Αργκό από την εποχή του Κουτσαβάκη.

Ο υιός της παλάμης είναι προϊόν της παλάμης και ουχί συνουσίας.

Μια έκφραση στολίδι, με ρίζες στη δημοτική γλώσσα.

Μήτσος: - Ρε Σπίνο, ρε Σπίνο έλα εδώ
Σπίνος: - Τι συμβαίνει;
Μήτσος: - Με άγγιξε ο καμικάζι;
Σπίνος: - Έτσι αντελήβην
Μήτσος: - Έχεις δίκιο... γιατί αυτό αντελήβην ομοίως. Με άγγιξε ο υιός της παλάμης; Φτου!
Σπίνος: - Ιεροσυλία, αδελφάκι... τουτέστιν πάει να πει ότι η σημερινή νεολαία μας έχει γραμμένους στα παλιά της καρμπυλατέρ...
(Μήτσος ο Ρεζίλης, 1980)

αμαν! (από MXΣ, 07/09/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λίλιαν, η / το.

Το γυναικείο μικρό όνομα Λίλιαν έχει αναδειχθεί, μέσα από την προτίμηση που του δείχνουν διάφοροι λημματοδότες και Σλάνγκοι Δράκοι του slang.gr, σε συνώνυμο του αμαρτωλού θηλυκού γι' αυτό το site, της γκόμενας ανάφτρας και καντηλανάφτρας, της γκόμενας ονείρωξης με άλλα λόγια.

Για να φανεί το πόσο καυλερή είναι αυτή η τύπα, πέρα από το πρώτο λήμμα στο οποίο έκανε την εμφάνισή της, θα πρέπει να συμβουλευτείτε διάφορα άλλα, μεταξύ άλλων αυτό, όπου η συνουσία μαζί της θεωρείται θρίαμβος της ανθρωπότητας, αυτό, στο οποίο για χάρη της γίνεται μέγας μανικουλές, αυτό, στο οποίο το να έχει βαρεθεί κάποιος να πηδά τη Λίλιαν αποδεικνύει την πολυγαμική ανδρική φύση, αυτό, στο οποίο η Λίλιαν σεξεζουμίζει τον εκλιπαρόντα για ανάπ(κ)αυλα πρωταγωνιστή, και πολλά άλλα.

Το όνομα Λίλιαν επέλεγη ως συνώνυμο της καύλας, ερχόμενο να προστεθεί σε μια μακρά σειρά εξωτικών ονομάτων που έχουν περάσει στην ελληνική σλανγκ ακριβώς ως συνώνυμα της καύλας. Σταχυολογώντας και χωρίς να είμαστε σε θέση να μιλήσουμε για την slang-προέλευση των περισσότερων λημμάτων θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τα Τζέσικα, Σούζη, Λάουρα, Δεβόρα, Μαριλού (τα δυο τελευταία από τους Απαράδεκτους), Λόλα φυσικά και πολλά άλλα...

Η επιλογή, το εύστοχο και η δημοτικότητα του Λίλιαν μάλλον οφείλεται στην συνεργεία διάφορων παραγόντων: είναι μεν αρκούντως εξωτικό, ωστόσο, είναι και πολιτογραφημένο στα Ελληνικά εδώ και βιβλικό φαντάζομαι καιρό, ώστε ταιριάζει/παραπέμπει στις εμφανώς αναβαθμισμένες τα τελευταία χρόνια νεοΕλληνίδες και τα καβλωτικά θήλεα νέας κοπής που έχουν κατακλύσει δρόμους και πλατείες. και που έχουν και ψιλομυστήρια ονόματα, εδώ που τα λέμε.

Το όνομα ενδεχομένως παραπέμπει και σε σέξαλλο πλουσιοκόριτσο ή μπουζουκομούνι. Ασφαλώς, η Λίλιαν δε θα μπορούσε να υπάρξει ως τέτοια αν δεν είχε γίνει και η πολιτογράφηση του Αναστασία στο γνωστό σίριαλ, ως ονόματος με φλογερές συνδηλώσεις, πολιτογράφηση η οποία, αξίζει να αναφερθεί, αποενοχοποίησε σ' ό,τι αφορά το βαφτιστικό τους όνομα πολλές καυτές Ευαγγελίες, Γεωργίες, Ευανθίες κλπ της διπλανής πόρτας.

Στο βάθος όμως, το Λίλιαν κρύβει μέσα του πολύ αμαρτία, όσο πάει, βασικά: ποιος ξεχνά τη Λιλί Μαρλέν, το OST του Β' ΠΠ για τους φαντάρους και των δυο στρατοπέδων; Ποιος ξεχνά κυρίως τη μυθική Λιλίθ (βλ. εδώ, όπου και οι στίχοι ενός αγαπημένου τραγουδιού για αυτήν);

- Τι θα ήταν η Λίλιαν αν είχε λιλί;
- Τραβελίλιαν...ουαχααχαχαχα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επιθετικός προσδιορισμός, που δύναται να περιγράψει αποκλειστικά εκπροσώπους του θεωρούμενου ως «ισχυρού» φύλου.

Οι έχοντες πέος λοιπόν, το χρησιμοποιούν να «γεμίζουν» τυχόν αδειανά - και πιθανώς άπατα - μέρη του ανθρώπινου σώματος του συντρόφου τους.

Χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε περιπτώσεις μόνιμων σχέσεων.

- Είδα τον Κώστα και τη Τζίνα (εναλλακτικά: τον Κώστα και το Γιάννη) εχθές να περπατάνε χεράκι-χεράκι.
- Ναι ρε, αφού είναι ο γεμιστήρας της (εναλλακτικά: αφού είναι ο γεμιστήρας του) εδώ και πέντε μήνες.

Αν ο πέοντας είναι γεμιστήρας, τότε το μουνί είναι όπλο? (από Vrastaman, 22/08/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατά λέξη μετάφραση του αγγλικού «what's your poison» που στην ουσία ρωτά «με τι φτιάχνεσαι;», «με τι την βρίσκεις;», «ποιο το κόλλημά σου;».

Αν κι αναφέρεται κυρίως σε ξίδια, ουσίες και βίτσια, έχει φτάσει να κυκλοφορεί από και καλά αλάνια μπάρμεν, ίσως, γιατρούς και νταβατζήδες με πολλά κονέ, μέχρι το πληκτρολόγιο κάθε βιαστικής ντεμέκ άνετης και περπατημένης νετο-γιαλόμας, όταν βολιδοσκοπεί τα όποια γούστα του εκάστοτε συζητητή.

To γνωστό αναντάμ παπαντάμ απ' τον Titus Lucretius Carus: Ut quod ali cibus est aliis fuat acre venenum πως «ό,τι αποτελεί τροφή για κάποιον, αποτελεί πικρό δηλητήριο για κάποιον άλλον», μοιάζει να ανάγεται από μια υπερανεκτική κοινωνία, σχεδόν χαριτωμένα και τελείως απενοχοποιητικά, σε αήθη κατανάλωση (ο πελάτης έχει πάντα δίκιο) οποιουδήποτε προϊόντος ή υπηρεσίας (όλα εμπορεύματα προς πώληση, για να κινηθεί με το νταλαβέρι η Αγορά).

Υπονοείται προφανέστατα, πως καθένας έχει τουλάχιστον από ένα, που στην τελική τον χαρακτηρίζει μονοδιάστατα, τουλάχιστον σ' όποιον ρωτά.

1.
-Η μόνη απορία πλέον είναι ποιο είναι το δηλητήριο σου πρωί - πρωί. Ουίσκι; Βότκα; Ρούμι; Τσίπουρο; Ποιο; -Όλα ρε, σε σφηνάκι.

2.
Λοιπόν, ποιο είναι το δηλητήριό σου απόψε; Τι είναι αυτό που σε βοηθά να κρύψεις αυτό που τα μάτια σου προσπαθούν να προδώσουν; Τι είναι αυτό που σου δίνει ενέργεια να χορεύεις όλο το βράδυ, αυτό που σε κάνει να δείχνεις όμορφη, ευχάριστη κι ενδιαφέρουσα; Τι έχει κάνει όλα τα μάτια να καρφωθούν πάνω σου; Είναι μήπως αυτό που βρίσκεται μέσα στο ποτήρι σου, που έχει γεμίσει κι αδειάσει ήδη τρεις φορές; Είναι η μουσική που έχει πλέον γίνει ένα με τους παλμούς της καρδιά σου, τα φώτα που έχουν κάνει τα πάντα γύρω σου να εξαφανιστούν κι αισθάνεσαι σα να έχεις μεταφερθεί ολομόναχη σ' έναν πύρινο πλανήτη;

(όλα απ' το δίχτυ)

Δες και δηλητήριο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο γαμάτος, όταν θέλουμε να του δώσουμε μία νέα διάσταση (πιο μεγάλη και πιο φαρδιά). Προέρχεται από το γεγονός πως μπορεί πολύ εύκολα να δώσει γαμήσι (να τους πάρει όλους πίπα-κώλο).

- Πω ρε πούστη, πετάγεται ο άλλος, ο γαμήσιους και μας τρώει όλα τα καυλάκια... Κάτι πρέπει να κάνουμε!
- Οκ, το βράδυ θα τον πιάσουμε και θα του σκίσουμε τον πάτο...

Από το γαμάω και το αγγλικό επίθημα -itious.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Νεολογισμός που χαρακτηρίζει τον ψηλό, αγέρωχο, γυμνασμένο, άγριο, βορειοευρωπαϊκής κατατομής και ψυχοσύνθεσης άνδρα, που έχει φανερά και κρυφά χαρίσματα, όπως ηγετικές ικανότητες, ανεξάντλητες δυνάμεις κ.ά. Προέρχεται από την καύλα και τον Αλάριχο.

- Σήμερα έσκισα τρεις γκόμενες.
- Ποιος είσαι ρε, ο Καυλάριχος;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σύνθετος όρος που αποτελείται από το πρόθεμα πουτσο- (με την κυριολεκτική έννοια αλλά και με την -για τον πούτσο- έννοια), και την σλανγκ, όπως απεικονίζεται στο σλανγκρ.

Ο όρος ομπρέλα αναφέρεται:

α) σε όλα εκείνα τα πιπεράτα λήμματα που ανθούν στο σλανγκρ, τύπου αδημουνώ, αχλαδομουνοπατσαβούρα, εθελοντής πουτσοδότης, πουτσομεζές κ.λ.π., τα οποία αποτελούν ένα μεγάλο κεφάλαιο των λημμάτων.

β) στα ίου λήμματα, τα οποία ακροβατούν μεταξύ σεξουαλικού και εμετικού περιεχομένου. Ο λόγος είναι ότι στα ιταλικά, πούτσα (puzza) σημαίνει βρώμα (ουσιαστικό αλλά και ρήμα στο γ' ενικό).

Παράγωγo: πουτσοσλανγκιστής (ο σλάνγκος με έφεση στα πουτσολήμματα και όχι ο σλάνγκος για τον πούτσο)

Άμα περπατήσει ο όρος, θα βάλω και παραδείγματα!!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ας αρκεστούμε σε τρεις ορισμούς:

  • Ποδοσφαιρικά, το σκορ μηδέν-μηδέν (παρ. 1,2)
  • Μπουρδελιστί, κωλαράκια που υπόκεινται σε πρωκτικό νταχτιρντί (παρ. 2)
  • Αυτοαναφορικά, αυτά που κερνάει ο μπαμπέσης μπαγαποντοδότης (παρ. 3)
  1. Δίκαια…κουλουράκια. Παρά τις προσπάθειες των δυο ομάδων, το 0-0 παρέμεινε έως το φινάλε του πρώτου μέρους και με λίγες φάσεις μπροστά στις δυο εστίες.
    (Φίλαθλος, εδώ)

  2. -κοντα στο ημιωρο προς το παρων κουλουρακια το σκορ αλλα κουλουρακια δεν γευτηκαμε χτες το βραδυ αν και αρκετοι οι πειρασμοι.
    (Μπουρδελιάρης φίλαθλος, εκεί)

  3. - βάζω διπλό μηδενικό στο λήμμα συσσλανγκιστή, το γνωστό ως «διπλοκούλουρο»
    (Σλάνγκος, παραπέρα)

βρείτε τα ρε modουλέοι! (από MXΣ, 16/06/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Στον ορισμό του Κρεψ που επιμένει στην εμφάνιση να προσθέσουμε το προφανές ότι βιζιτού είναι αυτή που όντως κάνει βίζιτα. Με μια παρατήρηση: Νομίζω ότι βίζιτα είναι πιο τεχνικός προσδιορισμός, ενώ το βιζιτού λέγεται για να στιγματίσει κάποιαν σχετικά ευυπόληπτη μοντέλα, τραγουδιάρα, τηλεπερσόνα, που κάνει βίζιτες ως μέρος μιας υπόγειας διπλής ζωής. Για να κάνω μια παρομοίωση από το Συντακτικό, το βίζιτα είναι σαν επιθετικός προσδιορισμός αποδίδων μόνιμη ιδιότητα (Η βίζιτα Λάουρα έκανε αυτό...), ενώ το βιζιτού σαν κατηγορηματικός προσδιορισμός αποδίδων εμφατικώς παροδική ιδιότητα (βιζιτού η Λάουρα που έκανε αυτό!).

  2. Αυτοαναφορικώς, είναι ο Σλάνγκος, που κάνει βίζιτα στο σάιτ, και καταθέτει σχόλιο ως Επισκέπτης χωρίς προηγουμένως να κάνει login και να χρησιμοποιήσει μια μόνιμη ταυτότητα. Μια από τις λίγες διαφορές που έχει από την ως άνω βιζιτού, είναι ότι αυτός έρχεται απρόσκλητος. Υπάρχουν αρκετά είδη βιζιτούς:

α. Βιζιτού η πρωτάρα:
Δεν έχει ξαναγράψει στο σλανγκρ και ντρέπεται. Ή είναι υδραυλικός/ ηλεκτρολόγος/ βοθρατζής που έχει ψαρώσει από τα ιερά τέρατα του σάιτος και αισθάνεται ότι δεν έχει αρκούσα κουλτούρα για να συμμετάσχει, ή ευυπόληπτος -άρης επιστήμων που θεωρεί ότι η αλητεία του σλανγκρ δεν συνάδει με την ευπρεπή περσόνα του, ή αντιστρόφως νταβατζής/ μαστρωπός/ τραβέλι/ πουτάνα/ καλιαρντόπουστας που βλέπει το σλανγκρ ως ίδιον αργκόσχολων που δεν είναι αρκετά περιθωριακό. Έχει αμφίθυμα αισθήματα, οπότε προτιμά να γράψει τις καμαρωτές παπαριές του ως επισκέπτης. Χαρακτηριστική περίπτωση τοιαύτης βιζιτούς ο Άλλος, που έπρεπε να τον παρακαλέσουμε πολύ για να δημιουργήσει ταυτότητα, ή εν προκειμένω αλλότητα. Τελικά, μια βροχερή νύχτα παρεξηγήθηκε και την έκανε γι' άλλα.

β. Βιζιτού η ευκαιριακή:
Μπαίνει ευκαιριακά για χαβαλέ και κράξιμο. Συχνά με περσόνα πιπινιού/ λολίτας/ πορνιδίου που γράφει με γκρήκλις, ή οπαδού ομάδας/ χουλιγκανίου. Αναγνωρίζονται από το ότι είναι γκρηκλιστές ή φωνακλάδες. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν και οι κολασμένοι της σλανγκ, Βλάχοι, τουρκόσποροι, Αλβανοί, Πόντιοι κ.ο.κ. που μπαίνουν για να διαμαρτυρηθούν.

γ. Βιζιτού η νωχελική:
Επιφανής Σλάνγκος σε προκεχωρημένο στάδιο σλανγκοπάθειας μπαίνει τόσο συχνά στο σάιτ για να δει αναρτημένες τις παπαριές που σκάλωσε με το πληκτρολόγιό του, ώστε μερικές φορές βαριέται να κάνει λογκίν. Πρόκειται για Σλάνγκους που δίνουν έμφαση στα αμπελοφιλοσοφικά σχόλια, και όχι τόσο στα μήδια και την βαθμολογία, που απαιτούν λογκίν. Σ' αυτή την κατηγορία ανήκουμε συχνά εγώ και ο John Black.

δ. Βιζιτού η αντικαθεστωτικιά άκα βιζιτού η κουκουλοφλώρος:
Αυτοπροσδιόριζεται ως το άλας της γης, που ως άλλος μπαχαλάκιας θέλει να φέρει τα πάνω κάτω στο σάιτ, για να δημιουργήσει στιγμή επαναστατικής δυναμικής. Έχει σύνθημά του το ni mod ni maître και θεωρεί ότι οι μόντουλες αποτελούν τάξη που πρέπει να ξεπεραστεί από την επαναστατική διαλεκτική. Ο σλανγκομπαμπάς ξυπνάει μέσα του τον Οιδίποδα, κι η σλανγκομαμά τον Ορέστη. Συχνά εκδραματίζει πάνω στον σλανγκομπαμπά στοιχεία της προηγούμενης σχέσης του με την πατρική φιγούρα συνιστώντας μια ιδιότυπη διαδικασία μεταβίβασης ή και αντιμεταβίβασης μέσα στον ιδιότυπο θεραπευτικό χαρακτήρα που έχει προσλάβει το σλανγκρ για πολλούς από μας. Η τοιαύτη βιζιτού είναι ένα είδος κουκουλοφλώρου: Θεωρεί ως αδιάβλητο δικαίωμά του το να διαφεύγει από το πανοπτικόν του ρουμάνου και των αγγέλων του καταθέτοντας σχόλια χωρίς λογκίν. Αντιμετωπίζει την αιτίαση ότι δεν έχει το θάρρος της γνώμης του, αλλά απαντά ότι η ανωνυμία είναι ένα αναπόδραστο στάδιο της επαναστατικής διαδικασίας. Σημειωτέον ότι με όρους της Judith Butler αναλαμβάνει την τρωτότητα του να μην έχει κανείς (ταυτοτικό) όνομα. Τοιαύτη βιζιτού φέρεται να είναι ο επισκέπτης με το όνομα Αρνητής Σύνδεσης/ Συνδετής Άρνησης.

ε. Βιζιτού η βαμπιρόεσσα: Παλιοί ένδοξοι Σλάνγκοι που σε κάποια στιγμή «σκοτώθηκαν» κι έκτοτε στοιχειώνουν το σάιτ περιφερόμενοι ως εκδικητικά ή και καλόγνωμα φαντάσματα.

στ. Βιζιτού η σχιζοφρενής: Πρόκειται για τον διάδοχο του σπαστήρος. Επειδή από κάποια στιγμή και μέρα προπαγανδίστηκε η δυνατότητα των μοντουλαίων να διαγιγνώσκουν τους σπαστήρες (με τρόπους που παραμένουν κρυφίως αδιάγνωστοι για το σλανγκεπώνυμον πλήρωμα), και, κυρίως, επειδή η σπαστηροσύνη απαξιώθηκε στην συνείδηση του λαού ως αντιδραστική μέθοδος, πολλοί πρώην σπαστήρες εξελίχθηκαν σε βιζιτούδες. Τους καταλαβαίνεις από το γεγονός ότι έχουν υψηλή κουλτούρα και γνώση των τεκταινομένωνε στο σάιτ, λ.χ. της Λιλιάδας ή της ιδιολέκτου της σλανγκικής σέκτας. Έχουν κοινό σύμπτωμα με τους σπαστήρες ότι μπορεί να συγχαρούν ή έστω να συμφωνήσουν επιδοκιμαστικά με τον εαυτό τους, για να κάνουν μπούγιο. Ενίοτε είναι πιο αποθρασυμένοι από τους σπαστήρες.

ζ. Βιζιτού η αρμένισσα:
Ο επισκέπτης που κάνει αρμένικη βίζιτα, που αρχίδει και κουράδει έως το γαμάει και ψοφάει.

Όπως και η ορίτζιναλ βιζιτού, η αυτοαναφορική βιζιτού επισύρει τον ψόγο ότι πρόκειται για άλλοτε γκλαμουράτη περσόνα που έπεσε στην κατρακύλα της βίζιτας σε μια εποχή παρακμής. Αλλά μην βιαστούμε να κρίνουμε: Πολλές βιζιτούδες έπεσαν οι ίδιες θύμα βίζιτας σε ευαίσθητη παιδική ηλικία.

  1. Από το freegossip:

Ασύλληπτο News: Ο πατέρας της Τζούλιας λέει την κόρη του «βιζιτού».
Αυτά τα πράγματα δεν έχον ξανασυμβεί στην Ελλάδα, ζούμε απίστευτες εποχές. Απίστευτο! Για πρώτη φορά στα χρονικά βγαίνει πατέρας και παραδέχεται ότι η κόρη του κάνει σεξ επί πληρωμή με αγνώστους. Ότι συναντιέται με άντρες σε πολυτελή ξενοδοχεία στην Αθήνα και την επαρχία και πληρώνεται για να κάνει σεξ μαζί τους.

Σχόλια:
- ΑΥΤΗ Η ΚΟΠΕΛΑ ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΕΙ ΚΑΛΟ ΤΕΛΟΣ ΕΧΕΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΑΥΤΗ Η ΚΟΠΕΛΑ ; ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΗ ΚΑΙ ΝΑ ΑΓΑΠΗΘΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΟΙΞΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ; ΤΙ ΘΑ ΛΕΕΙ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ;
- Αμάν ρε κομπλεξικοί, σιγά μην είναι η κοπέλα βίζιτα, επειδή γύρισε μία ταινία; Σιγά... Το βγάλαμε το συμπέρασα, βίζιτα. Έλεος, μη δείτε ωραία και πετυχημένη
- 2000-3000 eyrw ti vradia pernei oli i ellada to kserei o pateras tis twrA to katalave ; anergia yparxei tina kanei to koritsi;; - asxeto alla einai panemorfi s auti ti photo! - Kαμια δουλεια δεν ειναι ντροπη

  1. - Φοβερός ο Σλάνγκογλου! Τι λήμματα! Τι ορισμοί!
    - Ποιος; Η βιζιτού; Ο την μέρα ενάρετος Σλάνγκος και τη νύχτα κάνω βίζιτες; Να τον προσέχεις, θα σε παρασύρει κι εσένα στον βούρκο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρωκτάρης, πρωκτάρα: Μπούστης που είναι πρωτάρης στο σεξ.

Υπάρχει και το θηλυκό πρωκτάρα, που είναι η κοπελιά που τον παίρνει από πίσω για πρώτη της φορά.

  1. - Μίλτο μου, είμαι πρωκτάρης, γι' αυτό με το μαλακό!

  2. - Γιώργο μου, είμαι πρωκτάρα, δεν τον έχω δώσει αλλού, να το ξέρεις. Μόνο για σένα το κάνω, αλλά πρώτη και τελευταία. Εντάξει Γιωργάκη μου;
    - Καλά, καλά, φά' τον τώρα και βλέπουμε. (της τόνε βάζει) - Μωρή, εδώ μέσα χάνεις καρπούζι ολόκληρο. Τι πρωκτάρα και μαλακίες;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified