Στην ποικιλία της Σαλαμίνας (< Αμαλίτσα < Αμαλία). Κέρμα 25 λεπτών (1/4 δραχμής) επί Όθωνα και 20 λεπτών επί Γεωργίου. Χρησιμοποιείται στην Κούλουρη, λόγω κάποιων ομοιοτήτων που φέρει η φορεσιά της Κούλουρης με τη φορεσιά της Αμαλίας, την οποία καθιέρωσε ως βασίλισσα, αντικαθιστώντας τη μουσουλμανική μαντίλα που έβλεπε να φοράνε οι γυναίκες της Ελλάδας και θέλοντας να φέρει τον ευρωπαϊκό τρόπο ενδυμασίας.

Οι μαλίτσες στολίζουν το τάσι πάνω στο φέσι της κουλουριώτικης φορεσιάς.

Got a better definition? Add it!

Published

Ο βρικόλακας στην ποικιλία της Σαλαμίνας και μεταφορικά ο άνθρωπος που δεν κοιμάται το βράδυ.

Σαν τον λουγκάτη απόψε δεν κοιμήθηκα καθόλου.

Got a better definition? Add it!

Published

Το γατάκι στην ποικιλία της Κρήτης, καθώς και σε άλλες ποικιλίες, όπως της Σαλαμίνας. Χρησιμοποιείται και για άνθρωπο αδύναμο και τρυφερό.

Άντρες θαμαστούς εφτά ήπνιξα ωσάν κατσούλια (Μάρκος-Αντώνιος Φώσκολος, Φορτουνάτος, π. 1655, Δ´ 292· Δ´ 204).

Got a better definition? Add it!

Published

1.Ιδιωματισμός για την ακρίδα, σε χρήση στην Ήπειρο, σε περιοχές με επαφή με την αλβανική γλώσσα ή τα αρβανίτικα.

Ιούνιος 1932, Στα Μέγαρα έπεσαν σύννεφα από καρκαλέτσια, φάγανε όλα τα αμπέλια των Μεγάρων (Ιστορία των Μεγάρων)

2.Ο επίμονος βήχας, ο κοκκύτης, αναφερόμενος και ως κάρκαλος ή καρκαλέτζης ή καρκαλιάς.

Ο επίμονος και ιδιόρρυθμος βήχας, που σε περίοδο παροξυσμού κόβει την ανάσα, κάνει τη διαφορά και οδηγεί όλους στην ασφαλή διάγνωση: Καρκαλέτσι. Αλλιώς καρκαλιάς. (Χρήστος Παπακίτσος, "Το καρκαλέτσι και τα γιατροσόφια του", Τζουμερκιώτικα Χρονικά, 2012, σ. 28).

3.Μεταφορικά ο ψηλός και κάτισχνος άνθρωπος.

Τι καρκαλέτσι πήγε και παντρεύτηκε! Είναι σαν τη Μητρόπολη με τον Άγιο Λευτέρη.

Got a better definition? Add it!

Published

Ο γονέας γκέι ή λεσβίας, ο οποίος κάνει το δικό του άουτινγκ και υποστηρίζει ενεργά το παιδί του.

Οι Υπερήφανοι Γονείς κατάφεραν να βγουν από τη δική τους ντουλάπα. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Πρόκειται για τρύπα που είναι ανοιγμένη στις μεσοτοιχίες δημοσίων αποχωρητηρίων ή άλλων χώρων, λ.χ. δωματιάκια σε τσοντάδικα ή gay clubs ή παρτουζάδικα ή άλλα γαμαζιά με σκοπό να έρθουν σε σεξουαλική επαφή οι χρήστες / ένοικοί τους. Λέγεται και τσιμπουκότρυπα, αλλά αυτός ο όρος είναι κάπως περιοριστικός, καθώς αν και οι τρύπες της χαράς προορίζονται κυρίως για στοματικό σεξ, δεν αποκλείεται να γίνουν και άλλες σεξουαλικές πρακτικές. Πιο εύχρηστη απόδοση το τρύπα της χαράς.

Η τρύπα της δόξας έχει το πλεονέκτημα ότι προσφέρει εύκολο σεξ για όσους θέλουν ανωνυμία ή είναι πολύ άσχημοι, χοντροί κτλ και δεν μπορούν να βρουν σύντροφο.

The Glory Hole issue

Mε αφορμή την ημέρα, ας κάνουμε κουβέντα για μερικά κάπως πιο άτακτα sex games, τα οποία, μπορεί να μην είναι ordinary, αλλά υπάρχουν και καμμιά φορά τα ακούμε και δεν ξέρουμε τι σημαίνουν.

Glory Hole λοιπόν, ή στα ελληνικά η τρύπα της δόξας, μπορεί να είναι κυρίως δυο πράγματα: Και στις δυο περιπτώσεις μιλάμε για μια τρύπα στον τοίχο η οποία ουσιαστικά βοηθά τους δυο εμπλεκόμενους να διατηρήσουν την ανωνυμία τους, αφού αυτό λειτουργεί ως αφροδισιακό για εκείνους, όμως στη μία περίπτωση, η τρύπα “εξυπηρετεί” το στοματικό σεξ ανάμεσα στα δυο μέρη, ενώ στην άλλη περίπτωση, η τρύπα λειτουργεί ώς εργαλείο “οφθαλμόλουτρου”.

Η Glory Hole case, συμβαίνει κυρίως σε gay clubs ή κοινόχρηστες τουαλέτες. Στα gay clubs, o τοίχος με τις τρύπες είναι κάτι σαν εναλλακτικό dark room και στη μια πλευρά του βρίσκεται εκείνος που θα βάλει το πέος του στην τρύπα και στην άλλη πλευρά εκείννος που θα του προσφέρει το στοματικό σεξ. Στις κοινόχρηστες τουαλέτες, η τρύπα της δόξας, εξυπηρετεί τους εθισμένους στο “μάτι” να κοιτούν το διπλανό τους είτε να βγάζει τα ρούχα του είτε να αυνανίζεται όταν και τα δυο μέρη θέλουν να λάβουν μέρος στο παιχνίδι.

Με λίγα λόγια, η υπόθεση της glory hole, είναι η πρακτική έκφανση του εντελώς ανώνυμου σεξ, αυτού στο οποίο όχι μόνο δεν ξέρεις το όνομα του άλλου, αλλά δε βλέπεις ούτε το πρόσωπό του. Εναλλακτικά, λειτουργεί και για τους οφθαλμολάγνους, ενώ πολλοί το συνδέουν και με το peep show. Αν λοιπόν δείτε κάποια τέτοια τρύπα σε μια κοινόχρηστη τουαλέτα, watch out. ?

Got a better definition? Add it!

Published

Συνώνυμο του σκατοποστάρω, από το αγγλικό shitposting, σημαίνει τη συστηματική ανάρτηση στο διαδίκτυο ποστ με σαχλό, ηλίθιο ή προκλητικό και τρολ περιεχόμενο, προκειμένου μεταξύ άλλων να προκληθούν αντιδράσεις, όπως χαβαλές ή και πολιτικά αποτελέσματα.

Σιτποστάρω ακούγοντας μπλίνκ και βλέποντας αμέρικαν πάι. (Φέισμπουκ).

Got a better definition? Add it!

Published

Ένας χώρος που προορίζεται να είναι απαλλαγμένος από προκαταλήψεις, συγκρούσεις, κριτική ή δυνητικά απειλητικές ενέργειες, ιδέες ή συζητήσεις. (Δες). Από το αγγλικό safe space. Είναι πολύ συνηθισμένο στο ιδίωμα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και όλων των κοινοτήτων που υφίστανται διακρίσεις και διώξεις.

  1. Χρειαζόμαστε σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ μας και σέιφ σπέις ώστε να μπορούμε να αντισταθούμε στο προνόμιο που μας σκοτώνει. (Φέισμπουκ).
  2. Καλά, άντε στο σέιφ σπέις σου τώρα, γιατί σε βλέπω έτοιμο να τα μπήξεις. (Phorum).

Got a better definition? Add it!

Published

Ο προσεκτικός, ο τελειομανής, ο νοικοκύρης και με αρνητική σημασία ο ψείρας, ο υπερβολικά τελειομανής, από την τουρκική λέξη titiz. (Δες).

Είμαι τιτίζης, αλλάζω λάστιχα κάθε τρία χρόνια σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκονται. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published