Το χνέψιμο

συναισθηματική κατάσταση κατα την οποία αισθάνεσαι ταραγμένος-η/ενοχλημένος-η

Ρήμα:χνέφω/χνέφομαι Μετοχή:χνεμένος -η Ουσιαστικό:το χνέψιμο

Ειδα μια κατσαρίδα στο δωμάτιο μου,χνέφτικα και δεν μπορούσα να κοιμηθώ

- Τι έχεις? -Τίποτα,απλά είμαι λίγο χνεμένος σημερα

εκνευρισμόςενόχληση

Got a better definition? Add it!

Published

Ο τζίμ Λεν, ο Μιτσάρας, ο χωριάτης Βίκινγκ

Mπράβο ρε Μιτσάρα έβαλες την μύτη πάλι.

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός που είναι μέσα σε όλα τα κόλπα. Ντρόγκια, κομπίνες, Λαρισαίος , καφετζής, μακαρονάς.

Στον Σιτρά να ψωνίζεις αυτός ξέρει.

Got a better definition? Add it!

Published

Πολεμικός χορός νεοελληνικής περιόδου, αντίστοιχος της βραζιλιάνικης Καποέιρα. Από το 1980 και εντεύθεν ορίζεται ως πανελλήνιος χορός που εξελίσσεται σύμφωνα με την ελληνική αστικολαϊκή μουσική παράδοση. Ο βασικός χορευτής εκτελεί τις φιγούρες-λαβές εντός κύκλου που σχηματίζει το κοινό, το οποίο χτυπάει τα χέρια του σε τυχαία χρονικά διαστήματα. Χαρακτηριστική είναι η έλειψη μέτρου τόσο μουσικά όσο και γενικότερα. Χορεύεται συνήθως από το κυρίαρχο αρσενικό της αγέλης για να εκφοβίσει τα υπόλοιπα μέλη. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συγχέεται με το Ζεϊμπεκικο που αποτελεί παραδοσιακό ελληνικό χορό.

Έριξε μια ζεϊμπεκιά και στο τέλος σήκωσε το τραπέζι με τα δόντια

Got a better definition? Add it!

Published

Ρε συ μας τα έχει πρήξει ο Τζιμης όλο φλεξαρει με το καινούριο του πανάκριβο ποδήλατο!

Είναι η επίδειξη διαφόρων υλικων αγαθων (κινητά κοσμήματα ρούχα κλπ) Επίδειξη σωματικών προσόντων. Εν κατακλείδι όταν κάνεις "διαφημιση" την πάρτη σου είναι φλεξ.

Got a better definition? Add it!

Published

Η σωματική και πνευματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος όταν δεν είναι υποχρεωμένος να κάνει απολύτως τίποτα αλλά και δε θέλει να κάνει κάτι. Η έκφραση προέρχεται απο την αρχαία Ρώμη όπου λέγεται ότι οι πλουσιότεροι μη έχοντας , αλλά και μη θέλοντας να κάνουν κάτι απλά ξάπλωναν και έπερναν μέρος σε συμπόσια.

Απο τότε που πείρα άδεια είμαι σε ρωμαϊκή αργία. Όλη μέρα στο κρεβάτι , δε κάνω τίποτα. Βγαίνει η κούρση της δουλειάς.

Got a better definition? Add it!

Published

Το πολύ βαθύ ξύρισμα που κάνει το δέρμα τοσο απαλο ωστε να προσομοιάζει κυριως στην αφή με νωπό κοτόπουλο.

Στο παρακάτω παράδειγμα παραθέτω αληθινό περιστατικό απο τον ΕΣ Κέντρο Διαβιβάσεων , Δίκας Συνταγματος Vs random κωλοφάνταρου, οπως μου είχε μεταφερθεί από αυτόπτη μάρτυρα.

- εσύ τώρα έχεις ξυριστεί;; - ΜΑΛΙΣΤΑ! - πήγαινε ξυρίσου σωστά και ξαναέλα.

(επιστρέφει με κοντρα ξύρισμα και ο δίκας τον επιθεωρεί με σφαλιαρίτσες τύπου Κορλεόνε)

- έτσι σε θέλω! κοτόπουλο!!!

Got a better definition? Add it!

Published

Το λήμμα (αν και είναι όρος-ομπρέλα για διάφορες συμπεριφορές) συναντάται σε διάφορες εκφάνσεις του με κύριες τις εξής:

*Η έμφυτη τάση του να εξαφανίζεσαι απο προσώπου γής

*Η χρήση παράλογων μυθευμάτων με σκοπό την απόκρυψη των προσωπικών δραστηριοτήτων

*Η αλόγιστη χρήση ασφαλιτιάς χωρίς λόγο και αιτία

-Κοίτα τον μαλάκα πάλι άρχισε τις ντουσκιές και τον ψάχνει όλη η πλατεία

-γευματιζες χθες βραδυ με κορασιο στην πλατεια; -ναι, εσυ που ησουνα;! -χαχα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν κατασκηνώνεις χωρίς σκηνή. Το φαινόμενο εμφανίζεται κυρίως σε λιμάνια και παραλίες νησιών από άτομα που δεν έχουν κλείσει δωμάτια και ξεμένουν είτε σε νησιά, όπως η Ικαρία, όπου άτομα αποφεύγουν την σκηνή εσκεμμένα. Συνοδεύεται απαραίτητηα από την απουσία μπάνιου για πολλές μέρες οπότε και οι κατάδες εξελλίσονται σε νησίδες βιοποικιλότητας και αγαπημένα αντικείμενα όσφρησης για τους χαρούμενους τετράποδους φίλους μας. Σε ακραίες περιπτώσεις ο κατάς μετατρέπεται σε σκατάς.

- Μάγκες πρέπει να βρούμε μια γωνία στην παραλία να αράξουμε το κατά μας.

- Παιδιά και σεις για κατά ήρθατε;

Got a better definition? Add it!

Published

Οξεία μέθη η οποία χαρακτηρίζεται από διαταραχές μνήμης, κρίσης, προσανατολισμού, συνέργειας κινήσεων (ιδίως λεπτών και επιτήδειων κινήσεων),μορφασμοί προσώπου, ενώ επηρεάζεται η ομιλία και επιβραδύνονται οι αντιδράσεις.

Χθες ήπια τ'άντερα μου και έπαθα Κάρλο Τζι

Got a better definition? Add it!

Published