Πρόκειται για άτομο με την ιδιότητα του Σαπίλος (ή Σάπιλ), που όμως φέρει -από επιλογή ή εκ φύσεως- καράφλα.

-Βλέπεις τους τύπους εκεί που αράζουν; Ο ένας είναι μεγάλο σαπίδι. -Ποίος από όλους; -Ο καραφλοσάπιλ..

Ετυμολογία

καραφλός, ο + Σαπίλος (ή Σάπιλ), ο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτομο που επιδίδεται συχνά στην πράξη του σάπινγκ.

Ο τύπος την άραξε σε μιά καρέκλα σε όλο το γλέντι και δεν κουνήθηκε καθόλου. Μιλάμε για τεράστιο σάπιλ..

Συνώνυμα

σαπίδι, το


Παράγωγα

Καραφλοσαπίλος (ή Καραφλοσάπιλ), ο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παράδειγμα εδώΠχ:Περίμενα στο μετρό και πέρασε ένας τύπος που κοίταζε με ένα χαμένο βλέμμα τόσα έντονα και έλεγε κάτι ακαταλαβίστικα που άρχιζα να κριπουλιάζω και σηκώθηκα κι έφυγα

Η συναισθηματική κατάσταση στην οποία περιέρχεται κάποιος εξαιτίας ενός προσώπου ή ενός περιστατικού που περιέχει στοιχεία ικανα να προκαλέσουν φόβο/άγχου/αμηχανία

Got a better definition? Add it!

Published

Καβλόρδα, η (ουσ.). Η ξαφνική υπέρτατη πείνα που κυριεύει ένα θηλαστικό μόλις αντικρύσει ή συλλογισθεί τον πραγματικό ή δυνητικό ή φανταστικό σύντροφό του. Η παρουσία φαγητού είναι προαιρετική.

- Παίρνω άδεια από τη μονάδα, γιατί τρεις μήνες είχα να τη δω. Μου γύρισε το μάτι από την καβλόρδα. Δεν ήξερα αν ήθελα να την πηδήξω ή να τη φάω.

- Και σκάει η Βεατρίκη με χειροπέδες και νουτέλα.
- Πω ρε φίλε, καβλόρδα!

- Έβλεπα στον ύπνο μου τη Λέα Σεϊντού να τρώει παγωτό ξυλάκι και με είχε πιάσει μια καβλόρδα, πού να στα λέω.

Got a better definition? Add it!

Published

Η κοπέλα που γνωρίζεις μέσω του διαδικτύου, συνήθως απο dating εφαρμογές όπως το Tinder. Προέρχεται απο την αλβανική λέξη pidh (αιδοίο).

Έκανα χτες match με το απόλυτο e-Pidh.

Got a better definition? Add it!

Published

Απο την γνωστή έκφραση ούτε γάτα ούτε ζημία.

Χτύπησα ενα παρκάρισμένο αμάξι χθές αλλα νομιζω δεν με είδε κανείς, ούτε γάτα ούτε σκύλος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προφέρεται οπως η Αγγλική λέξη get και σημαίνει ο εύσωμος/ή. Έχει ρίζες απο την αλβανική λέξη traget που σημαίνει πλοίο.

-Εχω γίνει γκέτ τελευταία.
-Αφού μόνο τρώς και παίζεις λόλι.

Got a better definition? Add it!

Published

Οι πατάτες.

Παω να μαζέψω πατότεν για να τις βάλω με το πούλ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το κοτόπουλο.

Θα φτιάξω πούλ στον φούρνο σήμερα.

Got a better definition? Add it!

Published

Πολύ, προέρχεται απο την λέξη shumë. Συνήθως όμως αναφέρεται και μόνο του στην πρόταση οταν θέλουμε να πούμε οτι κάτι ειναι πολύ καλο, αλλα και στο φαγήτο οταν ειναι πολύ νόστημο.

-Κίκος: Έφτιαξα πούλ με πατότεν.
-Γιάννης: Μμμμμμ, σουμμμμ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified