Σε ξέρω πολύ καλά, γνωρίζω τα χούγια σου.

Όπως μια μητέρα ξέρει την ιδιοσυγκρασία, τη ψυχολογία, τα θέλω και τα
γούστα του παιδιού της, έτσι και ο λέγων έχει τη πεποίθηση ότι γνωρίζει σε μεγάλο βαθμό τον εκάστοτε φίλο του.

Λέγεται μεταξύ ανδρών κυρίως.

- Πού 'σαι ρε παλιόφιλε, πού χάθηκες;
- Άστα ρε Γιώργο, μιλάω με μία πρώην τελευταία και δε ξέρω τι να κάνω, να τοποθετήσω, ή να το παίζω κυριλέ!
-Αφού ρε Τάκη σε έχω γεννήσει εσένα, αργά ή γρήγορα θα βάλεις αφού δε κρατιέσαι ποτέ!
-Ναι αλλά μεταξύ μας όμως ε, παίζει μπάλα και ο Αλέξης.
-Χαζός είσαι;

Και σ' έχω γεννήσει

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη που χρησιμοποιήθηκε ευρέως κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου και αναφερόταν στο πασίγνωστο γερμανικό υποπολυβόλο MP40, γνωστό και ως Schmeisser.

Το προσωνύμιο αυτό το πήρε από τον χαρακτηριστικό ήχο της ριπής του, που παρομοιαζόταν με τον ήχο που κάνουν τα δόντια των ανθρώπων όταν χτυπούν από το κρύο (τουρτουρίζουν).

Τα όπλα αυτά ήταν κάτι πολύ κοινό ως οπλισμός των ανταρτών, καθώς οι αντάρτες χρησιμοποιούσαν σε μεγάλο βαθμό οπλισμό που άφησαν πίσω οι Γερμανοί κατά την αποχώρηση τους.

[...]Με ρυθμούς… τουρτούρας (για όσους θυμούνται το
γερμανικό πολυβόλο) γίνονται οι αιφνίδιοι έλεγχοι[...] από εδώ

[...]Εδώ στου Γεωργαλά ήταν 2-3 αντάρτες με μια τουρτούρα πολυβόλο και μας καθήλωσε πέρα εκεί.[...] από εδώ

Στρατιώτης των SS με MP40 (από Παπαντώνης, 14/03/12)Υποπολυβόλο MP40 (από Παπαντώνης, 14/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προέρχεται από το «αναστατώνω» και το «σκατώνω» (= τα κάνω σκατά), υποδηλώνοντας εν συντομία ότι κάποιος έκανε άνω κάτω άνευ επιδιορθώσεως κάτι οργανωμένο.

-Για να τσεκάρω τι μουσική έχεις...
-Πρόσεχε ρε μαλάκα! Μου τα ανασκάτωσες τα CD!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το γνωστό τοις πάσι τάπωμα αλλά σε ιδιαίτερα ανεπτυγμένη και εξασκημένη μορφή, συνήθως σαρκαστικό και υποδόριο. Απαιτεί ταλέντο στην τέχνη της ειρωνείας. Χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να προβάλλουμε κάποιον χωρίς να ρίξουμε το επίπεδό μας ή χωρίς αυτός να το καταλάβει, εάν είναι αρκετά ηλίθιος. Ιδανικό για χρήση εκεί που η συμβατική βωμολοχία κρίνεται απαράδεκτη.

(σε σχολικό περιβάλλον)
Καθηγήτρια: (αντιπαραθέτοντας της πληρότητα του μαθήματός της έναντι σε αυτό της προκατόχου της) «Η προηγούμενη δεν σας έκανε τίποτα; Τι σόι καθηγήτρια είναι αυτή;»
Μαθητής: (μην μπορώντας να της απαντήσει «δεν κοιτάς τα μούτρα σου λέω 'γω»)
«Συμφωνώ απολύτως, κυρία. Κάθε λογής ανίκανες έρχονται εδώ και μας το παίζουν καθηγήτριες τελευταία.»
Τα πίσω θρανία: «Οοο...! Φάε high class tapping μωρή!»

(Από προσωπική μου συνδιάλεξη εν ώρα μαθήματος)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το στρίψιμο ανδρικής ρώγας. Πονάει...

- Τι είναι ροζ και γυρίζει; (πλησιάζοντας τον άλλον χαλαρά).
- Τι; (αφηρημένος)
- ΓΙΟΥΡΟΒYΖΙΟΝ!!

(από Vrastaman, 14/03/12)Η κατάρρευση της Ευρώπης. Πονάει; (από xalikoutis, 11/05/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προέρχεται από το αγγλικό «local» και σημαίνει ντόπιος, ιθαγενής, γηγενής.

- Προς τα πού πάμε;
- Θα ρωτήσουμε τα λοκάλια.

- Δεν αντέχω άλλο καμάκι από λοκάλι, έχω ανακατευτεί πια από τις πολλές τρίχες στην πλάτη των γκρικ λόβερς...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

γόνος, ουσ. εκ του γίγνομαι, γένεσης - δημιουργώ.

Ο γόνος είναι απόγονος αστικής οικογένειας με εμφανή οικονομική ευμάρεια και υψηλό επίπεδο διαβίωσης. Οδηγεί, ενδύεται και διάγει βίο πολυτελή αλλά συνάμα διακριτικό.

Ο γόνος συναντάται σε γνωστά στέκια όπου είναι εκεί πριν πας και αφού φύγεις για το επόμενο, όπου και εκεί θα τον ξαναδείς να έχει προσέλθει πριν από εσένα.

Ο όρος γόνος δεν πρέπει να μπερδεύεται με τον γυφτογύφτουλα ο οποίος ταιριάζει σε όλα πλην του ότι διατυμπανίζει πόσα πού και με ποιους ξοδεύει τα χρήματα του.

Ο γόνος παραγγέλνει την τρίτη Belvedere Magnum διακριτικά, πληρώνει διακριτικά και ευχαριστεί τον σερβιτόρο χωρίς τυμπανοκρουσίες. Απεχθάνεται το χρήμα στη φυσική του μορφή και για αυτό το ξεφορτώνεται σε μεγάλες ποσότητες.

Αγαπά το μπρι, την Grey Goose τα Frank Müller. Οδηγεί πολυτελές αυτοκίνητο 39.6lt W64 με ιπποδύναμη που παραπέμπει σε σταύλο Ρωμαϊκού αυτοκράτορα και με ελάχιστη κατανάλωση 87 lt/100km. Ξέρει αυτούς πού θα γνωρίσεις και είναι γνωστός με όλους όσους ξέρεις εσυ!

Υποκατηγορία γόνου πληροί όλες τις ανωτέρω προϋποθέσεις χωρίς ωστόσο την οικονομική επιφάνεια του δούκα του Westminster. Αυτός ο τύπος γόνου είναι ο λεγόμενος ετερόφωτος γόνος. Ο ετερόφωτος γόνος πηγαίνει σε κότερα για διακοπές και σε πολυτελείς επαύλεις για Σ/Κ. Ο ετερόφωτος γόνος δεν κλείνει ποτέ το φως.

-αγάπη παραγγέλνουμε τπτ να φάμε;
- τι θες;
- έφαγα χθες στο σκάφος του Βασίλη μαύρο μπακαλιάρο με τρούφα Βαϊμάρης και ριζότο πορτσίνι! Θες να πάρω και για ΄σένα;
- θα πάρω δυο τυλιχτά....

(από Khan, 13/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα καλιαρντά, είναι το αφροδίσιο νόσημα, το παράσημο.

Διασώζει την λέξη ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο του Τα Καλιαρντά, όπου σημειώνει ότι το συστατικό μπαρο- σημαίνει αρρώστια. Να σημειώσουμε πάντως ότι baro στα Ρομανί σημαίνει μεγάλος (δες εδώ), από τα οποία έχουμε τα μπαρός και μπάρα (= το χοντρό μεγάλο πέος). Δες και εδώ τη σημασία στα Ρομανί «μεγάλος, ψηλός αλλά και αφέντης, νοικοκύρης». Μάλλον πρόκειται επομένως για της πούτσης αρρώστια και δη της χοντρής.

Ποτέ μου πριν δεν είχα αβέλει ντουλό σε τεκνό και τώρα αλλαξοτοπιασμένη, γεμάτη μουτζότζοφες και μπαρόσημα, ν’ αβέλω διακόνα στον μπερντέ για το συρμομπακά για να επιστρέψω στον τσαρδότοπο… (= Ποτέ μου πριν δεν είχα δώσει λεφτά σε τεκνό, και τώρα σε ξένο τόπο, γεμάτη μουνόψειρες και αφροδίσια, να ζητάω λεφτά για το πλοίο, για να επιστρέψω στην πατρίδα μου). (Από το καλιαρντογράφημα του Τέο Ρόμβου).

Got a better definition? Add it!

Published

Ο λημματογράφος, από την υπεύθυνη δημόσια θέση που κατέχει, διαψεύδει κατηγορηματικά και μετά βδελυγμίας τις φήμες σύμφωνα με τις οποίες :

α) Υπήρξε ποτέ ή υπάρχει πολυεθνική Εταιρεία με το όνομα Miesens.

β) Η εν λόγω Εταιρεία είχε / έχει θυγατρική στην Ελλάδα.

γ) Ο φερόμενος ως πρόεδρος της υποτιθέμενης θυγατρικής της προειρημένης ανύπαρκτης Εταιρείας τηγκανά υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες και για ασαφείς λόγους από την Ελλάδα προς γερμανόφωνη χώρα της Β. Ευρώπης.

δ) Γόνος επιφανούς Έλληνα πολιτικού δέχτηκε ως δώρο ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό από την (είπαμε) ανύπαρκτη Εταιρεία.

Επιπλέον, ο λημματογράφος, με την αίγλη του Καθηγητού Γλωσσολογίας, καταρρίπτει άπαξ και δια παντός τα φληναφήματα σύμφωνα με τα οποία η λημματογραφούμενη λέξη γράφεται κομπραδώρος ως δήθεν προερχόμενη από το όνομα εξωτικού ερπετού με ισχυρότατο δηλητήριο και την ελληνική λέξη δώρο.

[...]η λέξη, βλέπετε, ανήκει στο λεξιλόγιο των κομουνιστών [...]
Η λέξη είναι comprador από τα πορτογαλικά, και σημαίνει κανονικά «αγοραστής» (ίδια και στα ισπανικά, compratore στα ιταλικά). Στην Κίνα οι κομπραδόροι ήταν οι επικεφαλής του ντόπιου προσωπικού των ξένων εταιρειών και ταυτόχρονα οι μεσολαβητές ανάμεσα στα ξένα αφεντικά και τους ντόπιους πελάτες. Από τον ρόλο αυτών των διαμεσολαβητών, ο όρος επεκτάθηκε σε όλα τα αποικιοκρατικά καθεστώτα και στο κομμάτι της αστικής τάξης που γίνεται υποχείριο των ξένων συμφερόντων. Στα νεοαποικιοκρατικά καθεστώτα η τάξη αυτή (comprador class, comprador bourgeoisie, comprador capitalists) εξακολουθεί να λειτουργεί εξυπηρετώντας τα συμφέροντα του διεθνούς καπιταλισμού, για να βλογάει και τα δικά της γένια. This way please.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γλοιώδης τύπος που ανοίγει / κλείνει πόρτα - κορδόνι - τζαμαρία και χαιρετάει κόσμο σε κλαμπ / εστιατόρια / καφετέριες κτλ. Χαιρετίζει γνωστούς και αγνώστους εγκάρδια εάν είναι φιλικός καλυνυχτάκιας ή αυστηρά άμα κρύβει ένα αίσθημα βλαχοκατοτερότητας. Ενδύεται συνήθως με δανεικό κουστούμι και αποφεύγει το black light καθώς έχει να το πλύνει από τότε που θυμάται με αποτέλεσμα να «λάμπει» η μασχάλη του σακακιού.

Κύριος ρόλος του να αποχαιρετάει στην έξοδο, εξ ου και η ονομασία του, με αγκαλιά στους άνδρες και φιλιά και πιθανώς θώπευμα μηρού εις τις γυναίκες. Αρέσκεται σε δηλώσεις «μη χαθούμε» και «τα λέμε». Επιβιώνει τις νυχτερινές ώρες κυρίως το ανδρικό φύλο, αλλά έχουν παρατηρηθεί και πολλοί θηλυκοί καληνυχτάκηδες κατά τη διάρκεια της μέρας κυρίως σε καφετέριες και μπαρ.

Μελετάται πιθανή συγγένεια με καθολικούς κληρικούς και κυρίως καρδιναλίους αφού έχει παρατηρηθεί φοβερή ομοιότητα στο ύφος τους. Περίπου σε ποσοστό 83% είναι δυσλεκτικοί καθώς το να βρεις το όνομα σου στη λίστα σωστά ορθογραφικά είναι θέμα τύχης (πχ εάν ονομάζεται κάποιος Αίαντας Πυγμαλίων πιθανώς να μην μπορέσει να τον αναγνώσει στη λίστα).

Αντλεί τη δύναμη του από τον μεντεσέ, τυχόν απομάκρυνση του επιδρά καταλυτικά επάνω του.

- Πάρε το μπουφάν σου και πάμε.
- Μισό να χαιρετήσω τον καληνυχτάκια στη πόρτα.
...

- Παιχταρά μου μάτσα μουτσα... χάρηκα!
- Φιλιά αγορίνα μου, μη χαθούμε..
- Τα λέμε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified