Selected tags

Further tags

Νέος που κάνει από ανέκαθεν ζωάρα, χωρίς να έχει συναντήσει δυσκολίες ή άγχος στη ζωή του. Για το γεγονός αυτό έχουν φροντίσει στις περισσότερες περιπτώσεις οι γονείς του και σπανιότερα η τύχη. Αν και δεν αποτελεί κανόνα, συνήθως οι καλοζωισμένοι είναι μοναχοπαίδια ή πρωτότοκοι γιοι έχοντας μικρότερη αδερφή. Ακολουθούν παραδείγματα/στιγμιότυπα της ζωής ενός καλοζωισμένου:

  • Μπαμπάς γιατρός, συνήθως γυναικολόγος. Γιος ακολουθεί το ίδιο επάγγελμα και ειδικότητα, οδηγώντας την μπαρμπαδίσια μερσεντές του πατέρα για τις εξορμήσεις του στη Χαλκιδική. Χρησιμοποιεί τα λεφτά του πατέρα του για να προσελκύσει κορίτσια, καθώς εμφανισιακά είναι σαν τενεκές.
  • Διαθέτει οικογενειακό εξοχικό σε πανέμορφο μέρος στη Χαλκιδικη, ωστόσο γκρινιάζει στους γονείς του γιατί δεν είναι σε αρκετά κοσμοπολίτικο μέρος (βλ. Καλλιθέα).
  • Η μαμά τον ταΐζει με πολύ προσοχή και του τσιμπάει τα μαγουλάκια σε κάθε ευκαιρία, ωστόσο αυτός της μιλάει απότομα γκρινιάζοντας για ασήμαντους λόγους.
  • Παρ' ότι διαθέτει δουλειά με εξαιρετικό μισθό και άνετα ωράρια, γκρινιάζει γιατί θέλει δουλειά σαν του κολλητού του, η οποία του φαίνεται καλύτερη.
  • Γκρινιάζει (τι πρωτότυπο) γιατί δεν έχει κανονίσει διακοπές όπως θα θέλε. Καταλήγει να πάει Μύκονο, Ίο, κλπ...
  • Κάνει ανελέητα check-in σε trendy μαγαζιά, αναζητώντας πάντα να κολλήσει στην παρέα κάποιου γνωστού. Η παρέα του γνωστού προσπαθεί να τον αποφύγει.
  • Σε περίπτωση που δεν εργάζεται, κάνει ζωή χλιδάνεργου αγοράζοντας ποδήλατα αξίας 1600 ευρώ.

- Πάλι γκρινιάζει ο Βασίλης, δε του άρεσε που δε θα πάμε Μώλο το τριήμερο.
- Δε μας παρατάει μωρέ ο καλοζωισμένος! Κάθε φορά το δικό του γίνεται!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

1)ορισμός από την ελληνική βικηπαδεία: Το κασέρι (ή κασσέρι) (απο τουρκ. kaşar1) είναι ημίσκληρο τυρί από πρόβειο και κατσικίσιο γάλα, με συμπαγή μάζα χωρίς τρύπες. Παράγεται σε κυλινδρικά κεφάλια διαμέτρου 30 και ύψους 10 εκατοστών εμβαπτισμένα σε φυσικό κερί. Το κασέρι μπορεί να διατίθεται και σε παραλληλεπίπεδες φραντζόλες μήκους 30 εκατοστών και διατομής 10x10 εκατοστών. Παρασκευάζεται κυρίως στη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τη Θράκη και τη Λέσβο – όπως και σε πολλά μέρη της Τουρκίας.[εκκρεμεί παραπομπή]

Το κασέρι έχει καταχωρηθεί ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (Π.Ο.Π.)2 με τον Καν.(ΕΟΚ)1107/96 της Ευρωπαϊκής Ένωσης .


2)Σύμφωνα με τους Θεσσαλονικείς, σελεμελέδεςσελεμελές / σελεμελού και εν γένει βορειοελλαδίτες, κασέρι αποκαλείται οποιοδήποτε κίτρινο ή πορτοκαλί-πάντως όχι λευκό-τυρί, σε αντιδιαστολή με τα λευκής αποχρώσεως τυροκομικά, τα οποία αποκαλούνται τυριά.Έτσι κατά τη βορειοελλαδίτικη σλανγκιάσλανγκ, τυρί είναι η φέτα, η μυζήθρα, το μανούρι, το ανθότυρο, ενώ κασέρια το παραδοσιακό κασέρι, η γραβιέρα, το γκούντα, ένταμ, τσένταρ, καμαμπέρ, έμμενταλ κι εν γένει οποιοδήποτε κίτρινης αποχρώσεως τυροκομικό.πρόβλημα γεννά εδώ η κατάταξη του τυροκομικού <κεφαλοτύρι>, δοθέντος, ότι είναι ένα κιτρινόλευκο τυρί.Εδώ οι περισσότεροι λαλάδες, μπαγιάτες μπαγιάτηςκαι μη, αναφέρουμε απλώς το κεφαλοτύρι, χωρίς να εξειδικεύουμε αν πρόκειται για τυρί ή κασέρι.Έτσι η σχετική πίτα, ονομάζεται κασεροζαμπονόπιτα ή σπανιότερα ζαμπονοκασερόπιτα, δίχως κανέναν να ενδιαφέρει τι τυροκομικό πράγματι πλαισιώνει το επίσης αγνώστου προελεύσεως αλλαντικό.

Παράδειγμα εδώ

στο σούπερ μάρκετ. -Καλησπέρα σας.Σε κασέρι τι έχετε? -Υπάρχει γκούντα Ολλανδίας, Ένταμ, Ελβετικό Έμμενταλ και Κεφαλογραβιέρα Νάξου.


3) Και πάλι στη Θεσσαλονικιώτικη μαγκιώρικη μάγκας και συγκεκριμένα δυτικοκαγκούρικη κάγκουρας σλανγκ, ο αντικοινωνικά ξενέρωτος άνθρωπος με δόσεις ηλιθιότητας και κοινωνικής αποκλίσεως.Πρόκειται για χαρακτηρισμό συνώνυμο του λούληλούλης, συναντώμενο ιδιαίτερα σε τιμημένες γλωσσικά δεκαετίες, όπως τα 80's και 90's, οδηγούμενο βαθμηδόν σε εξαφάνιση(αλλά γι'αυτό υπάρχει και το slang.gr, για να διασώσει τη γλωσσική πολιτιστική μας κληρονομιά), προφανώς αποδιδόμενο σε άνθρωπο με τις ιδιότητες του μαλακού ενίοτε γαλακτοκομικού, μαλθακό κι ευάλωτο, που λιώνει εύκολα, σαν το κασέρι(ήτοι ως άνω υπό στοιχείο 2, όλα τα κίτρινα τυριά).

Παράδειγμα εδώ

-Αδερφέ, επειδή δηλαδή η φτώχεια θέλει καλοπέραση, σήμερα θα μαζευτούμε όλοι στο πατρικό μου, λείπουν οι γέροι μου Χαλλλκιδική, θα φέρει κι ο καθένας τα ξύδια του, θα γίνει φάση σε μιλάω. -Ρε καρντασάκο, όλα γκαλλά, αλλά τη ντελευταία φορά ο αποκάτω μας έφερε τους μπάτσους ναούμε. -Ρε άααασε τώρα τον αποκάτω, άμα τάχει τα κάκκαλα, ας με πει στα ίσια, ότι τον ενοχλάω.Άααντε τώρα, το κασέρι.

Got a better definition? Add it!

Published

Συναντάται κατά τις βραδυνές εξόδους ως το μόνο αρσενικό ανάμεσα σε μια γυναικοπαρέα. Συνηθισμένη εικόνα ενός κακομοίρη που κυκλοφορεί δύο ή και περισσότερες κοπέλες για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς, ο ίδιος γουστάρει μία από αυτές αλλά ποτέ δεν έχει κάνει κίνηση και ούτε πρόκειται γιατί είναι φλώρος . Η αξιολύπητη παρουσία του και μόνο αποτελεί εμπόδιο στο να κάνει άλλος κίνηση.

Στην περίπτωση που κάποιος κάνει κίνηση σε παρέα με ξάδερφο:
Ένας ξάδερφος δεν είναι διατεθειμένος να αφήσει άλλο αρσενικό να κάνει κάτι, παρόλο που γνωρίζει ότι θα πάει χαράμι η γκόμενα με την πάρτη του, επιστρατεύοντας κάθε σιχαμένο μέσο προκειμένου να κάνει χαλάστρα. Σε ακραία περίπτωση είναι ικανός να το παίξει μέχρι και γκόμενος της κοπέλας, κάνοντας σκηνές ζηλοτυπίας προκειμένου να απωθήσει έναν ενδεχόμενο μνηστήρα !

Ο ξάδερφος στην καθημερινή του ζωή χαρακτηρίζεται συνήθως από έννοιες όπως φλώρος , καληνυχτάκιας , λούζερ και σπανιότερα ως αλεπούστης .

- Τι έγινε ρε με το ξανθό ,τι λέγατε ;
- Άστα ρε , χώνονταν ο ξάδερφος κάθε λίγο και δεν μας άφησε να σταυρώσουμε κουβέντα.

- Σκέφτομαι να χωθώ στην τύπισσα απέναντι .. της μιλάει όμως εκείνος ο φλώρος.
- Μη μασάς ρε , ξάδερφος θα 'ναι. Κόψε φάτσα .

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ορισμός του όψιμου νεο-Αεκτζή που έμαθε την ΑΕΚ το 2004, την εποχή που έγινε trendy και μόδα απο τον γνωστό κοντοπούτανο κοκάκια.

Ο κομήτης χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι είναι ξερόλας,το παίζει ότι είναι η Δομή στα ποδοσφαιρικά, έχει άποψη επί παντός επιστητού όσον αφορά την ομάδα της ΑΕΚ, παρακολουθεί μόνο ποδόσφαιρο γιατί νομίζει ότι μια ομάδα είναι μόνο η ΠΑΕ και συνηθίζει να συχνάζει πίσω από την οθόνη του υπολογιστή του. Έχει 300.000.000 posts σε γνωστό κομητοφόρουμ και το μόνο που έχει κάνει για την ομάδα του είναι restart στον υπολογιστή του.

Είναι τζάμπα μάγκας, με ύφος σαράντα καρδιναλίων αλλά, κατά βάση, είναι μια κότα που κρύβεται.

Τέλος, να προστεθεί ότι κατά βάση είναι Πανιώνιοι, Εργοτέλης, Λάρισα και ο,τιδήποτε άλλο, έχοντας μάλιστα οι περισσότεροι κομήτες εισιτήρια διαρκείας στις εν λόγω ομάδες.

  1. - Ρε μαλάκα, πάλι ο καρδινάλιος γράφει παπαριές στο κομητοφόρουμ.
    - Έλα μωρέ τώρα, ποιός ασχολείται με τον κομήτη, τον ανύπαρκτο.

  2. - Η ΑΕΚ πάει κατά διαόλου, φίλε.
    - Ναι, αλλά πού θα είμασταν το 2004;
    - Καλά, γάμα το, είσαι κομήτης.

  3. ('Εξω από σύνδεσμο) ΚΟΜΗΤΕΣ ΓΑΜΙΩΣΤΕ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μπουλούκος. Ηχοποίητη λέξη που φαίνεται τρυφερή μόνο σ' αυτήν (-ον για λούγκρα) που την λέει, ή μάλλον, διόρθωση, σ' αυτόν που την ακούει, γιατί κι αυτή που την λέει, τον κοροϊδεύει από μέσα της.

Άδωνις Γεωργιάδης.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που είναι υπερευαίσθητος και φοβάται να αναμιχθεί σε οποιαδήποτε ένταση (καλομαθημένος σκατοφλώρος). Η λέξη προέρχεται αρχικά από το ζεύγος Κλούβιου και Σουβλίτσας.

- Πάμε να ξεφορτώσουμε τις παλέτες με τα πλυντήρια;
- Είσαι σοβαρός; Θες να ιδρώσω και να χτυπήσω;
- Σιγά μωρή Σουβλίτσα. Μήπως θες να περιμένω να σου στεγνώσει το μανό;

Κλούβιος και Σουβλίτσα - ρετρό. (από poniroskylo, 10/03/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προέκταση κλασικών χαρακτηρισμών όπως «τσου ρε Λάκη» ή «ίσα ρε». Εξαιρετικά υποτιμητική προσφώνηση.

- Πρόσεχε σε παρακαλώ πως μιλάς.
- Ίσα ρε... Λάκη... γλυκούλη...

Υφάρχουν και χειρότερα... (από nasos, 30/03/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Καρακλασικός χαρακτηρισμός για μαλθακά και άβγαλτα βουτυρόπαιδα, βουτυρομπεμπέδες, κολεγιόπαιδα, (λα)λάκηδες, λαπάδες, μαμάκηδες, μαμόθρεφτα, μπούες, μπουκμαμάδεςς, μπουλούκους , μπουμπούκους, παπαδάκια, πούδρες, σουβλίτσες, σοφτ και τρυφερά πόδια, φλώρους, χαλβάδες - συνήθως εύπορης μεγαλοαστικής καταγωγής.

Για ακόμα πιο φλώρικες περιπτώσεις, βλ. χλεχλές.

Καμιά σχέση με λελέ, τρελελέ κλπ.

- Κάθε άλλο παρά λελές είναι ο Λαμπρινίδης, λένε εργαζόμενοι (και μάλιστα Νεοδημοκράτες) στο Υπουργείο Εξωτερικών, που γνωρίζουν πως δουλεύει.
(εδώ)

- Ωωωω λελές; μα λελές; δεν νομίζω ότι εκφράστηκες σωστά για το παλικάρι δεν είναι λελές είναι φλούφλης :-)
(εκεί)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο φλώρος ο ίδιος, με την κατάληξη -κουλας (γαμίκουλας, δράκουλας κτλ.)... Συνήθως ο ίδιος ο φλώρος σε υπερθετικό βαθμό. Τύπος λαμέ, σατέν, από βόρεια προάστια κατά κύριο λόγο, που προσπαθεί να εντυπωσιάζει αλλά παρολ' αυτά οι προσπάθειές του παραμένουν άκαρπες και παραμένει φλώρος!

Μας το παίζει μούρη τώρα με το νέο το κουπέ ο φλωράκουλας!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παλαιότερα αποτελούσε μειωτικό χαρακτηρισμό των οπαδών και μελών της ομάδας του Παναθηναϊκού στη λογική ότι η ομάδα εκπροσωπούσε τα αστικά και μεγαλοαστικά στρώματα της Αθήνας, και δη των Βορείων Προαστίων, με λίγα λόγια τους φλώρους της υπόθεσης, σε αντίθεση με τον αιώνιο αντίπαλο Ολυμπιακό, που αντιπροσώπευε το λιμάνι, την εργατιά και την προσφυγιά (λέμε τώρα) ή τις προσφυγικές ομάδες της Α.Ε.Κ. και του Π.Α.Ο.Κ.

Ως προς την ετυμολογία του τζιτζιφιόγκου βρήκα εδώ την ενδιαφέρουσα (πλην όχι σίγουρη) άποψη ότι πρόκειται για νόθο σύνθετο από το τουρκικό τζιτζί (< cici = ωραίος, χαριτωμένος) και το φιόγκος.

Νικώντας οι «μαουνιέρηδες» τους «τζιτζιφιόγκους» ήταν σαν να νικούσαν οι Αποκάτω τους Αποπάνω. Ιδεολόγημα; Βεβαιότατα! Και αν, μάλιστα, κάτσεις και καλοσκεφτείς ότι «τζιτζιφιόγκοι» δεν ήσαν οι ποδοσφαιριστές του ΠΑΟ (που ήσαν μεν και εκείνοι παιδιά των λαϊκών τάξεων, αλλά έπαιζαν για την ομάδα της «καλής κοινωνίας»), τότε το συγκεκριμένο ιδεολόγημα γίνεται αφόρητο και απύθμενο.
Ωστόσο, ιδεολόγημα-ξεϊδεολόγημα, από όλη αυτή τη συγκρουσική ιστορία έβγαινε κάθε Κυριακή απόγευμα ένα συμπέρασμα: ότι ο εργατικός και προσφυγικός Πειραιάς νικά την καλοταϊσμένη Αθήνα των βολεμένων αστών. (Εδώ).

Μια χρήση του "τζιτζιφιόγκος" που έχει συζητηθεί, από πρώην (πλέον) στέλεχος του Ποταμιού. (από Khan, 02/04/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified