Μαμαφάνς / Μαμά φανς ή Μητήρ φανς

Συνήθως χρησιμοποιείται για τη περιγραφή μιας ξενέρωτης κατάστασης. Όταν πια έχεις παρατήσει κάθε είδους πιθανής ελπίδας. Πιο απλοϊκά, έκφραση αγανάκτησης ή απογοήτευσης. (Κοινώς: γαμώτο,γτπ, σιχτιρ, κλπ.)

  • «Ρε μαλακά τελικά τι έκανες με την Κική; Τα βρήκατε;» «Άσε με μωρέ μαμαφάνς... Τίποτα»

  • «Τέλος οριστικά για οποία ελπίδα 8αδας είχαμε... Μαμά φανς ομάδα φέτος γτπμ.»

  • «4 μήνες καραντίνα μέσα στη σπηλιά μου σαν άστεγος έχω γίνει ρε πουστη. Το καλοκαίρι με τη Μαμαφάνς προβλέπω να καταλήγω.»

Got a better definition? Add it!

Published

Άτομο το οποίο παρά την εμπειρία του σε σπουδαία εργασιακά περιβάλλοντα του εξωτερικού, φέρεται εντελώς ανώριμα, άγεται από κατώτερα συναισθήματα, επάγει αισθήματα αντιπάθειας, απαξίας και θυμηδίας. Ουσιαστικοποιημένο επίθετο.

Αυτή η πανευρωπαηλίθια μπορεί να έγινε consultant και senior manager στην Ελβετία, αλλά φέρεται σαν κακιασμένη χωριάτισσα, διαρκώς λειτουργεί με δολοπλοκίες, μισεί τους άντρες και κάνει παρέα μόνο με κατεστραμμένες γυναίκες.

Ο Νεολογισμός αυτός δημιουργήθηκε το Φεβρουάριο του 2021, όταν η παίκτρια του Masterchef 5 Κωνσταντίνα χαρακτήρισε έτσι τον συμπαίκτη της, ο οποίος επιδείκνυε διαρκώς την εμπειρία του στην Ευρώπη, αλλά παράλληλα προκαλούσε διαρκώς την αντιπάθεια τόσο των συμπαικτών του, όσο και της αντίπαλης ομάδας.

η παίκτρια που δημιούργησε τον χαρακτηρισμό

Got a better definition? Add it!

Published

Σκωπτικός χαρακτηρισμός για πολύ ψηλή γυναίκα (πάνω από 1.80)

-Πριν λίγο μπήκε η Άννα και πήγε προς το μπαρ, την είδες; -Ε πως δεν την είδα ρε; Όλους 1 κεφάλι τους ρίχνει το όρθιο χιλιόμετρο.

Got a better definition? Add it!

Published

Υποτιμητικός και προσβλητικός χαρακτηρισμός για πολύ κοντή γυναίκα (συνήθως απο 1.60 και κάτω). Προέρχεται απο την υπόθεση πως λόγω του λειψού αναστήματός της αυτή η γυναίκα μπορεί να κάνει στοματικό χωρίς να χρειαστεί να σκύψει,να ξαπλώσει ή να καθήσει.

-Δε φτάνει που παραβίασε προτεραιότητα η πίπα η όρθια, μου ζήταγε και τα ρέστα. 1 μέτρο μπόι και 2 μέτρα γλώσσα, κατάλαβες;

Got a better definition? Add it!

Published

1) Το κακής ποιότητας αυτοκίνητο. Αυτό που είναι αναξιόπιστο και με κάτω του μετρίου άνεση και οδηγική συμπεριφορά.

2) Η αποτυχημένη στοιχηματική πρόβλεψη, κυρίως όταν είσαι σίγουρος για ένα τελικό αποτέλεσμα και ποντάρεις σε αυτό.

-Που είσαι; -Συνεργείο -Πάλι θέματα έχει ο κουβάς σου;

-Έπαιξα ένα κατοστάρικο στο διπλό της Παρί και χάσαν 3-0 οι μαλάκες, με κάψανε. -Πω ρε φίλε, τι κουβάς ήταν αυτός;

Got a better definition? Add it!

Published

Ο συνδυασμός ενός σκατού και μίας καπότας κατά τον οποίον το πρώτο βρίσκεται μέσα στο δεύτερο και το δεύτερο είναι καλά δεμένο.
Το αντικείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο από απόσταση.
Η λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προσβολή ή βρισιά· η χειρότερη έκδοση της καπότας

Πήγα το πρωί στην τουαλέτα και έφτιαξα μια σκαπότα για να την σκάσω στην μούρη του καθηγητή.

- Η Κατερίνα δεν είναι πάρα πολύ ενοχλητική;
- Ναι είναι μεγάλη σκαπότα.

Got a better definition? Add it!

Published

-Σήμερα βγήκαμε για φαγητό.....Ήρθε και ο Γιώργος -ΩΧ....Πάλι να φανταστω έφαγε το μισό τραπέζι? -Ναι ο πολυμπαλάς

Πολυμπαλάς ή αλλιώς χοντρομπέμπης ονομάζεται το μέλος της παρέας το οποίο είναι υπέρβαρο. Συνήθως του παίζουμε τις ρώγες και τα βυζάκια του και του δίνουμε φιλάκια στον λιπαρό του αφαλό. Το συγκεκριμένο άτομο προσπαθεί συνεχώς να χάσει τα παραπανήσια του κιλά αλλα δεν τα καταφέρνει και η μορφή του παραμένει στρογγυλεμένη.

Got a better definition? Add it!

Published

Η σύνταξη συντονιστικής επιτροπής (απαρτιζόμενη από λογιών λογιών φυτά και πανεπιστήμονες) η οποία δρα σε παραλληλία κατά την εξέταση μαθήματος σε πανεπιστημιακή σχολή για την επίλυση και αποστολή των λύσεων σε διάφορους πουθενάδες και μονοψήφιους την ώρα που το δίνουν έτσι ώστε να πιάσουν, επιτέλους, την ΠΦΣ.

Η επιτροπή συντάσσεται, συνήθως, από τη ΔΑΠ ή τη ΠΑΣΠ.

Η διαδικασία περιλαμβάνει κάποιο θύμα που παίρνει μέρος στην εξέταση για να παραλάβει τα θέματα, και στη συνέχεια γίνεται μπουχός για να τα μεταβιβάσει στην επιτροπή.

Η μηχανή που είχαν στήσει λεγόταν συνωμοτικά «συνεργείο» και λειτουργούσε ως εξής: λίγη ώρα μετά το μοίρασμα των θεμάτων στα αμφιθέατρα, έφτανε η φωτοτυπία των ερωτημάτων στα γραφεία της πράσινης ή της μπλε παράταξης, που βρισκόταν σε παρακείμενο χώρο. Συνήθως επιστρατευόταν κάποιος φοιτητής, που αποχωρούσε νωρίς από την εξέταση, προκειμένου να κάνει τον «κουβαλητή» των θεμάτων· κι αν ήταν βέβαιο ότι ο συγκεκριμένος θα κοβόταν στο μάθημα λόγω της πρόωρης αποχώρησης, η παράταξη σε επόμενη εξεταστική περίοδο δεν θα τον άφηνε έτσι.

https://web.archive.org/web/20200807212803/https://www.efsyn.gr/stiles/ypografoyn/leyteris-koygioymoytzis/123746_synergeio

- Πω ρε μλκ, τρίτη φορά δίνω ΦΧΜ Ι, πάλι δε θα περάσω.

- Σώπα μωρέ, μίλησα με την τάδε, τη δασπόφιλη, μου 'πε ότι θα παίξει συνεργείο.

Got a better definition? Add it!

Published

Κεφαλίδα ##Αυτός που έχει περίεργη συμπεριφορά, που είναι λίγο λοξός.

Αυτό θα πει καλό μαγαζί, να είσαι όσο περιεργάκι θέλεις και να μην σε στραβοκοιτάνε!

Got a better definition? Add it!

Published

Ετυμολογία (να + πούμε) Χρησιμοποιείται εμφατικά σε κυριολοεκτικά οποιαδήποτε πρόταση.

- Τι κάνεις ρε Μπάμπη ναούμε;

- Καλά ναούμε, εσύ;

- Πολύ καλά ναούμε

Got a better definition? Add it!

Published