορούσαμε ίσως να επινοήσουμε ως μέτρο ανικανότητας σχετικά με τις περιπτώσεις που συζητήθηκαν παραπάνω, τους όρους: δίχουφτος, τρίχουφτος, ... κλπ. Μεγαλύτερη ανικανότητα αντιστοιχεί σε μεγαλύτερο χουφτάριθμο.

Οι αναφερόμενοι πρωκτυπουργοί, έρχονται και καλά για να σώσουν τον τόπο από τις λαμογιές των προκατόχων τους, επιδίδονται σε χειρότερες, προκαλούν το δημόσιο αίσθημα,παίρνουν τον πούλο, κάνουν απολογισμό των ατοπημάτων τους (πού ήταν το τρωτό σημείο μας και μας πιάσανε ρε λεβέντες;), επαναδιεκδικούν ως Μαυρογιαλούροι την ψήφο του λαού και ως επερχόμενοι Σωτήρες από τις μαλακίες των νυν κυβερνώντων, ξεγελώντας το λαό (γιατί απλά ή καριόλα η ελπίδα ως άλλος μαθουσάλας πεθαίνει τελευταία), επανέρχονται ως γριές πουτάνες για να συνεχίσουν το έργο τους που από αποσταθεροποιητικούς κύκλους και δόλια συμφέροντα αιφνιδίως διεκόπη (όπως λένε). Ε κι όταν αρχίσουν ξανά τις μαλακίες, οι ευθύνες πάνε στους προηγούμενους και στις δυσμενείς συγκυρίες.

Σημείωση: Ο όρος αποκτά έμφαση, όταν αναφερόμαστε σε πρωθυπουργό ή υπουργό που ανήκει ή που υποθέτουμε πως ανήκει στο τρίτο φύλο. Γι' αυτό το θέμα βλ. παράδειγμα 3.

  1. Ο Μένιος βλέπει στο χαζοκούτι, τον πρωθυπουργό να κάνει δηλώσεις.
    Λάουρα: Ρε μαλάκα Μένιο αν σου αρέσουν τα πρωκτικά, σταμάτα να βλέπεις τον πρωκτυπουργό και έλα να μου ξηγήσεις το όνειρο στην πίσω πόρτα. Θα σ' αρέσει καλύτερα.

  2. – Ο πρώην πρωκτυπουργός οικονομικών, μας είχε στενάξει.
    – Υπάρχει βρε πρωθυπουργός οικονομικών;
    – Α βρε κουφάλογο. Π ρ ω κ τ υ π ο υ ρ γ ό ς είπα
    – Α κατάλαβα. Υπουργός του κώλου, ε; Χα χα χα.

  3. Ο Πρωκτυπουργός Πουστρόνι Μπλαιρ (παράγωγο των λέξεων Μπους & Τόνι, με παρεμβολή του «ρ»!) κρύβει κάτι αρκετά ύπουλο. Έφτασε στ' αυτιά μου, ότι προτού αρχίσει να τρίζει η καρέκλα του, είχαν γίνει ορισμένες συζητήσεις κεκλεισμένων των θυρών, οι οποίες αναφέρανε ότι εάν η Αγγλία εισέλθει στη νομισματική ένωση, να δοθεί η μόνιμη προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον Πουστρόνι Μπλαιρ. Δεν έχω ιδέα κατά το πόσο αληθεύει, μα δεν την κρίνω καθόλου απίστευτη... ειδικά αν λάβω υπόψη την πηγή της. Παρόμοιες αναφορές έγιναν και από τον Βρετανικό τύπο, αλλά μου διαφεύγει το όνομα του περιοδικού (που είχε τον πρωκτυπουργό σε μια πολύ κτηνώδη ερεβομανή στάση... πραγματική φωτογραφία σε κοντινό πλάνο... και τον ονόμαζε «το κτήνος» ).
    Δες

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται για την πεολειχία, την πίπα, το κλαρίνο, τον στοματικό έρωτα.

Δανειστήκαμε την λέξη από το Τουρκικό çubuk, πού σημαίνει ραβδί ή κλωνάρι και με την σειρά του ετυμολογείται εκ του μεσαιωνικού Περσικού chobag που έχει τον ίδιο ορισμό. Μεταφορικά συνδέεται με το çubuk, την πολυτελή δηλαδή πίπα πού κάπνιζαν οι προύχοντες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Συνήθως είχε κεχριμπαρένιο επιστόμιο, μακρύ (έως και 1.5 μ) στέλεχος από πολύτιμο ξύλο και πήλινο λουλά.

Στη σύγχρονη Τουρκία, η λέξη αυτή δεν αποδίδει ούτε την σύγχρονη πίπα (είδος καπνιστή), αλλά ούτε και σλανγκιστί το γλειφοπούτσι. Αντίθετα η λέξη boru (εκ τού οποίου και η δικιά μας μπουρού) σημαίνει πίπα και ενέχει σλανγκικές διαστάσεις, όπως και το saksafon.

Γλωσσολογικό συμπέρασμα: το τσιμπούκι υφίσταται Ελληνική σλανγκική αδεία. Το δε σλανκικό δαιμόνιο της φυλής απογείωσε την έννοια σε άλλους γαλαξίες αγγελικών κλαρίνων (βλ. παραδείγματα).

Όταν οι γηραιοί αλβιώνες give a blowjob και οι Γαλάτες σύμμαχοί μας taillent une pipe, το καθ' ημάς γαμαμούτρα περιλαμβάνει επώνυμα τσιμπούκια με σήμα το Λιοντάρι και επιδέξιες πεολ(ε)ιχούδες με μαύρη ζώνη στο τσιμπούκι κι ένα νταν! Eμείς έχουμε τσιμπουκομικρούλικα όρθια τσιμπούκια, δίμετρες τσιμπουκλούδες με παχυλά τσιμπουκόχειλα, πιπινέζες γκουρμέ, πεσκανδρίτσες που από ασχημόπαπα μετουσιώνονται σε κύκνους με τα χυμώδη πεοχειλουδάκια τους καθώς σε πιπώνουν μονοφωνικά τε και στερεοφωνικά και άμα λάχει σου ρίχνουν ναι κάνα χυσόφιλο για τσιμπούμεραγκ!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η «ωραία του Πέραν» είναι ένα κλασικό ρομαντικό μυθιστόρημα του Δημήτριου Παπαδόπουλου-Τυμφρηστού, που είχε γίνει μπεστ-σέλερ στην δεκαετία του 1920.

Το Πέραν είναι προάστιο της Κωνσταντινούπολης. Εκεί ζούσε η «ωραία του Πέραν», που έβρεχε με τα δάκρυά της τις επιστολές του εραστή της κι εκείνος μάζευε τα ματωμένα ροδοπέταλα που αυτή σκορπούσε στα νερά του Βοσπόρου. Η ωραία του Πέραν ήταν πλούσια με παραμυθένια ομορφιά κι εκείνος ένας φτωχός νέος. Η αγάπη τους συνάντησε πολλά εμπόδια και το τέλος της ήταν δραματικό. Ήταν ένα ερωτικό μυθιστόρημα πυκνό σε δραματικά γεγονότα με ίντριγκες και θανάσιμη ζήλεια, που οι ήρωες αυτοκτονούν ή χάνουν τα λογικά τους. Ερωτικές συναντήσεις μέσα στη νύχτα σε ανθισμένους κήπους και μπουκαλάκια με δηλητήριο συνέθεσαν το μελό που έκανε χιλιάδες ζευγάρια μάτια να δακρύσουν.

Έγινε ταινία απ' τον Ορέστη Λάσκο και παρωδία ως «η Ωραία των Αθηνών» με την αείμνηστη Γεωργία Βασιλειάδου.

Ύστερα από την ανακάλυψη του συντρόφου Βράσταμαν ότι υπάρχει προάστιο της Άγκυρας με ονομασία «Τσιμπούκ», φαντάζομαι ότι μπορεί να γίνει ένα σλανγκικό update της φράσης με ηρωίδα μια καλίστομο μοιραία κάτοικο του Τσιμπούκ, που θα αριστεύει στο φεστιβάλ Τσιμπούκ (βλ. μύδια λήμματος τσιμπούκι). Η «ωραία του Τσιμπούκ», μούσα εκατοντάδων Σλάνγκων Δράκων θα γίνει το μπεστ-σέλλερ των 00ς, που θα κάνει χιλιάδες σλανγκιστές να χύσουν... δάκρυα για την μοίρα της άτυχης κορασίδος.

Μένιος: Είμαι καρδιοχτυπημένος!
Γιώργος: Και ποια είναι η τυχερή;
Μ.: Τι να σου λέω; Είναι μια οπτασία, μια Μούσα, μια χίμαιρα! Θα μπορούσα να περάσω μερόνυχτα κάτω απ' το παραθύρι της να της ψέλνω καντάδες!
Γ.: Τι μου λες ρε συ; Λες και είναι «η ωραία του Περάν»!
Μ.: «Η ωραία του Τσιμπούκ», πες καλύτερα! Για την Λάουρα σου μιλάω τόση ώρα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έτσι μεταφέρεται το «sex» στα ελληνικά, σλανγκική αδεία για πλάκα. Και «σεχάκι».

Έπεσε σεχάκι χτες;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η πτώση επιπέδων ζαχάρου στον οργανισμό μας, μπορεί να οδηγήσει στην έλλειψη ενέργειας, στην υποτονικότητα και στην εξάντληση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, η φράση υποδηλώνει με κωδικοποιημένο τρόπο την ανάγκη κάποιου για συνεύρεση με κάποια ζαχαρομούνα ή κάποιο παστάκι, ώστε αυτός να ενδυναμωθεί ψυχικά.

Η φράση θα μπορούσε να ειπωθεί και μπρος σε παιδιά. Ακόμα θα μπορούσε να ειπωθεί από κάποιον ακόμα και μπρος στη γυναίκα του, αρκεί να μην προδοθεί κατά την εκφορά της ατάκας, αρκεί αυτός που θα ακούσει το υπονοούμενο να είναι μυημένος στον κώδικα και βεβαίως, προκειμένου αυτός να περνά απαρατήρητος, θα πρέπει να διαθέτει ευστροφία καραβιδομάνας.

Μια τέτοια περιστασιακή συνεύρεση θα μπορούσε να ανανεώσει έναν παντρεμένο. Απ' την άλλη πλευρά, ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσεις έναν πειρασμό είναι να ενδώσεις σ' αυτόν.

Ένα κοινό στοιχείο που προβάλλει μεταξύ κλασσικής και σλανγκικής έννοιας είναι πως η θεραπεία θα μπορούσε να επιφέρει θεραπευτική δράση. Ωστόσο όμως και στις δυο ξεχωριστές καταστάσεις μπορεί να δημιουργηθούν προβλήματα. Στην πρώτη περίπτωση μιλάμε για παρενέργειες δράσης του φαρμάκου, στην άλλη ελλοχεύει ο κίνδυνος πιασίματος στα πράσα (αν και πολλές φορές ο κίνδυνος έχει τη γοητεία του), κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε διάλυση της οικογένειας. Αυτό βεβαίως θα μπορούσε να γίνει και κατ' απαίτηση του ενός η/και των δύο εραστών, γίνει δε γίνει γνωστό το σκηνικό.

Στις 12 το βράδυ
Πέρι: Ρε Μένιο, σε βλέπω νταουνιασμένο. Έχεις τίποτα;
Μένιος: Άσε ρε μου 'χει πέσει το ζάχαρο. Τώρα που με βλέπεις, πάω για θεραπεία.
Πέρι: Τέτοια ώρα; Τα γιατρεία, έχουν κλείσει ώρες. Ωχ μη μου πεις πως πας σε νοσοκομείο;
Μένιος: Όχι κολλητέ. Σε μπαράκι πάω να συναντήσω μια ζαχαρομούνα... άλλο πράγμα. Τι να σου λέω; Μιλάμε για τη ...θεραπεία. Αλλά... Μη μάθει τίποτα η Λάουρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Κινηματογραφική αργκό): Στην παραγωγή πορνό (κν. τσόντες), οι ανάφτρες είναι επιφορτισμένες με το να προκαλούν στύση στους άντρες ηθοποιούς πριν ξεκινήσει το γύρισμα της σκηνής, συνήθως με τσιμπουκώματα αλλά και ό,τι άλλο χρειαστεί. Η χρησιμότητα της ανάφτρας τελειώνει εκεί και η ίδια δεν εμφανίζεται ποτέ στο πλάνο: είναι μέλος του συνεργείου και όχι του καστ.

Ο σκοπός είναι να εμφανίζονται οι άντρες ηθοποιοί κατευθείαν πύρκαυλοι και όχι με το πουλί πεσμένο (θέαμα μάλλον ντεκαυλέ) και να μη χάνεται άσκοπα χρόνος και φιλμ μέχρι να τους σηκωθεί επιτέλους.

Σημ.: Παρ' όλο που το ουσιαστικό ανάφτρα είναι θηλυκό, μπορεί κάλλιστα να αναφέρεται σε άντρα ή ο,τιδήποτε ενδιάμεσο, όπως συχνά γίνεται κατά το γύρισμα γκέι τσόντας (ή απλώς τσόντας όπου ο πρωταγωνιστής τυγχάνει γκέι).

Ετυμ.: Εκ του ρήμ. ανάβω < αρχ. ανάπτω < ανά + άπτω (= βάζω φωτιά). Ο συνειρμός, προφανής.

- Άσε φιλενάδα, έχει πέσει κρίση στον κλάδο! Τώρα με το Βιάγκρα, τους σηκώνεται κατά βούληση, κι είναι και φτηνό το γαμημένο. Ποιος πληρώνει πια για ανάφτρες;
- Γάμησέ τα, φιλενάδα...

(από Khan, 09/07/14)

Βλ. και φλάφερ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στην διάλεκτο των αγγλόφωνων μπουρδελιάρηδων το αρκτικόλεξο CIM σημαίνει Cum In Mouth, δηλαδή «εκσπερμάτιση στο στόμα», κι είναι υπηρεσία που περιέχει η κορασίς στις υπηρεσίες της ή την προσφέρει για κάποια έξτρα γιούρια. Στην διάλεκτο των ελληνόφωνων μπουρδελιάρηδων, η ως άνω κορασίς χαρακτηρίζεται «σιμαδεμένη» εκ του CIM δηλονότι, κι επειδή προφανώς «σημαδεύεται» από το σχετικό κατά ριπάς.

Σιμαδεμένη, όμως, μπορεί να είναι και μια οποιαδήποτε νοικοκυρά, που πιστεύει στο γνωμικό: «η καλή πίπα καταλήγει στο στομάχι».

Συνώνυμα: σιμαδιακή, σιμαδούρα, σιμαντική, σιμαίνουσα.

Διάλογος μπουρδελιάρηδων:

- Θα πάω με την Τζέσικα αύριο! Απ' όλες τις τουρίστριες είναι η πιο σιμαντική, αυτή με την πιο σιμαίνουσα προσωπικότητα!
- Ναι, κι εμένα μου έχει σταθεί σιμαδιακή στον μπουρδελιάρικο βίο μου!
- Λένε ότι είναι η πιο σιμαδεμένη! Μιλάμε για scarface καταστάσεις!

Scarface καταστάσεις! Κοστίζουν βέβαια κάτι παραπάνω!... (από Hank, 03/02/09)Όξινα φλόκια disaster (από Vrastaman, 04/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στην διάλεκτο των αγγλόφωνων μπουρδελιάρηδων το αρκτικόλεξο CIF σημαίνει Cum In Face, δηλαδή «εκσπερμάτιση στο πρόσωπο», κι είναι υπηρεσία που περιέχει η κορασίς στις υπηρεσίες της ή την προσφέρει για κάποια έξτρα γιούρια.

Ενώ, λοιπόν, η συφιλιάρα είναι ο φόβος και ο τρόμος του μπουρδελιάρη, η σιφιλιάρα είναι ο αναπαμός του, το μεράκι και το γούστο του. Καθώς βέβαια οι σιφιλιάρες είναι συχνά οι πλέον τελειωμένες, συμβαίνει η σιφιλιάρα να είναι και συφιλιάρα, οπότε θέλει προσοχή! Ο όρος έχει το δικό του σλανγκικό ενδιαφέρον, καθώς αποτελεί εξορκισμό της σύφιλης, που είχε ταλαιπωρήσει κορασίδες και νεανίες, ιδίως στο παρελθόν.

Συνώνυμο: σιφιλιδικιά.

Διάλογος μπουρδελιάρηδων:

- Πώς πήγε χτες με την Τζέσικα;
- Άσε, πού να στα λέω τι μανούρα έπαθα! Η γκόμενα είναι σιφιλιάρα!
- Έλα ρε συ, σε σιφιλιδικιά έπεσες; Γουστάρω! Θα πάω κι εγώ!
- Πήγαινε όσο μπορείς πιο γρήγορα να προλάβεις, γιατί τέτοιο σιφίλιασμα δύσκολα θα ξαναβρείς!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μια και τα αυτοαναφορικά λήμματα είναι της μοδός, να ευλογήσω κι εγώ τα γένεια μου (στην κυριολεξία εν προκειμένω). «Hank» είναι η συνήθης απόκληση του Henry Chinaski, δηλαδή του alter ego του Αμερικανού συγγραφέα Charles Bukowski. Το σλανγκικό ενδιαφέρον έγκειται στο ότι ο Μπουκόφσκι έχει καταστεί τις τελευταίες δεκαετίες η νο3 αυθεντία, ήτοι μετά τον Γιαλόμα και τον Κούντερα, στο κεφάλαιο σεξ και ανθρώπινες σχέσεις με γαρνιτούρα κουλτούρα να φύγουμε ή «μη γαμάς πολύ, κουλτούρα και λίγο». Βοηθάνε τα εξαιρετικά λογοτεχνικά έργα του Αμερικανού, που συνδυάζουν κοφτερή ψυχολογική (και όχι μόνο) διείσδυση με αυτοσαρκασμό, χιούμορ που σπάει κόκκαλα και καυστική σάτιρα προς το αμερικλάνικο όνειρο- εφιάλτη. Το σλανγκικό ενδιαφέρον είναι ότι στην ελληνική σλανγκ το «Μπουκόφσκι» παρετυμολογείται από το «μπουκώνω», κάτι που δεν είναι ξένο άλλωστε προς την ιδιοσυγκρασία του Αμερικανού συγγραφέα- θιασώτη της κοινογαμίας. Οπότε «μπουκόφσκι» είναι ο κουλτουριάρης, που δεν είναι μόνο του «κουλτούρα και λίγο», αλλά και του «γαμάω/ μπουκώνω πολύ». Ο κουλτουριάρης που παίρνει την ρεβάνς, ο κουλτουριάρης, ναι, αλλά με κάτι αρχίδια ναααα.

(Από νούμερο του Χάρρυ Κλυνν, όπου ο ίδιος υποδύεται γύφτο, και μια ηθοποιός την Μαλβίνα Κάραλη):

Μαλβίνα: Εσύ με τα τσακίρικα μάτια, ναι, εσύ, μ' ανάβεις, αυτά που λες τα είπε κι ο Κούντερα, τα είπε κι ο Μπουκόφσκι!
Γύφτος: Ναι, αλλά άμα σε μπουκόφσκι εγώ, θα πεις τον δεσπότη Παναγιώτη!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified