Προφ από το αγγλικό ρήμα to hate = μισώ. Παπαχελληνιστί εχθροπάθεια. Βλ. και τρώω χέϊτ. Αν το δούμε λίγο δομιστικά σε σχέση με άλλα σημαίνοντα:

  1. Κατ' αρχήν, είναι το αντίθετο του φαν, του οπαδού και του γκρούπι. Χέιτερ είναι αυτός που μισεί ένα σελεμπριτόνι, έναν καλλιτέχνη, ένα συγκρότημα, μία οποιαδήποτε καταναλωτική επιλογή, ή ένα οποιοδήποτε πρόσωπο από τους φέϊμους και άκυρους της μικροκαθημερινότητάς μας. Το να είναι κανείς χέιτερ φαίνεται ότι ελλοχεύει ως παρενέργεια του πανηγυρισμού των ατομικών επιλογών από το καταναλωτικό σύστημα, πλην από κάποιο σημείο και πέρα οι χέιτερζ το γαμάνε και ψόφησε.

  2. Χρησιμοποιείται κατ' εξοχήν στο Ιντερνέτι για την εκεί εκδήλωση φθόνου, μνησικακίας και μπουλισμού. Ο χέιτερ διακρίνεται από το τρολ/ τρόλι. Το τρολ υποπίπτει σε ατενσιοχοριλίκι, κάνοντας προκλητικά σχόλια για να πέσουν όλα τα λέιζερ πάνω του ως προσοχοπουτάνα που είναι, κάνει δηλαδή μια κίνηση ελκύσεως του ενδιαφέροντος προς το υποκείμενό του. Ο χέιτερ αντιθέτως είναι αντικειμενότροπος, έχει σταθερή οξεία άποψη, και ποθεί περισσότερο την κατακρήμνιση του αντικειμένου του μίσους του. Σε σοβαρές περιπτώσεις, οι χέιτερζ ενδέχεται να μπουλίζουν ασύστολα (cyberbullying) ή ακόμη και να ενώνονται σε ομάδες για αυτό. Ορισμένοι από τους χέιτερζ- μπούληδες είναι οι γνωστοί φοβικοί ομοφοβικοί εθνίκια ναζοί, που εκμεταλλεύονται επιπλέον την ανωνυμία του Διαδικτύου. Αλλά ο όρος χέιτερ είναι αρκετά ευρύτερος. Από ό,τι βλέπω στη Βικούλα η διάδοση του όρου είναι αρκετά πρόσφατη, μετά το 2001.

  3. Σε μουσικά ιδιώματα όπως η χιπ χοπ και η λόου μπαπ ο χέιτερ είναι ένας ειδικός τύπος που εκδηλώνει υπερβολική μνησικακία (Ressentiment που λέμε και στο χωριό μου) και που τρόπον τινά το παρακάνει με τον καταγγελτικό αλτέρνατιβ χαρακτήρα που ούτως ή άλλως έχουν οι λοουμπαπάδες, φτάνοντας σε ακραίες μορφές μίσους και αλληλοσπαραγμού ακόμη και μεταξύ χιπχοπάδων που δεν θεωρούνται αρκετά αυθεντικοί κ.ο.κ. Με τη σειρά τους καταγγέλλονται οι χέιτερζ ως μια μη γόνιμη στάση, όπως εξάλλου μη γόνιμη στάση είναι και αυτή των ποζεράδων.

1. Οπα φιλε,δεν ειμαι χειτερ, αδιαφορος μου εισαι,απλα στο πα τελειως αντικειμενικα να δεις τι παιζεται,γιατι εισαι τοσο κλειστος στο καβουκι που δεν ξερεις τι γινεται εξω

2. Οι απαραίτητες συνθήκες για να δεις Will Ferrell. Αν είσαι hater μην διαβάσεις παραπέρα. Αν παραδέχεσαι το μαύρο, απλοϊκό και καμιά φορά δυσνόητο χιούμορ του, θα γνέψεις το κεφάλι καταφατικά σε κάθε παράγραφο του κειμένου.

  1. -Ψόφα σκρόφα
    - το ονομα σου κερδισε επισημως μια θέση στα αρχιδια μου χειτερ, θες να σε γραψω με στυλο μπικ ή με πενα παρκερ; (Από βρις-οφ στο hiphop.gr).

  2. Nα λύσει μια για πάντα τις διαφορές του με τον 14χρονο hater Γιωργάκη, αποφάσισε ο Nικήτας Kλιντ. Ραντεβού μετά το σχολείο φαίνεται πως έκλεισε διαδικτυακά ο Νικήτας Κλιντ με το Γιωργάκη Π., 14χρονο μαθητή του 1ου Ενιαίου Λυκείου Πεύκης. Η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή σε παρακείμενο δασάκι, σημείο όπου συχνά λύνουν τις διαφορές τους οι πιο «θερμόαιμοι» μαθητές. Ο Νικήτας Κλιντ, γνωστός και ως Xray, είναι Έλληνας hip-hop καλλιτέχνης, πρώην μέλος του low bap συγκροτήματος Active Member και νυν του συγκροτήματος Ρόδες. Αφορμή για τον επικό καυγά που έχει ξεσπάσει μεταξύ του ίδιου και του Γιωργάκη τις τελευταίες εβδομάδες, φαίνεται πως είναι ένα σχόλιο που έκανε ο 14χρονος στο διαδικτυακό τοίχο του καλλιτέχνη, στο οποίο τον αποκάλεσε απολιτίκ. Ακολούθησε μεγάλη αναταραχή σε μπλoγκ, φόρουμ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με ύβρεις και απειλές κι από τις δύο μεριές. Η ελληνική ραπ κοινότητα έχει διχαστεί, με ορισμένους καλλιτέχνες να υποστηρίζουν ότι ο Νικήτας θα έπρεπε να δώσει τόπο στην οργή, ενώ άλλοι μιλούν για «μινιατούρες» που πρέπει να τιμωρήσει παραδειγματικά. Κύκλοι του Νικήτα Κλιντ μιλούν για ένα υπερήφανο οικογενειάρχη, ο οποίος δεν έχει να αποδείξει τίποτα σε κανέναν, διαθέτοντας αντοχή στους haters και στα λευκά / μικροαστικά / ορθόδοξα / νεοελληνικά κωλόπαιδα που κράζουν και ξεκατινιάζονται όπου βρουν. (Κουλουροείδηση).

5. Η ραπ και η χιπ χοπ έχουν ξευτιλιστεί σε όλο τους το φάσμα από πόουζερς και από χέιτερς. Δεν πάει άλλο! Είσαι πόουζερ, είσαι χέιτερ,
δεν χωράς ανάμεσά μας,
με ρίμες και γκραφίτι μεγάλωσε η γενιά μας,
είσαι πόουζερ, είσαι χέιτερ,
κάτσε φρόνιμα στην άκρη,
άκου οι ρίμες μας να δίνουν το γέλιο και το δάκρυ.

που στα λάιβ πας να διδάξεις
κλέβοντας ρίμες του φίφτι
μόνο μπάζα σε θαυμάζουν
κι όλοι οι μπουζουκογύφτοι

δείξε μου τα δάχτυλά σου
για να δω αν τρέχει αίμα
το φαντάστηκα δεν ξέρεις
καν τι είναι πένα

μα τ' αφήνω δεν αξίζει
φιλαράκο τέικ ιτ ίζι
γιατί η ραπ μόνο ταλέντα
έχει μάθει να στηρίζει

δεν αρκεί να είσαι ραπ
πρέπει δήλωση να κάνεις
πρέπει να φοράς Αντίντας
και τα αρχίδια σου να πιάνεις

και για σένα με το μίνι
που λες για ψηλά τακούνια
χιπ χοπ άκουσες μονάχα
από ένα πόζερ στα Μαμούνια

με σκισμένα τζιν και στρας δεν έγινες η Ριάνα
αγκαλιά με μια Λουί Βιτόν
ακόμη μια φακλάνα

όποιος κάπου κάπως μπόρεσε
ένα μικρόφωνο να πιάσει
στη σκηνή πάνω να ανέβει
και τα λόγια μη ξεχάσει

σε ένα ρέκορντ λέιμπελ τρύπωσε
σαν το σπέρμα στο ωάριο
κι ένα μόρφωμα ακόμα
αναμένεται στο αύριο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναφερόμεθα στην «απωλεστική» συμπίεση αρχείων ήχου και εικόνας.

Όταν ριπάρουμε κάποιο ψηφιακό μέσο, μπορούμε να επιλέξουμε χάριν οικονομίας κάποιον αλγόριθμο που να συμπιέζει τα δεδόμενα σε μικρότερα αρχεία. Εις βάρος όμως της πχοιότητας του αρχείου, καθώς περιέχει λιγότερες πληροφορίες (μπιτ).

Στην πραγματικότητα, μόνο το αυτί ενός ξινόπουστα σκύλου μπορεί να διακρίνει ένα «χασιάρικο» MP3 από ένα «μη απωλεστικό» FLAC. Το ίδιο πάντως δεν ισχύει στα αρχεία εικόνας, όπου η υπεροχή, πιχί, ενός RAW έναντι ενός JPEG είναι οφθαλμοφανής.

Η έκφραση είναι νεόκοπη και εισέτι αχαρτογράφητη στο γούγλε-γούγλε. Μου την είπε πρόσφατα λαμπάτος audio-ναζός φίλος, διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του για το iPod μου.

Εκ του αγγλικανικού lossy.

- Ρε τσιμπητέ, ξεκόλλα με το βινύλιο!
- Εσύ άκου τις χασιάρικες κονσέρβες σου, κι άσε εμένα να απολαύσω Floyd όπως ξέρω, τον Άη Ποντ μου μέσα!
- Ουναμουχαθείς, το μόνο πράγμα που χάνω με το iPod μου είναι το κριτς - χρατς του καβουρδιστηριού σου.
- Η εισαγωγή του Wish You Were Here χωρίς κριτς - χρατς είναι σαν δέντρο χωρίς ρίζες...
(πραγματική συζήτα με audio-ναζό)

Αη Πόντ, χασιάρική του η χάρη! (από Vrastaman, 18/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο κολλημένος σε παρωχημένες ιδέες, που παρουσιάζει μια ψυχαναγκαστική επαναληπτικότητα, λέγοντας ξανά τα ίδια και τα ίδια. Βλ. και κολλάει η βελόνα, βάζω την κασέτα.

Πάσα (Δ.Π.): Gatzman.

  1. Και πάντα σκαλώνω σαν χαλασμένο βινύλιο στην ίδια απορία: «Κατάλαβε τίποτα για μένα από μένα;». (Εδώ).

  2. - Διάβασες το κυριακάτικο άρθρο του στην Καθημερινή;
    - Έλα μωρέ, τα ίδια έλεγε, σαν χαλασμένο βινύλιο.

Got a better definition? Add it!

Published

Σλανγκοπρεπέστερη εκδοχή του φρικιού με την προσθήκη του γαμοσλανγκοεπιθήματος «-ίκουλας». Οι κυριότερες (και συχνά αλληλοκαλυπτόμενες) φυλές του φρίκουλα περιλαμβάνουν:

1. Ρατσιστικά: ανθρώπες με ειδεχθή εμφάνιση.

Εδώ υποβόσκουν τέσσερις κατηγορίες:

  • Τα ακραία μπάζα.
  • Τα «τέρατα της φύσεως» (lusus naturæ), άτομα δηλαδή με εκ γενετής δυσμορφίες και δυσπλασίες (μικροκεφαλισμός, σιαμαία δίδυμα κλπ).
  • Διαμελισμένα θύματα ατυχημάτων ή πολέμων.
  • Όσοι οικειοθελώς υιοθετούν το λουκ, υποβαλλόμενοι σε αντεργκράουντ πλαστικές επεμβάσεις, λιμάρισμα κυνοδόντων, εξτρήμ πήρσινγκ, στρέτσινγκ και τατουάζ, κ.ά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο industrial μουσικός Genesis P-Orridge που υπεβλήθη μαζί με την (μακαρίτισσα πλέον) σύζυγό του σε αλλεπάλληλες εγχειρήσεις προκειμένου να σμιλευτεί ένα νέο «πανδρόγυνο» είδος.

    2. Ο γκίκουλας τση τεχνολογίας

Για παράδειγμα:

Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στα εξήνταζ για τους ψυχεδέλες (acid freak). Χαρακτηριστικά παραδείγματα:

  • Φρίκουλας με την καθαριότητα.
  • Φρίκουλας με την γυμναστική.
  • Φρίκουλας με την οικολογία, κλπ.

    Συνώνυμο: ναζί του/της... (όπως π.χ. ναζί της γραμματικής)

4. Ο λατέρνατιβ, το φρίκουλο.

Κι εδώ υπάρχουν δυο μεγάλες κατηγορίες:

1η κατηγορία

- Φρίκη και αηδία μαζί-Ο φρίκουλας με τα μακρύτερα νύχια στο κόσμο

2η κατηγορία

- Που λέτε ο Τζομπς ήταν μεγάλο τυπάκι, φρίκουλας (το φρίκινγκ έχει να κάνει με τα τηλεφωνικά δίκτυα, ουσιαστικά βρίσκανε τρόπους για να πραγματοποιούν δωρεάν κλήσεις) κι έτσι

3η κατηγορία

- Όχι δεν έχω κανένα κόλλημα με τη Μητρόπολη και τα τσιμέντα. Ούτε είμαι όμως και κανάς φρίκουλας των ορεων και των δασών.

4η κατηγορία

- το 1977 στο Πανεπηστήμιο στην Αθήνα και συγκεκριμένα στη Χημική σχολή έκαναν κατάληψη κάτι φρίκουλες και ένα βράδυ μπήκαν μπουκάραν μέσα στο κτίριο ΚΝίτες φοιτητές και ΚουΚουΈδες εργάτες με κράνη και καδρόνια και σακατέψανε στο ξύλο τους φρίκουλες και έσπασαν την κατάληψη! Αν έγιναν έτσι τα πράγματα, τότε δεν βλέπω πουθενά το κακό. Ίσα-ίσα νιώθω περήφανος που τα συντρόφια μου τότε ξηγηθήκανε αλμυρό φιστίκι τους διασπαστές-προβοκάτορες-ασφαλίτες και ανυπομονώ πότε θα ξανακάνουμIε κάτι τέτοιο!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται για εκ L.A. ορμώμενη αμερικλανιά που θέλει αυθόρμητα πλήθη και συγκεντρώνονται αστραπιαία σε δημόσιους χώρους (συνήθως μετά από ιντερνετικό κάλεσμα), να κάνουν κάποιο κουλαριστό χορογραφικό ή άλλο εικαστικό μπροστά σε ανυποψίαστους περαστικούς και στη συνέχεια να τιγκανά σε χρόνο ντετέ. Το βινδεάκι θα αναρτηθεί στο συσιφόνι με την ελπίδα να γίνει βάιραλ. Εκ του αγγλικάνικου flash mob (αστραπόχλος ή μπακαλοφλασιά). Συγγενικό με τα smart mob, τα οποία όμως προβάλουν κάποιο κοινωνικό, πολιτικό ή επιχειρηματικό χάπενινγκ.

Στο ημέτερο L.A., τα φλάσμομπ δουλεύονται σχεδόν αποκλειστικά από διαφημιστές (σμαρτ μομπ) καθώς είμεθα ξύπνιοι και ουχί αμερικλανάκια. Ο Ε.Ο.Τ. πρόσφατα λάνσαρε σε παγκόσμια πρώτη και μια εγχώρια παραλλαγή, το στούπιντ μομπ (μπακαλοφλασιά): πρόκειται για κακογυρισμένη και στερούμενη κάθε καλτίλας ντεμεκιά με πληρωμένους κομπάρσους και πανάκριβη παραγωγή στο Λονδίνο που προβάλει την κατά τα λοιπά ευειδέστατη Όλγα Κεφαλογιάννη και χρεώνεται στον ήδη κουρεμένο εγχώριο φορολογούμενο.

- Οσο για την «επιτυχια». Ναι, ειμαστε πολυ ευχαριστημενοι. Δωσαμε 75,000 για 1,000 views στο Youtube, δλδ 75 ευρω / view. Λες και μετα τις σκηνες πολεμου στο Συνταγμα, θα δουν οι ξενοι το «φλασμομπ» (τρομαρα σας) και ενα απροσδιοριστο τσουρμο να τους καλωσοριζει...απο τον Ταμεση (ελεος) και θα κανουν ουρα να ερθουν στην Ελλαδα. Ελα μπορεις, δεν θελει πολυ μυαλο..
(αναφορά στο στούπιντμομπ τση Όλγας, εδώ)

- Η τραγωδία του φλας-μομπ στην ελλάδα είναι ότι το δουλέυουν μόνο διαφημιστές. (εκεί)

- Στο τέλος ο Κωστής καταλάβει το λάθος του, τζιαι λείπει του τζιαι ποχεί την τζιαι οργανώνει ξανά ένα φλασμομπ τζιαι παίρνει την τζιαμέ τζιαι λαλεί της ότι εν κάμνει δίχα της........Φιλιούνται αγκαλιάζουνται!
(τζειαχαμαί)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στη slang των ηχοληπτών, φέτα είναι το τμήμα της κονσόλας ή του μίκτη που περιέχει τα όργανα ρύθμισης και τις συνδέσεις για ένα κανάλι ήχου. (Υπάρχουν κονσόλες οχτακάναλες, δεκαεξακάναλες και λοιπά – το track που λένε στα εγγλέζικα. Κάθε κανάλι και φέτα.)

Κατά κανόνα, σε κάθε κανάλι αντιστοιχούν ένα fader (γραμμικό ποτενσιόμετρο που ελέγχει την ένταση του ήχου), κάποιες βαθμίδες equalizer (κανείς δε λέει «ισοσταθμιστής»), ποτενσιόμετρο προενίσχυσης, διάφορα κουμπάκια (mute, groups, πανάρισμα, συμπίεση, ειδικά εφέ, κέρατα) και υποδοχές για τα βύσματα. Και επειδή όλα τούτα, όπως τα βλέπεις από πάνω, είναι στοιχισμένα κάθετα, έχει επικρατήσει η ονομασία φέτα.

Συνεκδοχικά, φέτα λέγεται και πιο συγκεκριμένα το fader, πιθανότατα επειδή χρησιμοποιείται συχνότερα από οτιδήποτε άλλο. (Βλ. παρ. 2β, 3.)

  1. Να ρε φίλε, αυτή είναι ραδιοφωνική κονσόλα της προκοπής! Οι φέτες είναι αποσπώμενες, κι άμα χαλάσει καμιά, τη βγάζεις χωρίς να κοπεί η ροή. Την πας για επισκευή, μετά την ξαναμοντάρεις κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ενώ με τη μαλακία το μίκτη που έχουμε εμείς, όποτε βγάζει πρόβλημα (και βγάζει πρόβλημα κάθε τρεις και λίγο), βγαίνουμε εκτός αέρα!

  2. — Δώσε προσοχή, νέος! Οι φέτες, όπως τις βλέπεις από αριστερά προς τα δεξιά, είναι: σιντί ένα, σιντί δύο, πικάπ ένα, πικάπ δύο, μινιντίσκ, πισί, υβριδιακό, μικρόφωνο ένα, μικρόφωνο δύο, μάστερ. Θα τα θυμάσαι, ρε όρνιο;
    — Μ.. μάλιστα, κυρία Σοφία.
    Κεριά και λιβάνια! Τα ποτενσιόμετρα δεν τα πειράζεις. Το μάστερ δεν το 'γγίζεις. Τις υπόλοιπες φέτες τις πας ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΜΕΣΗ για θα σε πάρει ο διάλος. Γκέγκε;
    — Μ.. μμ.. μμμάλιστα, κυρία Σοφία!

(σημ.: εδώ η πρώτη αναφορά σε φέτες δηλώνει τα κανάλια συνολικά, ενώ η δεύτερη δηλώνει μόνο τα fader)

  1. Ο Στράτος, που δούλευε εδώ παλιά, ήτανε τεχνικός με αρχίδια, μπορούσε να λύσει την κονσόλα και να την ξαναδέσει με κλειστά μάτια. Ενώ ο Μήτσος, που φέρανε τώρα, είναι αρχίδια τεχνικός. Μόνο ν' ανεβοκατεβάζει φέτες ξέρει. Κι αν στραβώσει κάτι, χαώνεται και βάζει τις φωνές ότι «κάποιος του πείραξε τις ρυθμίσεις». Άντε βγάλε άκρη...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ως γνωστόν ο DJ (ντι-τζέι), ή ολογράφως ο disc jockey (ντίσκ τζόκεϊ), σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, είναι αυτός που επιλέγει και βάζει δίσκους σε ντισκοτέκ, σε μουσικές εκπομπές κλπ.

Αντιστοίχως ο TJ (τι-τζέι), ή ολογράφως ο telephone jockey (τέλεφον τζόκεϊ) είναι αυτός που επιλέγει να απαντήσει εναλλακτικά σε εισερχόμενες κλήσεις, είτε στην ίδια συσκευή, είτε σε διαφορετικές συσκευές, είτε στην κονσόλα τηλεφωνικού κέντρου κλπ επί σχετικά μακρό χρονικό διάστημα.

Οι συσκευές μπορεί να είναι είτε κινητές, είτε σταθερές (ενσύρματες ή ασύρματες), είτε συσκευές VoIP κλπ.

- Άσε, χθες γιόρταζα και τις απογευματινές ώρες με πήραν μαζεμένα δεκάδες άτομα. Κι ανάμεσα τους άτομα που είχα να τα ακούσω από πέρσι τέτοια μέρα. Από Βέροια, από Χάλκη, απ' όλη τη χώρα. Κι ήμουνα συνέχεια σε ένα ατέλειωτο πήγαινε έλα κι έλα. Από το κινητό στο σταθερό... και τούμπαλιν. Και το μυαλο σέικερ. Να παίρνει σε dt άσχετα data από παντού. Στο τέλος της φάσης, δεν είχα μυαλό. Ρώσικη σαλάτα είχα.
- Εμ... τα 'χουν αυτά οι τι τζέι φίλε. Και πως συνήλθες μετά ρε εσύ;
- Με κρασοκατάνυξη μέχρι τελικής πτώσεως. Το...γιατρικό!!! Τώρα είμαι χάι κι όπου με πάει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Ο James Bond, όπως πρωτοακούστηκε σε ευτελές ελληνικό τραγούδι των 60's (περιλαμβάνεται στη συλλογή «Φόλα Παρτίδα»)

  2. Αυτός που είναι εξοπλισμένος με τα ακριβότερα και πιο εξελιγμένα γκάτζετ και τα επιδεικνύει πουλώντας μούρη.

  3. Ο ριψοκίνδυνος, αυτός που αντέχει και επιβιώνει και στις πιο αντίξοες συνθήκες, όλως παραδόξως χωρίς καν γρατζουνιά, συχνά συνώνυμο του Ράμπο, ή κομμάντο.

  1. ...Τζέμης Μποντ θα γίνω, για να σε αποκτήσω...
    ...θα γίνω, θα γίνω για σένα Τζέμης Μποντ

  2. (σε καφενείο χωριού):
    - Κρύψε ρε Σάκη το άη φον και μας κοιτάει όλο το χωριό!
    - Κάτσε ρε Μπάμπη, εσεμές στέλνω!
    - Στείλε από το δικό μου ρε μαλάκα, θα σε περάσουν για τον Τζέμη Μποντ! Μου έχεις κοτσάρει και το bluetooth στο αυτί, φιρί φιρί το πας να μας την πέσουν!

  3. - Τα έμαθες για τον Τάσο ρε ψηλέ;
    - Όχι, τι έκανε πάλι το θηρίο;
    - Ανέβηκε προχτές στην ταράτσα να φτιάξει την κεραία...
    - Και τον χτύπησε το ρεύμα;
    - Όχι, χειρότερα! Έπεσε στο κενό!
    - Τι λε ρε φίλε; Αυτός μένει και σε 5όροφη! Πού νοσηλεύεται να πάω να τον δω; Ή μήπως ήρθαν τα χειρότερα;
    - Εδώ είναι το αστείο! Ούτε γρατζουνιά! Έπεσε πανω σε καρότσα με σεντόνια, είχε λαϊκή από κάτω!
    - Τι λες τώρα ρε φίλε, Τζέμης Μποντ ο δικός σου...
    - Αλλά ο γύφτος τον κατσάδιασε γιατί του γκρέμισε την καρότσα...
    - Πω, απίστευτο, κάτσε λίγο να συνέλθω...

Χρήστος Κορωπιώτης «Τζέμης Μποντ» (από vikar, 12/08/11)(από Khan, 04/02/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η τεχνικούρα χρησιμοποιείται για να δηλώσει την υπερβολική χρήση τεχνικής ορολογίας και επαγγελματικής-τεχνικής ιδιολέκτου αναφορικά με θέματα που ενώ θα μπορούσαν να εξηγηθούν ή να περιγραφούν με πιο απλό και κατανοητό απ' όλους τρόπο, εν τέλει απλά αφήνουν το κοινό με ερωτηματικά πάνω από το κεφάλι τους. Επίσης, η τεχνικούρα χρησιμοποιείται αναφορικά με θέματα που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, τις οποίες και κατέχει ο εκάστοτε ειδικός του τομέα. Τέλος, παρατηρείται η χρήση του όρου ως επιθετικός προσδιορισμός αποκλειστικά αρσενικού γένους για ανθρώπους που συγκεντρώνουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Η τεχνικούρα είναι παρεμφερής και εν μέρει συνώνυμη της μπολικούρας, με μία όμως ειδοποιό διαφορά: Η τεχνικούρα είναι εξεζητημένη μεν, αλλά δεν ξεφεύγει ποτέ (ή μάλλον σχεδόν ποτέ) από το συγκείμενο, οπότε με αυτή την έννοια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανούσια. Αυτό όμως δεν κρύβει τα ενίοτε άκρως ελεεινά κίνητρα του τεχνικούρα, τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο από την επίδειξη γνώσεων, την τεχνοκρατική του ποζεριά και εν τέλει το ατελείωτο ψώνιο του.

Βέβαια, υπάρχει και το σπάνιο είδος ανθρώπων οι οποίοι παρουσιάζουν μία εμφανή και ειλικρινή αδυναμία να εκφραστούν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Αυτούς τους άδολους τεχνικούρες η κοινωνία θα πρέπει να τους αγκαλιάσει με συμπόνια και κατανόηση... χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι με αυτό τον τρόπο θα γίνουν πιο δημοφιλείς.

Τελικά, όπως είχε πει και ο τρισμέγιστος Μπουκόφσκι, «μεγαλοφυΐα είναι να λες εξαιρετικά δύσκολα πράγματα με εξαιρετικά απλό τρόπο», δήλωση με την οποία θα συμφωνήσει ο κάθε μαθητής, φοιτητής, αναγνώστης, ερευνητής, και γενικά ο κάθε ένας από εμάς που αναγκάζεται να ζητήσει την βοήθεια ειδικών για να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα που προέκυψε...

  1. Πάω που λες να πάρω ένα λάπτοπ και έρχεται ο πωλητής και μ' αρχίζει στις τεχνικούρες... Κάτι επεξεργαστής Intel Menlow Atom Z530 (1.6 GHz) με 512KB L2 cache στα 533 MHz οθόνη 13,4'' WXGA TFT LCD, Glare Type με LED backlight και ανάλυση 1366 x 768 μνήμη 2048MB (1 x 2048MB) DDR2 και σκληρό 250 GB SATA και τα' καψα όλα... Ευτυχώς που μία πελάτισσα τον διέκοψε να τον ρωτήσει κάτι και την έκανα μ' ελαφρά πηδηματάκια...

  2. Ρε συ, τι λέει πάλι εδώ; Δεν βγάζω άκρη με αυτές τις τεχνικούρες. Τ' είναι ο παλινδρομικός αναδευτήρας 4000/356 στα 500 rpm;
    — Εμ αφού πας και ψωνίζεις κινέζικα...

  3. — Πώς τον βλέπεις σαν κιθαρίστα;
    — Καλός είναι μωρέ, αλλά και μπολικούρας και τεχνικούρας. Χίλιες φορές John Lee. Παίζει μία νότα και σε στέλνει καρφί στο μπαρ για ένα ακόμη...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Από το αγγλικό peak) Όρος της μουσικής τεχνολογίας που χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι η κυματομορφή (waveform) ενός ήχου φτάνει σε μια κορυφή (peak) υπερβολικά υψηλής έντασης με αποτέλεσμα κατά την αναπαραγωγή να παραμορφώνεται ο ήχος.

  1. - Πώς σου φαίνεται το κομμάτι που έγραψα;
    - Καλό είναι, αλλά πρόσεξε στη μίξη να μην σου πικάρουν τα πρίμα.

  2. - Παίξε καθόλου με το equalizer γιατί πικάρουνε τα μπάσα.

Το κλιπάρισμα είναι αυτό εδώ. (από Cunning Linguist, 26/07/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified