Further tags

Βήτα συνθετικό της καθομιλουμένης που σχηματίζει επίθετο από όνομα. Σημαίνει «τέτοιου τύπου», «παρόμοιος», «σχετικός» με ό,τι δηλώνει το άλφα συνθετικό, ή απλά ακριβώς ό,τι δηλώνει το άλφα συνθετικό, δίνοντάς του συχνά ειρωνική χροιά.

Στο σλανγκ τζι αρ έχει καταγραφεί ήδη ο βυζαντινοτέτοιος.

  1. Και ο προιστάμενος (ο μαλακοτέτοιος που λεγαμε) μου είπε οταν λείπω πρωινα να κανονίζω να έρχομαι μέχρι τις 10-10.30... (από το διαδίκτυο)

  2. Το Χειρότερο Solo Κιθάρας που έχετε ακούσει!!!
    — Αυτό του Frusciante στο Californication...
    — εσυ δλδ τι ηθελες να κανει ο ανθρωπος στο σολο;;;να λιωσει τα ταστα [...] σε μπαλαντοτετοιο τραγουδι;;;
    (από φόρουμ)

  3. Ήτανε μία κοπέλα και συστηνόταν ως «Σόνια». Την ρωτάω που λες μία φορά από που βγαίνει άραγε το Σόνια και τι μου λέει: από το ...Σταυρούλα!!! Τρελάθηκα σου λέω. Αχ βρε κορίτσια, τα Αμερικανοτέτοια nicknames σας μάραναν...και στο χωριό σας Σόνια και Νάνσυ και Άντζελα σας φωνάζανε;;; (σχόλιο στο στίχοι ίνφο)

Συνώνυμο: -έτσι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Καλό είναι, ανεκτό, αλλά όχι άριστο.

-Πως σου φαίνεται ο γαμπρός που κάναμε, αδελφή;
-Ε, έρχεται από δρόμο...
-Μα και η εγγόνα μας έχει καβατζάρει τα τριάντα (χώρια τα καλοκαίρια της), τι περιμέναμε πια!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σε αντίθεση με τον Ελβετό ή τον Γερμανό ή τον Αυστριακό που δεν αφήνουν ίχνος φαγητού στο πιάτο τους επειδή δεν είναι σωστό να πετιούνται οι τροφές (σεβαστή άποψη αν και λίγο ψυχαναγκαστικό το όλο πράμα), αλλά σε πλήρη συμφωνία με το σαβούρα-βιβρ που επιτάσσει να αφήνουμε πάντα λίγο από το φαγητό μας στο πιάτο μας ώστε να μη μας πουν ψωμόλυσσες και λιμασμένους (άλλος ψυχαναγκασμός από κει), ο Έλλην έχει την εκδοχή της λεβεντιάς και του φιλότιμου στο θέμα αυτό: θα αφήσει πάντα μια μπουκιά απείραχτη, όχι ντε και καλά στο πιάτο του αλλά στην πιατέλα, από την οποία σερβίρονται όλοι. Είναι το περίφημο υπόλοιπο «της ντροπής», η μπουκιά δηλαδή την οποία αν φας, αυτομάτως θα χαρακτηριστείς ως ξεδιάντροπος, ότι δηλαδή την έφαγες για την πάρτη σου και δεν άφησες κανέναν άλλον να την φάει -που μπορεί, στην τελική, να την χρειαζόταν περισσότερο από σένα...

Αυτά τα αδιέξοδα ευγενείας του τύπου «περάστε...» «παρακαλώ!», «όχι εσείς περάστε...», «παρακαλώ, εσείς περάστε πρώτα», «μα παρακαλώ» κλπκλπκλπ, εγκλωβίζουν την συμπεριφορά μας χωρίς να σημαίνουν τίποτα γι' αυτήν και, επί πλέον, δημιουργούν μικροταμπού τα οποία δε σπάνε με τίποτα.

Η μόνη λύση: σηκώνεται ένας από τους συνδαιτημόνες και μοιράζει τα της ντροπής σε όλους τους υπόλοιπους. Ή τα παίρνει για την γάτα του. Ή τα παίρνει για τον σκύλο του. Αρκεί να μην είναι χορτοπιτάκια, ας πούμε.

Νονός λημμάτου: Κνάσος

Συζήτηση πάνω από ένα κεφτεδάκι:
- Έλα, φά' το κι αυτό, να μαζέψω τα πιάτα.
- Δικό σου είναι.
- Φά' το συ, εγώ δεν πεινάω.
- Ούτε γω.
- Ε μην το πετάξουμε, κρίμα είναι.
- Ε φά' το ντε τότε!
- Μπα; για να μου λες μετά ότι πάντα τρώω της ντροπής;
- Και αν το φάω εγώ, αυτό δεν θα λες και συ για μένα;
- Καλά, θα το κόψουμε στη μέση και θα φάει ο καθένας από μισό.
- ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΑΛΛΟ ΣΟΥ ΛΕΩ!
- ΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ! καλά, θα το ρίξω στον σκύλο.

(συμπέρασμα: τυχερός ο σκύλος)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φράση που χρησιμοποιείται με σκοπό κυρίως να ειρωνευτεί κάποιος εκείνον που αναφέρεται κατά την συζήτηση σε δικαιώματα εργατών και μεταναστών, στην προστασία του περιβάλλοντος, στο δικαίωμα της νεολαίας στην αμφισβήτηση, στα πρωτοποριακά μέτρα για την οικονομία, στην πραγματική πάταξη της διαφθοράς, αλλά σε και κάθε τι καινοτόμο, περιπετειώδες και δημιουργικό.

Αυτά δε τα «κουμμουνιστικά» συνήθως δεν έχουν καμιά σχέση με τον Μαρξ, Λένιν, Στάλιν, σκέψη Μάο, ή τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ και τις άλλες δημοκρατικές δυνάμεις, αλλά ούτε και ο λέγων έχει σχέση με αντικομμουνισμό και άλλες παιδικές αρρώστιες του καπιταλισμού. Ιδίως αν αυτά που λέει ο φίλος είναι παπαρολογίες, ασυναρτησίες ή δεν συνάδουν με ανάλογη πράξη ή πρακτική.

Πηγάζει από την εποχή που, στην αγαπημένη μας Πατρίδα, ο αντικομμουνισμός ήταν κυρίαρχη ιδεολογία, αλλά και επίσης το να «αφήνεις τα κομμουνιστικά» ήταν μια καλή συμβουλή ώστε να μην εκτίθεσαι επικίνδυνα: τότε που οι τοίχοι είχαν αυτιά και τα αυτιά τοίχους (ενώ τώρα;)

Εναλλακτικά: «πάλι τα κομμουνιστικά σου άρχισες;»
Παραλλαγή: «κουμμουνιστικά»

  1. - Κοίταξε, με το να κάνουμε ανακύκλωση, βοηθάμε όχι μόνο το περιβάλλον, αλλά ελαττώνουμε τον όγκο τον σκουπιδιών, διδάσκουμε στα παιδιά μας ένα πολύτιμο μάθημα δημοκρατίας αλλά είναι και μια άσκηση πειθαρχίας και οικογενειακού προγραμματισμού…
    - Άσε τα κομμουνιστικά σου ρε Τέλη! Μας έπρηξες! Εσύ δεν πλένεις το 2000 κυβικών αμάξι σου στον δρόμο με το λάστιχο επί δύο ώρες, και μας μιλάς για περιβάλλον…

  2. - Μωρό μου, θα μου κάνεις μια πίπα;
    - Αχ βρε Τέλη, πάλι τα κομμουνιστικά σου άρχισες; Δεν μπορώ, μόλις έπλυνα τα δόντια μου!

  3. - Δούλεψε linux και θα με θυμηθείς!
    - Ποια ρε, αυτά τα κουμουνιστικά;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν κάποιος νοιώθει έντονη περιέργεια να γευθεί μια αποκλίνουσα για αυτόν σεξουαλική εμπειρία ή παραφιλία.

Ως νεολογισμός, αποδίδει τις αγγλικές εκφράσεις bi-curious, gay-curious, κ.α.

  1. - Τόσο οι straight όσο και οι gay μπορούν περαιτέρω να προσδιοριστούν ως «curious» και «non-curious» («περίεργοι» και «μη-περίεργοι», αντίστοιχα).
    (εδώ)

  2. (πριν από μερικά χρόνια)
    - Βαγγέλη μου, δεν σου κρύβω ότι είμαι περίεργος. Θέλω να δοκιμάσω τις λανθάνουσες ορμές μου.
    - Πρόσεχε Πέρι, γαμάω περίεργους!
    - Τι ωραία που τα λές!

  3. - (Το ποδοφραπέ είναι) value-for-money υπηρεσία φραπέ-με-το-πόδι που προσφέρουν τα κορίτσια ορισμένων στριπτιζάδικων σε ποδοφετιχιστές ή ποδοπερίεργους.
    (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Υπερθετικός του μπόμπα. Σημαίνει άριστα, τέλεια, απίθανα. Προφανώς αποτελεί συμφυρμό τής μπόμπας με τον Πομπιντού (Ζορζ Πομπιντού: πρόεδρος της Γαλλίας από το 1969 μέχρι το 1974, οπότε και αποδήμησε).

  1. Πήγαμε Βελούχι για τριήμερο και περάσαμε μπομπιντού! Δε σου λέω τίποτα!

  2. Πήραμε καινούριο server και σύνδεση 100Mb μέσω οπτικής ίνας. Μιλάμε, μπομπιντού! Όλα σφεντόνα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άλλος ένας ορισμός του «κάνε γρήγορα».

Άντε ρε, τελείωνε τσάκα-τσάκα να φύγουμε!

(από Vrastaman, 09/12/09)Τσάκα-Τσάκα Khan (απλή συνωνυμία με τον ημέτερο) (από Vrastaman, 09/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη που συναντάται μόνο στην έκφραση: «στην καθισιά (κάποιου)».

Δεν είναι το καθισιό ή το αραλίκι. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι το τελείως αντίθετο.

Είναι μια επιρρηματική φράση που δηλώνει χρόνο, κάτι σαν μονάδα μέτρησης του χρόνου, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο κάποιος υπήρξε χαλαρός (όχι ντε και καλά καθιστός). Επειδή λοιπόν, υπό Κ.Σ., σπανίως είθισται να είμαστε για μεγάλο χρονικό διάστημα καθιστοί ή αραχτοί (λέμε τώρα), η έκφραση «στην καθισιά του» σημαίνει ένα μικρό και όχι μεγάλο χρονικό διάστημα και χρησιμοποιείται για να υποδείξει ότι σε αυτό το μικρό διάστημα έγιναν εξωφρενικά πράγματα. Συνήθως δε, αναφερόμαστε σε κατανάλωση τροφής ή αλκοόλ.

  1. - Δε μου λες, ο φίλος σου είναι λιγάκι αλκοόλα ή μου φαίνεται;
    - Γιατί το λες αυτό;
    - Ξέρω γω... στην καθισιά του κατεβάζει καμιά δεκαριά ποτάκια στο πιτς-φιτίλι.
    - Ε έτυχε μωρέ...

  2. Έφαγε 15 μερίδες πρωινό στην καθισιά του.
    Ένας 47χρονος Βρετανός έφαγε 30 λουκάνικα, 20 φέτες μπέικον, 15 τηγανητά αυγά και τρία πιάτα με φασόλια για πρωινό. Αυτό έγινε σε ξενοδοχείο όπου με 10 ευρώ μπορείς να φας ότι θέλεις και όσο θέλεις. (από το νετ)

Got a better definition? Add it!

Published

Κατά το Βικιλεξικό, είναι:

  1. η κατάσταση κατά την οποία χαλαρώνεις και δεν ασχολείσαι με τίποτα, καθισιό
  2. η τεμπελιά
  3. η κατάσταση άνετης διαβίωσης

Έχω να προσθέσω το εξής:

Η κατάληξη -λίκι, προσδίδει μια χαριτωμενιά στη λέξη (καθότι το αραλίκι είναι μια σαφώς λάιτ πράξη), αλλά κυρίως μια μαγκιά -αλλιώς θα λέγαμε νέτα σκέτα «άραγμα».

Πρόκειται λοιπόν για το άραγμα που εμπεριέχει την απαξιωτική ή την θριαμβευτική στάση αυτού που έχει τη δυνατότητα να το κάνει, απέναντι σε αυτόν που δεν την έχει.

Συγγενή λήμματα:
καναπές, αρντάν, καλό το καθισιό, αλλά σαν την ξάπλα....

  1. - Βρε βρε βρε καβλώστονααα... Πού χάθηκες;
    - Ε, δουλειές...
    - Κατάλαβα, αραλίκι πάλι.

  2. - Τι έγινε, βρήκες καμιά δουλειά, ή είσαι ακόμα στο αραλίκι;
    - Ποιο αραλίκι ρε φίλε, το κράτος φταίει που είμαι άνεργος...
    - Ναι ναι, το κράτος.

  3. Αραλίκι: Η δημιουργική απραξία
    «Το σαμποτάζ, παλιά εργατική παράδοση, μας επιτρέπει τη μια να ξεκουράσουμε τα νεύρα μας πετυχαίνοντας μια μικρή εκδίκηση και την άλλη να κερδίσουμε λίγο χρόνο περιμένοντας τις επιδιορθώσεις.(...) Στο μέτρο που το σαμποτάρισμα αποτελεί έναν τρόπο αποφυγής της εργασίας έχει το θετικό στοιχείο ότι εξοικονομεί ενέργεια και μας ενθαρρύνει να μη δουλεύουμε πια...»

Μια πάντα επίκαιρη και επαναστατική προσέγγιση στο αραλίκι. Ξεκινάει από τις ώρες και τον τρόπο της δουλειάς μας και φτάνει μέχρι τη θρησκεία και την τέχνη.«
από εδώ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει, μεταξύ άλλων:

  • Σκουραίνω την επιφάνεια αντικειμένου λόγω διάβρωσης π.χ. υγρασία, θερμότητα, καπνός, ουσίες κλπ.
  • Αποκτώ μπρονζέ επιδερμίδα κάνοντας ηλιοθεραπεία ή εκτελώντας χειρωνακτική εργασία στην ύπαιθρο.
  • Ψηφίζω αρνητικά / θάβω κάποιον υποψήφιο. Προέρχεται από τις προ αιώνος εκλογές με μολυβένια σφαιρίδια στην γκαζον τενεκεδένια κάλπη, που ήταν μισή μαύρη «ΟΧΙ» και μισή άσπρη «ΝΑΙ» εξ ου και το «μαύρο δαγκωτό» ως δεδηλωμένη αρνητική ψήφος.
  • Στεναχωριέμαι / πήζω.
  • Πέφτει η στρατιωτική μονάδα σε δυσμένεια κατόπιν άνωθεν διαταγής λόγω παράβασης π.χ. κλοπής πολεμικού υλικού / αυτοκτονίας κληρωτού κλπ.
  • Αλλάζει status η στρατιωτική μονάδα κι από βυσματική γίνεται τσατσοπαγίδα (για τους μη εγκαίρως πληροφορημένους) είτε λόγω δυσμένειας όπως ανωτέρω, είτε λόγω έλλειψης εργατικών χεριών π.χ. αποφασίζεται η επόμενη ΕΣΣΟ να πάρει λιγότερους κληρωτούς είτε λόγω αλλαγής διοικητή π.χ. έρχεται κάνας στρατοκαβλάντης.
  • Πλακώνω στο ξύλο και χρωματίζω τον αντίπαλο στην απόλυτη εκδήλωση του μπλε-μαραίν.
  1. - Είδες πως έχει καταντήσει ο Τάκης; Έχουν μαυρίσει τα δόντια του απ’ τη ζου.

  2. - Πού μαύρισες έτσι χειμωνιάτικα; Για σκι ήσουνα;
    - Ναι, είπα να κάνω διακοπές.
    - Αράχοβα;
    - Όχι, Μεγάλο Πεύκο...

  3. - Μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη και τις πυρκαγιές του καλοκαιριού, ο κοσμάκης είδε κι απόειδε, τη μαύρισε την κυβέρνηση στις εκλογές κι ο πρωθυπουργός έφυγε νύχτα.

  4. - Έχει μπει η άνοιξη, όλος ο κόσμος διασκεδάζει έξω κι εγώ τη βγάζω στο γραφείο από σκοτάδι σε σκοτάδι. Έχω μαυρίσει ρε πούστη μου!

  5. - Τα’ μαθες; Ανακαλούνται όλες οι άδειες!
    - Γιατί ρε γαμώτο;
    - Έπεσε μαζική δηλητηρίαση στην ταξιαρχία, ακούστηκε απ’ τα Μ.Μ.Ε., έφτασε στ’ αυτιά του Α/ΓΕΣ, πλακώσανε Ε.Δ.Ε. και τα τέτοια, γάμησέ τα!
    - Καλά κι εμείς τί φταίμε;
    - Ε, δεν καταλαβαίνεις; Ο δίκας έχει χεστεί γιατί τρίζει η καρέκλα του, θα’ ρθουν και τίποτα κλάραμπελ (Σ.Σ. γαλονάδες με διπλά φύλλα δρυός στο κεραμίδι του πηλικίου, «κλάρες») για επιθεωρήσεις, άντε ξανά-μανά βαψίματα και καθαρισμοί, είναι άρρωστοι κι οι μισοί φαντάροι, ετοιμάσου για πούτσα με λέπι φίλο!
    - Πανάθεμα το μάγειρα που μας μαύρισε τη μονάδα καλοκαιριάτικο!

  6. - Πού θα δηλώσεις μετάθεση;
    - Δέλτα-δέλτα Σαλαμύκονος (Διεύθυνση Διοικήσεως), αφού είναι μισή ώρα απ’ το σπίτι μου στο Περιστέρι, άσε που σημαίνει «Δεν Δουλεύω» απ’ οτι μου’ πανε...
    - Δεν τα ξέρεις καλά! Το καλό που σου θέλω βάλε γρήγορα βύσμα για πλας Σούδα να σε παίζει 15-10 οφφ, γιατί στη Μπακαουκία πάνε όλα τα μαμούθ! Το μεγάλο βύσμα τρώει το μικρό κι εσένα σε βλέπω να λιώνεις στα καζάνια! 100 υπηρετούν στη δέλτα-δέλτα, 10 εμφανίζονται στην πρωινή κλήση και 3 μένουν για αγγαρείες, χώρια που σε ξαποστέλνουν σε άλλες υπηρεσίες για θελήματα. Έχει μαυρίσει η δέλτα-δέλτα! Ξέρεις πώς τη λένε τώρα; «Δανείζουμε Δούλους»...

  7. - Έκανε να σηκωθεί ο Μητσάρας, να πει την κουβέντα του στην απέναντι παρέα λόγω παρεξήγησης και πριν τελειώσει, πλακώνουνε κάτι μπεχλιβάνηδες και τον κάνουνε τόπι! Μιλάμε, τον μαυρίσανε για τα καλά! Εμ, βλέπεις ήθελε να κάνει φιγούρα στη γκόμενα ότι δε μασάω κι έβαλε και στα μπατζάκια του...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified