Further tags

Από το τούρκικο kilavuz που σημαίνει οδηγός (οδηγητής), αυτός που μας δείχνει το δρόμο.

Το κολαούζο ή σπειροτόμος, είναι εργαλείο κοπής σπειρώματος σε οπές, ενώ σε άξονες χρησιμοποιείται η φιλιέρα.

  1. «Χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει.»

  2. - Πιάσε το κολαούζο κι άνοιξε καινούριο πάσο (σπείρωμα).

(από Galadriel, 21/01/10)(από iwn, 18/10/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που χρησιμοποιείται προκειμένου να προστατευθεί κάποιο σημαντικό διακύβευμα.

Προέρχεται από το «βαράτε αλλά μη τραβάτε» που απάντησε ο παππούς όταν τον έπιασαν να συνουσιάζεται με μια πιτσιρίκα.

- Κοίταξε, το μηχάνημα που επισκεύασες χάλασε, πρέπει να μας επιστρέψεις τα χρήματα που πήρες.
- Α, όλα κι όλα, βαράτε αλλά μη τραβάτε. Θα το ξαναφτιάξουμε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Καθυστερώ κάτι η κάποιον από το αμερκλάνικο στολ, που σημάνει απώλειά πχ απώλειά στηρίξεως συμπιεστή.

Το τελέφωνο ..... ντριιιν ντριιιν! Σήφακας ...... Πάρ' το ρε Μανωλιό!
Μανωλιός ..... Έλα, ναι, για να δω είναι εδώ ;;
(το χέρι στο μικρόφωνο ο Μανωλιός και ρωτάει τον Σήφακα):
Ρε, το Μιχαλιό είναι, είσαι εδώ ρε ;; Τι να του πω ;;
Σίφακας ...... Στολάρισε τον ρε τον κουζουλό και ότι δεν είμαι εδώ πες του!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δεν αναφερόμαστε στην μεταδοτική νόσο που προκαλούν τα μπαμπέσικα αραχνοειδή παράσιτα που φωλιάζουν στο δέρμα και σού γαμούν τα ράμματα, αλλά σε άλλου είδους αρρώστια: στην πώρωση που νοιώθει ο κάθε είδους φετιχιστής για το το υποκείμενο ή αντικείμενο του πόθου και της εμμονής του.

Ψώρα έχουν κάγκουρες, γκατζετάκηδες, στρατόκαυλοι, εφαψάκηδες, φραπεμανιακοί, σφίχτες, σλανγκοπαθείς, αρχαιόκαυλοι, e-λληναράδες, τετρατριχοτόμοι, μοντελοπνίχτες, βέλτσοι, χριστιανοταλιμπάν, μουνάκηδες, κωλάκηδες, βυζάκηδες, κρητικοί, πρεζάκια και πάρα μα παπάρα πολλοί άλλοι αρρωστάκηδες.

Αγγλιστί, On a jag.

- Την ψώρα του ψαροτουφέκου την κόλλησα από τον πατέρα μου αλλά και τον θείο μου. Από πολύ μικρός είχα μεγάλη λόξα με τα μακροβούτια και τις βουτιές γενικά…
(εδώ)

- Δεν κατέχω το άθλημα του προγραμματισμού όμως έχω μεγάλη ψώρα και ασχολούμαι αρκετά…
(εδώ)

- Έχω αρκετά καλα οπλάκια στο μυαλό μου καθώς έχω μεγάλη ψώρα για το κυνήγι...
(εδώ)

Το άκαρι της ψώρας (από Vrastaman, 12/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πανουσισμός, υπάρχει και ομώνυμη βιβλιοκασέτα του Τζίμη Πανούση. Αναφέρεται, υποθέτω, σε «γιάφκες» αριστεριστών που εξελίσσονται σε μπαφόσπιτα, καθώς ο ανθός της νεολαίας, το άλας της γης επιδίδεται στην ευγενή αθλοπαιδιά του μπάφκετ. Φαντάζομαι ότι ήταν ιδιαίτερα επίκαιρο στις αριστερές γενιές των σίξτηζ και σέβεντηζ. Επίσης, μπορεί να σημαίνει κάποιον που του ζαλίζεται ο έρωτας όταν ο καθοδηγητής του ξηγάει το διαλεκτικό προτσές.

Ασίστ: Χαλικούτης.

- Ναι, σύντροφε, είχε δίκιο ο πατερούλης του λαού που έκανε το σύμφωνο με τον Χίτλερ. Γιατί το διαλεκτικό προτσές της πάλης των τάξεων αυτό ακριβώς απαιτούσε εκείνη την στιγμή. Έπρεπε να ανδρωθεί ο σοβιετικός σοσιαλισμός και να δημιουργηθεί μια επαναστατική δυναμική στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες. Άλλωστε ήταν ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος...
- Ώπα, ώπα γιατί έχω πάθει ζάλη των τάξεων, μοι φαίνεται...

Κάπου στο 7.00 αρχίζει η ζάλη των τάξεων. (από Khan, 12/01/10)Όλα τα λεφτά ο Jean Pierre Leaud στο 2.11 (από Khan, 12/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τι ρομαντική λέξη! «Ήτανε εκείνη τη νυχτιά, που φύσαγε ο Βαρδάρης», που λέει κι ο ποιητής. Αυτά είναι!

Καμία σχέση όμως.

Νυχτιά, στην επαγγελματική διάλεκτο των (ελληνίδων) πορνών, είναι το να φορτωθείς ένα πελάτη για όλο το βράδυ. Δεν σημαίνει και ότι θα του κάνεις όλα τα γούστα, αυτό είναι πάντα θέμα διαπραγμάτευσης και συμφωνίας, κατά τους αιωνίους νόμους της αγοράς.

Παρόλο που πληρώνεται καλά, οι πουτάνες το αποφεύγουν γιατί το θεωρούν πιο κουραστικό από το να ξεπετάξουν δέκα – είκοσι πελάτες τη βραδιά, ανά πεντάλεπτο. Βλ. και λήμμα περιποίηση, για τις κοπέλες που και καλά «δεν βιάζονται».

Συντάσσεται με το ρήμα παίρνω, «παίρνω κάποιον νυχτιά» ή «με παίρνουν νυχτιά».

«Δε μου αρέσει να με παίρνουν νυχτιά. Προτιμώ να πάω με δέκα πελάτες σε ένα βράδυ παρά να πάω μα μείνω με έναν άνθρωπο για μια ολόκληρη νύχτα συνέχεια στο ίδιο δωμάτιο, να τον έχω πάνω απ΄ το κεφάλι μου, να πρέπει να τον υποστώ, να πρέπει να βγω μαζί του και να πρέπει να φερθώ σωστά επειδή αυτός έτσι νομίζει».

Καταγραμμένη μαρτυρία της πόρνης Βανέσας, στο βιβλίο «Πουτάνα» της Τασίας Χατζή, εκδόσεις Οδυσσέας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το πούτσες μπλε επί το πιο εύσχημον. Λέγεται και πίτσες μπλε από τη Βιλγαρία, ώστε το υπονοούμενο να είναι ακόμη λιγότερο δύσληπτο. Όπως και οι μπλε πούτσες, οι μπλε πίτσες σημαίνουν κάτι ψευδές, ανυπόστατο, ανόητο, ουτοπικό ή αναξιόπιστο.

Αμφότερες και οι δύο εκφράσεις αποτελούν μνημεία σλανγκικού τιραμισουρεαλισμού, του οποίου άλλωστε το μπλε αποτελεί το εμβληματικό χρώμα. Για μεγαλύτερο τιραμισουρεαλιστικό αποτέλεσμα συνάπτονται παρατακτικώς διάφορες παρδαλές εκφράσεις, τις οποίες και παραθέτω αρρυόμενος από τον κόπο συσσλανγκιστών:

  • πούτσες μπλε και εμπριμέ (Τζόνι Μπλακ)
  • πούτσες μπλε κι αρχίδια κοτ(ι)λέ (Αίας)
  • πούτσες μπλε και φούξια (Τζιμάκος)
  • πούτσες μπλε φωσφοριζέ (Τας)
  • πούτσες μπλε και νάιλον κάλτσες (Βιπ)
  • πούτσες μπλε και πράσινα άλογα (ιουμπίου)
  • πούτσες μπλε και πράσινα καρότα (μχαχα)
  • πούτσες μπλε με ροζ ελεφαντάκια (Άλλος)
  • πούτσες μπλε με πουά ελεφαντάκια (τουκανισμός: Το πουά δεν είναι χρώμα)
  • πούτσες μπλε, μαλαπέρδες Εβραίων (Τζίμης Πανούσης, Βράσταμαν).

    Το δεύτερο ζήτημα είναι πού μπαίνουν οι μπλε πούτσες για το οποίο οι γνώμες διΐστανται:

  • πούτσες μπλε σε ροζ βαζάκια (Τζιμάκος)

  • πούτσες μπλε σε κιβώτια καφέ (Ρεντέβιλ)
  • πούτσες μπλε σε κόκκινα παράθυρα (Κώστας, σ.ς.: με λίγο από Magritte)

    Για τις πίτσες μπλε, πάλι κυκλοφορούν οι εκφράσεις:

  • πίτσες μπλε κι αρχίδια καπαμά

  • τρεις πίτσες μπλε, η μία δώρο
  • πίτσες μπλε και ροζ μινάκια

    Δικαίως λοιπόν οι μπλε πίτσες τε και πούτσες συναγωνίζονται τα τσιμπούκια ο τίγρης σε παραλλαγές.

Α πουστεριόρι θεωρήθηκε ότι η έκφραση πούτσες μπλε εννοεί τα στρουμφάκια, των οποίων το γεννητικό μόριο έχει χαρακτηριστικό κυανούν χρώμα. Ή τα στρουμφάκια, οι οποίοι τρώνε και μπλε πίτσες. Ή τους Νεοδημοκράτες, τις πούτσες από την πενταετή διακυβέρνηση των οποίων τρώμε τώρα. Ωστόσο, δύο ερμηνείες που μπορεί να διαθέτουν μεγαλύτερο πραγματολογικό έρεισμα είναι η του Τρίγωνος, κατά τον οποίο η αναφορά είναι σε πέος που βρίσκεται για πολλή ώρα σε στύση κι έχει αρχίσει να μπλεδίζει, και η του Γαϊδουραγγάθου, κατά τον οποίο οφείλεται σε ουσία, όπου βούταγαν τον πέοντα στους οίκους ανοχής, η οποία προσέδιδε μπλε χρώμα.

Trivium: Σύμφωνα με αυτοψία του Αλλλίβε, στην Ανάλλληψη Θεσσαλλλονίκης υπάρχει πιτσαρία με ονομασία «Πίτσες μπλε». Επίσης, υπάρχει ομώνυμο καρναβαλιστικό γκρουπ που συνδυάζει τις μπλε πίτσες με ροζ μινάκια, βλ. το ομώνυμο σάιτ.

Από την Ελευθεροτυπία:

Πίτσες μπλε.
Η κρίση που μαστίζει την κοινωνία της κατανάλωσης γεννήθηκε από την απατεωνιά, που εφηύρε και διέσπειρε το χρηματοπιστωτικό και τραπεζικό σύστημα για να πλουτίζει γρήγορα το ίδιο και οι απανταχού του κόσμου κεφαλαιούχοι, επενδυτές και κερδοσκόποι.
Τα κουρελόχαρτα αυτής της απατεωνιάς γέμισαν κάποια στιγμή τα ταμεία κρατών και οργανισμών, που πλήρωσαν και πληρώνουν αυτή την απάτη. [...] Ενα κράτος ανίκανο, που το μόνο που ξέρει είναι να ταΐζει με πίτσες το κρανοφόρο στόμα του.
Απ' όπου μποχάει η ανάσα του.

Το εθνικό φαγητό του 2009/ 2010. (από Khan, 11/01/10)Πίτσα από την Βιλγαρία, η μεγαλύτερη σύμφωνα με το Ρεκόρ Γκίνες. (από Khan, 11/01/10)Εεεεεεεφτασεε (από Khan, 11/01/10)Και για τη νυχτερινή σας διασκέδαση (από Khan, 11/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ορολογία κόντρας. Με τον μπροστινό προφυλακτήρα μου δίπλα στον μπροστινό του άλλου, τα ψυγεία μας είναι δίπλα-δίπλα.

Είμαι μακρυά, δηλαδή, από το να φάω κολώνα, να με στείλουν για τσάι, βρίσκομαι, όμως, πίσω απ' τον αντίπαλο στην κόντρα και είμαι στο τσακ να τον προσπεράσω.

Παράβαλε και το κωλοφεράντζα.

Συντάσσεται ως «πηγαίνω τινά ψυγεία» και το ψυγεία παίζει τον ρόλο δοτικοφανούς επιρρήματος σε πτώση αιτιατική.

  1. - Τι δουλειά κάνεις;
    - Πηγαίνω ψυγεία.

  2. - Προχτές στη Βούτα ψυγεία τον πήγαινε τον δικό σου ο Μήτσακλας με το Σηαρίξ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκφραστική ρίμα για νεαρούς κάγκουρες που φλερτάρουν πεζές εποχούμενοι σε παπάκι. Η έκφραση περιγράφει παντός είδους μικροεπαρχιωτικές καταστάσεις (των Αθηνέζων συμπεριλαμβανομένων) και βγάζει μια ασύστολη εϊτίλα, όταν ο Ψάλτης ήταν τσαντάκιας κι ο Γαρδέλης έκανε ρόδα, τσάντα και κοπάνα. Η έκφραση χρησιμοποιείται και θετικά γα τον άνθρωπο που δεν το βάζει κάτω παρά την ευτέλεια των μέσων του.

Ώπα, καμάκι με παπάκι ο καγκουρογαμόσαυρος!

(από Khan, 10/11/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εντελώς αδόκιμη, αλλά ψιλομαγκιόρικη σύνταξη. Τείνει να αντικαταστήσει την παλιομοδίτικη και ολίγον ελιτίστικη έκφραση «που είναι και του γούστου σου», ή το άχρωμο και ψιλοπουστρέ «που σου αρέσει».

Η σλανγκιά κάνει χρήση της πολυβασανισμένης πρόθεσης «να» για να δώσει τη σιγουριά και πώρωση (σαν ψυχολογική ένεση), σε αντίθεση με το ψιλομίζερο «που». Η έκφραση συνήθως συνοδεύεται και από γκριμάτσα, κάτι που με δυσκολία μπορεί να αποτυπωθεί στον ορισμό....

  1. -Τι χαμπάρια Μιχάλη;
    -Τα ίδια...
    -Ακόμα τη Μαίρη σκέφτεσαι; Ξεκόλλα με το μυαλό σου ρε φίλο! Υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές.
    -Έχεις δίκιο, αλλά γενικότερα δεν είμαι σε φάση.
    -Ρε φάε μια λάκτα και χέστηνα που σου λέω. Να κανονίσω μια έξοδο το βράδυ με γκομενάκια έξτρα πρίμα γκουντ, να γουστάρεις;

  2. - Ρε συ, κατάθλιψη έπαθε η «μες»;
    - Γάμησε τα, πολύ νταουνιασμένη. Εδώ αντί να πει χρόνια πολλά στον «τζονβλακ», τον καταχέριασε μέρες που 'ναι! Ευτυχώς ο άλλος το πέρασε στο ντούκου. - Να τους βάλω και τους δύο σε ένα παράδειγμα να γουστάρουν;
    - Εγώ λέω ότι θα βρεις τον μπελά σου!!!
    - Η πρώτη θα 'ναι...

(από electron, 08/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified