Further tags

Από διαφημιστικό σποτάκι της HELMEPA (Ένωση για Καθαρότητα του Περιβάλλοντος) στα '80ς, όπου ένας γλάρος με κάπως πατερναλιστικό ύφος δακτυλόδειχνε με τα φτερά του κι έλεγε να μην πετάμε σκουπίδια και πλαστικά στις ακτές. Κάτι η εκνευριστική φωνή του ηθοποιού για τον γλάρο, που τον κατέστησε αρχέτυπο για τον γκρηνιάρη, κάτι η πετυχημένη καρτουνιά, το σλόγκαν έμεινε στις συνειδήσεις.

Πλέον χρησιμοποιείται σε φάσεις δυο τρία τακ πριν το όχι άλλο κάρβουνο. Δηλαδή, όταν έχουμε αρχίζει να κουραζόμαστε με κάτι που κάνει κάποιος, λέμε «όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά σε θάλασσες και ακτές», και αν, παρ' ελπίδα, ο άλλος συνεχίσει της ψωλής του τον χαβά, τότε αγανακτούμε με το φωσκόλειο «όχι άλλο κάρβουνο». Αν ο άλλος ενοχληθεί με το ηθικιστικό ύφος μας, η σλανγκικώς ορθή απάντηση είναι «γαμώ το γλάρο σου!».

  1. Από βλόγιο: ΟΧΙ ΝΔ, ΟΧΙ ΠΑΣΟΚ, ΟΧΙ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ, ΟΧΙ ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΣΕ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΚΑΙ ΑΚΤΕΣ!

  2. Αποσπάσματα κρεβατομουρμούρας μεταξύ Σλάνγκου και Λυσισλάνγκης: % Λ.: Δηλαδή το παραδέχεσαι ότι υπήρχαν και γυναίκες στη συνάντα του slang.gr!
    Σ.: Αφού είναι ιστομαστόρισσες τα κορίτσια, πώς να μην έρθουν;
    Λ.: Και καλά. Ήθελες συνάντα; Να πας! Αλλά να πήγαινες στην Θεσσαλλλονίκη που δεν είχε γυναίκες!
    Σ.: Πώς να πάω αγάπη μου εκεί πάνου, 8 ώρες είναι!
    Λ.: Ο Πάτσης δηλαδή πώς πήγε;
    Σ.: Αφού στα έχω εξηγήσει αγάπη μου, η σχέση μου με τις σλανγκομ..., εμ με τις Σλανγκοφοριάζουσες είναι καθαρά πλατωνική. Μας ενώνουν ζητήματα πνευματικής υφής...
    Λ.: Ναι, όπως το μουνοκλάνι και το καμένο ντουί! Έχει βουίξει βρε το Φραπέ.slangossip! Ως εδώ! Ή τις ανάφτρες ή εμένα!
    Σ.: Άσε με βρε μωρουλίνι μου με τα όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά σε θάλασσες και ακτές... Νισάφι... Αφού ξέρεις πως δεν έχω μάτια για άλλη!...
    Λ.: Είμαι πράγματι το μωρουλίνι σου; Λουλούκο μου εσύ!
    (σ.ς.: Ακολουθεί γουτσιστικός διάλογος, που αν τον αναφέραμε, το λήμμα θα κατατασσόταν στα «σιχαμερά»).

  3. Τελευταίες οδηγίες που δίνουν οι σέξι ναυαγοσώστριες του Slangwatch, οι επιφορτισμένες με την επιτήρηση και σωτηρία των ναυτιλλωμένων Σλάνγκων από πνιγμό στην ίδια τους την λημματολάσπη:
    - Έτσι σλανγκάκια μου; Όχι τραβηγμένες λεξιπλασίες, όχι τραβηγμένα αυτοαναφορικά σε θάλασσες και ακτές! Δεν σας φταίνε σε τίποτα οι καβουροσλανγκόσαυροι να κάνουν υπερωρίες για να καθαρίσουν την λημματολάσπη σας!...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η Ελλάδα διέθετε γλωσσικό ζήτημα για πάνω από δύο χιλιετίες, το οποίο υποτίθεται ότι έχει πρόσφατα λήξει. Τουλάχιστον αυτά λένε κάτι Μπαμπινιώτηδες και τους κάνανε ακαδημαϊκούς, που λέει κι ο acg.

Η πραγματικότητα είναι ότι η ανάπτυξη της σλανγκ είναι τόσο καλπάζουσα, ώστε βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας ελληνικής διγλωσσίας, αφού για κάθε μία λέξη του Λεξικού Μπαμπινιώτη λ.χ. θα υπάρχουν άλλες τρεις ή τέσσερις του slang.gr. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι αυτή η κοινωνική δυναμική είναι αδύνατο να περιθωριοποιηθεί άλλο, και πιθανολογείται ότι θα ξεσπάσει αργά ή γρήγορα μια Σλανγκική Επανάσταση με Μούσα την Lilianne, (πώς ήταν η Marianne στην Γαλλική Επανάσταση;) και αίτημα την καθιέρωση της σλανγκ ως αναγνωρισμένης γλώσσας. Σταδιακά θα αναγνωριστούν και επίσημοι μεταφραστές της σλανγκικής, οι Σλάνγκοι Δράκοι, οι οποίοι θα μπορούν να εργαστούν στην Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, όπου τα επίσημα έγγραφα θα μεταφράζονται όχι μόνο αγγλιστί, γαλλιστί κτλ, αλλά και σλανγκιστί. Βλ. παράδειγμα.

(Από ένα αγγλικό έγγραφο που θα δοθεί στο μελλοντικό Υπουργείο Εξωτερικών για μετάφραση ελληνιστί και σλανγκιστί):

Αγγλιστί:
It’s been a quiet evening. Just that one client. His marriage was breaking up, he hadn’t had a woman for a month and his steel hard shaft was aching with hunger, he craved a woman’s body and was prepared to pay. He said it was his first time with a prostitute. He wanted straight sex. Patricia on her back on the bed with her legs strained wide for him, him on top of her, grunting, sweating, clutching her naked body, pumping like an animal. But this one was different: he knew what a woman wants. His fingers had taken Patricia to the brink of her climax then his penis had taken its time working her clitoris till her orgasm had risen exquisitely slowly and exploded with Patricia crying out, gripping his bum and beating his back with her legs in unfeigned ecstasy. So different to those men who just want their dicks to jerk inside her, or just want to do those dirty things they’d never ask their wives. Patricia smiles as she remembers–if only they all were like that.

Ελληνιστί (με επιδράσεις Εμπειρίκου):
Ήταν ένα γαλήνιο απομεσήμερο. Μόνο αυτός ο ένας πελάτης. Η συζυγία του παρέπαιε, δεν είχε συνευρεθεί με κορασίδα για μήνες, και ο σκληρός σαν μόλυβδος φαλλός του οδυνάτο απ' την λιμοκτονία. Ένιωθε ίμερο για το κορμί μιας κορασίδος και ήταν πρόθυμος να καταβάλει το αντίτιμο. Ομολόγησε ότι ήταν η παρθενική του φορά με μια εταίρα. Ήθελε ευθύ σεξ. Η Πατρικία με την οσφύ της στην κλίνη της παστάδος και τους μηρούς της διάπλατα ανοικτούς γι' αυτόν, αυτόν άνωθέν της, κάθιδρο, με μυκηθμούς, να πλαγιοκοπεί το γυμνό της σώμα, να κάνει αντλήσεις σαν ζώο. Αλλά αυτός ήταν όλως διαφορετικός. Επίστατο τι ιμείρετο μια κορασίς. Ο δάκτυλός του είχε απογειώσει την Πατρικία στην κορύφωση της κλίμακος της ηδονής της, και μόνο τότε ο ιθύφαλλός του σχόλασε στο να περιεργάζεται την κλειτορίδα της, ώσπου ο οργασμός της αναδύθηκε αργά κι εντέλει εξερράγη, με την Πατρικία να ολολύζει, να αδράχνει τους γλουτούς του και να χτυπά την οσφύ του με τα πόδια της σε μια απροσποίητη έκσταση. Πόσο διαφορετικός ήταν από τους άλλους άντρες, που απλώς επιθυμούσαν τα πέη τους να αποφορτίσουν εντός της, ή να πραγματώσουν όλες εκείνες τις αποτρόπαιες πρακτικές, που θα αισχύνονταν να αιτήσουν στις συμβίες τους. Η Πατρικία μειδιά καθώς αναπολεί, «αχ μόνο να ήταν όλοι σαν εκείνον».

Σλανγκιστί:

Ήταν ένα ηλιοβασίλιωμα πολύ χαλαρουίτο. Μόνο αυτούνος ο μαλάκας! Το στεφάνι του πάαινε στου διαόλου τη λελέ, και γύρευε να φορέσει στη γυναίκα του περικοκλάδες. Τι να κάνουμε; Κι οι παντρεμένοι έχουν καυλί! Ο άθρωπας δεν είχε κουτουπώσει μουνί εδώ και τρία κώλου εννιάμερα και την είχε κάνει σφεντόνα ο πεοκρούστης! Ο μπαργαλάτσος του είχε γίνει σιδηροπυρού απ' την πείνα-κωλάρα. Καύλωνε για μουνίτσα κι ήταν σταρχιδιστής φιλόσοφος για το μπικικίνι. Έπεσε το γράμμα ότι ήταν νεοκλής με πούτανο. Του την έκανε κούκου για γαμήσι χύμα στο κύμα. Η Καυλάουρα κρεβατάμπλ με τη μέση και τις μπουτάρες της στη γύρα του κω του, αυτούνου να κάθεται πάνω στο παγωτό, να ιδρώνει που δεν ξέρει το πριόνι, να τον χτυπάει τον στρόφαλο, να τρομπάρει σαν ζώγγολο. Αλλά αυτούνος δεν ήταν μαλάκας! Ήταν καλός μαλάκας ο πούστης! Άβυσσος το μουνί της γυναίκας κι αυτός μουνοθόδωρος! Με δάχτυλο ελέφαντα έκανε την Καυλάουρα να έρθει σε ανεξίθρησκο τελείωμα ενώ ο αλογίσιος παργαλάτσος του δούλευε σα μουνόσκυλο αργοτερότερα το γλωσσίδι της. Ώσπου το Ολυμπιακό ιδεώδες έφτασε τα ζώα μου αργά κι έκανε στρακαστρούκα με την Καυλάουρα να κλαίει τον πούτσο ρέγγα! Να του νυχιάζει τα κωλοβάρδουλα και να του κοπανάει την πλάτη με τις ποδάρες της σ' ένα μπαρμπα-τρούθμαν δώσε και μένα μπάρμπα! Πόσο πιο ξηγημένος ήταν από όλους εκείνους τους πουτσοκαλλιγέρηδες πουτσολεβιέδες που θέλανε να την πουτσοβαρέσουνε μονάχα και να την κεράσουνε πουτσοτσίνο! Ή που θέλανε απλώς να βγάλουνε όσα γούστα δεν τους ξηγιόταν η Ανωτάτη Παντρευτική τους! Η Καυλάουρα το τσινάει η πουτανίτσα η σκεφτομούνα: «Αχ, αν μπορούσαν να είναι όλες οι πουτσαρίες κοτλέ σαν αυτούνονα!».

σκονισμένο αντίτυπον (από xalikoutis, 21/01/09)La Liliannaise! (από Vrastaman, 21/01/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Είναι το να λες κάτι με ιδιάζοντα σλανγκικό τρόπο. Κατά το «αρχαϊσμός», «χυδαϊσμός», «αγγλισμός», «ελληνισμός», «εβραϊσμός», «βαρβαρισμός», «γαλλισμός» κτλ. Λ.χ. το να λες το πέος «μπαργαλάτσο» είναι σλανγκισμός. Επίσης το να δίνεις ιδιάζουσα σλανγκική σημασία σε μία έκφραση. Λ.χ. το να λες την έκφραση παίρνω κεφάλι με την σημασία «αποκεφαλίζω» είναι κυριολεξία, με την σημασία «απολύω» είναι μεταφορά, και με την σημασία «δέχομαι στοματικό σεξ» είναι σλανγκισμός.

  2. Σλανγκισμός είναι επίσης η ιδεολογία της κοινότητας των σλανγκιστών. Πολλά μεγάλα πνεύματα από τις απαρχές της Ιστορίας ήταν σε τελική ανάλυση σλανγκιστές. Η ιστορία του σλανγκισμού χάνεται στα βάθη του χρόνου και θα ήθελα να επιχειρήσω μια ιστορική ανασκολόπηση αυτής της πλούσιας διαδρομής.

Μια πρώτη μαρτυρία έχουμε όταν ο ηρωικός Σλανγκίδας κάλεσε τους Νεοκλείς λημματοδότες στον κοινό σλανγκικό αγώνα, λέγοντάς τους με τα λίγα περσικά που ήξερε την περίφημη φράση: «Μολών σλανγκέ!». Όταν όμως η σλανγκική πατρίδα κινδύνευσε από την έφοδο αδίστακτων μπαγαποντοδοτών και τρολεατζήδων ο ίδιος Σλανγκίδας διάλεξε λιγοστούς Σλάνγκους Δράκους για υπεράσπιση ενάντια στην πληθώρα της λημματολάσπης που απειλούσε το σάιτ, και με τα λίγα αγγλικά αυτήν την φορά που ήξερε είπε το περίφημο «this is slang!», για να ξεχωρίσει την ήρα απ' το στάρι.

Έτερος μεγάλος σλανγκιστής εκείνων των ηρωικών χρόνων ήταν ο Σλανγκιμήδης, που έμεινε στην Ιστορία για την τιτάνια φράση (σε δωρική διάλεκτο) «δος μοι πα συνδεθώ, και ταν σλανγκ καταχωρίσω», όπως και για το γεγονός ότι υπήρξε ένας μεγάλος Αρχιμύδης, που ανέβασε τα πρώτα μεγαλειώδη μύδια.

Κάπου στην εποχή που ένας συνονόματος χρήστη του σάιτ μας κήρυξε την αγάπη, οι σλανγκιστές είχαν φτιάξει πια την κοινότητά τους, και το Δημόσιο Πρόχειρο υπήρξε ο θεσμός που εξέφρασε το νέο σλανγκικό αλτρουισμό και αυταπάρνηση. Αυτοί οι πρώτοι σλανγκιστές δεν κράταγαν τίποτα δικό τους, αλλά είχαν πετύχει μια τέλεια κοινοκτημοσύνη λημμάτων σύμφωνα με το κήρυγμα «Σλανγκάτε αλλήλους», που υπερέβη τον προηγούμενο νόμο του σπεκουλαδορισμού που βασιζόταν στην αρχή «σπέκι αντί σπεκιού, και αστερίας αντί αστερία».

Όμως δεν άργησαν να αναπτυχθούν αιρέσεις που παραχάρασσαν τη γνησιότητα του σλανγκικού κηρύγματος με επιρροές από παλιές παροιμίες (οι «παροιμιώδεις»), με εικονοκλαστικές λεξιπλασίες και με και καλούα ατάκες προσώπων της εξουσίας («καισαροσλανγκιστές»), που δεν συνήδαν με το απλό και βέβηλο του σλανγκικού μηνύματος. Ήταν μοιραίο η σλανγκική κοινότητα να προτάξει μια Ιερά Εξέταση γουεμπ-μαστόρων, οι οποίοι ζητούσαν από τους αιρετικούς να λιμάρουν τα λήμματά τους και να τα αποκηρύξουν υπογράφοντας την δήλωση «ceci n'est pas slangue». Ήρθε όμως και το κύμα αντίδρασης. Ο θρασύδειλος σλάνγκαρχος Slangaleo Slangalei υπέγραψε μεν την δήλωση για να συμφιλιωθεί με την σλανγκική κοινότητα, αλλά μετά χτύπησε το πόδι του στην γη κι αναφώνησε: «Κι όμως σλανγκείται!».

Αυτό ήταν η αφετηρία για τις σλανγκικές έριδες γύρω από τα όρια της σλανγκ. Αυτό οδήγησε σε αθυμία έως και υπαρξιακή απογοήτευση σλανγκιστές, όπως ο Slangspeare, ο γνωστός και ως Σλανγκεσπύρος, που έγραψε το «να σλανγκιζεί κανείς ή να μην σλανγκιζεί;». Μόνο για να πάρει την απάντηση από τον σλανγκιστή φιλόσοφο Rene Deslanges: «Slangito ergo sum», όπερ εστί μεθερμηνευόμενον: «Σλανγκίζω, άρα υπάρχω!».

Έπνευσε ένα νέο ρεύμα σλανγκικού φιλελευθερισμού «laissez faire-laissez slanguer». Ο φιλόσοφος Ζαν-Μαρί Μπυρουέ, τουπίκλην Slangaire, προώθησε το ιδανικό μιας φωτισμένης δεσποτείας γουεμπ-μαστόρων που θα έδιναν πρώτοι αυτοί το παράδειγμα του σλανγκικού πλουραλισμού και ανεκτικότητας. Σύνθημα του Slangaire ήταν: «Διαφωνώ ότι το λήμμα σου είναι σλανγκ, αλλά θα υπερασπιστώ και με την ζωή μου ακόμα το δικαίωμά σου να το καταχωρίσεις!». O Slangaire ήταν υπέρμαχος και των τεχνητών λεξιπλασιών που δεν υπήρχαν στην καθομιλουμένη με το σύνθημα: «Αν δεν υπήρχε ο σλανγκισμός θα έπρεπε να τον εφεύρουμε!». Απελευθερώθηκε έτσι μια μεγάλη κοινωνική δυναμική που κατέληξε στην Σλανγκική Επανάσταση με Μούσα την Lilianne.

Αυτή η νέα αίσθηση ελευθερίας οδήγησε στην σλανγκ ως αυτοσκοπό, κι όχι πια ως μέσο περιγραφής της πραγματικότητας, ούτε σαν ανατρεπτικό εργαλείο, κατά το δόγμα «la slangue pour la slangue». Ήταν βέβαια ένα ρομαντικό ιδεώδες, αλλά η σκληρή πραγματικότητα ήταν ότι η εκβιομηχάνιση της σλανγκικής παραγωγής είχε δημιουργήσει νέες περιθωριακές κοινωνικές τάξεις, που αισθάνονταν ότι παραμερίζονταν και περιθωριοποιούνταν. Διαδόθηκαν έτσι νέες αναρχικές ιδεολογίες, όπως ο ασιγματισμόσ, ο ατονισμός και ο ανορθογραφισμός που ζητούσαν να εκφραστούν στο λημματικό γίγνεσθαι. Παράλληλα, ο φιλόσοφος Karl Slangx κατέδειξε τις εσωτερικές αντιφάσεις της mainstream γλώσσας και κάλεσε τις περιθωριακές σλανγκικές τάξεις σε μία ταξική σλανγκική συνείδησή τους ενάντια στην mainstream γλώσσα, που τις εξοβέλιζε. Τα συνθήματά του ήταν: «Σλανγκιστές όλου του σάιτ ενωθείτε!» και «οι Σλάνγκοι δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τα Αι Ντι τους!».

Μπήκαν όμως στο παιχνίδι και νέες γενιές σλανγκιστών, που ως κύρια μέριμνά τους είχαν να γράψουν μέσω των λημμάτων μια αυτοβιογραφία τους. Γι' αυτούς τους Σλάνγκους Δράκους, που επεχείρησαν να συνθέσουν μια νέα Φωσκολιάδα ή Λιλιανάδα η σλανγκ δεν ήταν αυτοσκοπός αλλά ένα μέσο για να συγγράψουν την ιστορία της ζωής τους σε ογκώδη λήμματα. Ο ποιητής Κωνσταντίνος Σλανγκάφης, έγραψε γι' αυτούς τους «σαν έτοιμους από καιρό, σαν σλανγκαλέους» : «Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Σλανγκάκη, να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος. [...]. Μπαγαποντοδότες και σπαστήρες, τον οργισμένο γουεμπ-μάστορα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στο Πι Σι σου. [...] Το slang.gr σου έδωσε το ωραίο ταξίδι. Σοφός όπως έγινες, με τέτοια γλώσσα, τέτοια πείρα, ήδη θα το κατάλαβες τα slang.gr τι σημαίνουν!». Ενώ ο φιλόσοφος Slang-Paul Sartre στο λήμμα «ο σλανγκισμός είναι ένας ανθρωπισμός» διατύπωσε την θέση ότι στο κάτω κάτω σκοπός της σλανγκ δεν είναι παρά να περιγράψει τον άνθρωπο.

Είχαμε μπει πλέον για τα καλά στην μετα-σλανγκική εποχή. Τα λήμματα των Σλάνγκων όλο και λιγότερο περιέγραφαν τον εξωτερικό κόσμο της αργκό του περιθωρίου, ναρκωτικά, πουτάνες, πούστηδες και περιθωριακές ομάδες, και όλο και περισσότερο ήταν αυτοαναφορικά και ομφαλοσκοπικά. Δηλαδή όλο και περισσότερο περιέγραφαν μετα-αφηγηματικά την πράξη του σλανγκίζειν παρά τον εξωτερικό κόσμο. Μάλιστα ο μετα-σλανγκιστής φιλόσοφος Ζακ Σλανγκιντά διακήρυξε τον θάνατο του Σλάνγκου Δράκου και την αποσλάνγκιση. Δηλαδή, δεν είναι πια η μεγαλοφυΐα του μοναχικού Σλάνγκου Δράκου του σκυμμένου πάνω απ' το Πι Σι του που κατασκευάζει το λήμμα, είναι η ίδια η σλανγκ ως σύστημα που το καθορίζει, και μάλιστα με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι αενάως αποδρών το σλανγκικό σημαινόμενο. Ενώ ετέρα σλανγκολόγος, η Γιούλια Σλάνγκεβα διακήρυξε την δια-σλανγκικότητα, δηλαδή το γεγονός ότι τα λήμματα αλληλοκαθορίζονται το ένα από το άλλο ανεξάρτητα απ' τους Σλάνγκους Δράκους. Η αποσλάνγκιση επέδρασε και στην τέχνη, όπου ο ζωγράφος Rene Slangitte συνήθιζε να καταχωρίζει παροιμίες της Τουρκοκρατίας, ατάκες πολιτικών και κληρικών, και λήμματα του Λεξικού Μπαμπινιώτη και μετά να σχολιάζει από κάτω «ceci n'est pas slangue», σύμφωνα με την ιδιαίτερη υφή της μετα-σλανγκικής ειρωνείας του.

Όλο αυτό το κίνημα του μετα-σλανγκισμού ίσως να μην εκδήλωνε παρά μια δυσφορία σ' έναν κόσμο ανελέητου ανταγωνισμού των χρηστών και του στρες που προκαλούσε η αστρολαγνεία. Υπήρξαν όμως και φωνές που ήθελαν την επιστροφή στον πρωταρχικό διονυσιασμό και αριστοφανισμό της σλανγκ ως μιας συλλογικής απελευθερωτικής εμπειρίας και προέτρεπαν τους αστρολάγνους σπαστήρες να αφήσουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό κατά το «make slang, not war!». Ενώ στην mainstream γλώσσα διεμήνυαν: «All we are saying, is give slang a chance!».

Και σήμερα πού βρίσκεται ο σλανγκισμός; Θα απαντούσα: Παντού! Σλανγκιστής είναι ο γείτονάς σας, ο γαλατάς που σας φέρνει το πρωί το γάλα. Όλοι μιλάνε για την σατανική Λέσχη των Σλάνγκενμπεργκ, τους Αρχιερείς που αποφασίζουν για το μέλλον της παγκοσμιοποιημένης σλανγκ τρώγωντας μπέργκερ πάνω απ' το Πι Σι. Λένε μάλιστα ότι στην χορεία τους συναριθμούν μέλη βασιλικών οικογενειών, θρησκευτικούς ταγούς, αλλά και ανθρώπους της τέχνης.

Ένα είναι το σίγουρο, ο σλανγκισμός ποτέ δεν πεθαίνει! Μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς την δόξα τραβά, βασισμένος στον μόχθο του άγνωστου σλανγκιστή!

Εντός του ορισμού.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το slang.gr σλανγκιστί, δηλαδή το σλανγκ του σλανγκ. Η έκφραση χρησιμοποιείται ιδίως για λήμματα, όπου το επιμορφωτικό περιεχόμενο υπερισχύει του απλού χαβαλέ. To edu είναι βέβαια η ιντερνετική κατάληξη των σάιτς των αμερικανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Πηγή: acg.

Κάτι λήμματα σαν το απάνθισμα αρχαίων μπινελικίων είναι που μετατρέπουν το slang.gr σε slang.edu!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οφθαλμολογική πάθηση που πήρε το όνομά της από το εξωτικό πτηνό τουκάν (βλ. και μήντιο). Για πρώτη φορά τουκανισμός διαγνώστηκε σε Βέλγο φυσιοδίφη, ο οποίος περιέγραψε το εξωτικό αυτό πουλί ως «το πτηνό με το χαρακτηριστικό μαύρο φτέρωμα», αγνοώντας πλήρως τη μύτη του.

Στη σημερινή εκδοχή της η πάθηση προσβάλλει χρήστες του internet που αφήνουν σχόλια σε οπτικό υλικό (φωτογραφίες, βίντεο youtube κυρίως, κλπ). Κατά κύριο λόγο ευάλωτοι είναι αστειάτορες χρήστες, αλλά όχι μόνο. Το βασικό σύμπτωμα της πάθησης είναι το εξής: σε μια συγκεκριμένη φωτογραφία ή βίντεο που κυριαρχεί ολοφάνερα ένα δυνατό οπτικό ερέθισμα (κυρίως γκόμενες-τούμπανα, αλλά όχι μόνο, σε κάθε περίπτωση 99% σεξ και βία) κάποιος προσέχει και σχολιάζει ασήμαντες λεπτομέρειες, του φόντου και γενικότερα (λ.χ. σε βίντεο όπου τρελό μωρό webcam γδύνεται στο you tube, κάποιος σχολιάζει το φωτιστικό δαπέδου στην άκρη του πλάνου).

Για να δείτε αν πάσχετε από τουκανισμό κάντε το εξής τεστ: τι βλέπετε στη φωτό 1;

Για την ιστορία, τουκανισμό εκδήλωσε ο χρήστης του slang.gr Βράσταμαν στη συγκεκριμένη φωτό που αναρτήθηκε συνοδευτικά στη φωτό του λήμματος μύτινγκ.

Ο τουκανισμός είναι ένας δύσκολος ομολογουμένως όρος που έψαχνα για να περιγράψω το φαινόμενο αυτό της εποχής του διαδικτύου των σχολιαστών.

— Έλα να δεις ρε μαλάκα ένα βιντεάκι... καύλα ε;
— Πωπω ρε συ... κι εγώ ένα τέτοιο κλανί θέλω να βάψω τον τοίχο μου...
— Καλά ρε, τουκανισμό έχεις να 'ούμε;... Άπαπαπα, τι κωλαράκι είναι αυτό ρε συ...
— Είναι πολύ ακατάστατο το δωμάτιο... ειδικά αυτό καλάθι με τα άπλυτα στη μέση...
Μάστα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ψυχική διαταραχή που εκδηλώνεται ως αποστροφή στη θέα ή μνεία του ανθρώπινου κυρίως τριχωτού.

Η πάθηση, αν και παρατηρημένη από πιο παλιά χρόνια, έχει τις τελευταίες δεκαετίες λάβει τέτοια έκταση, που να μπορεί κανείς να μιλήσει για φαινόμενο μαζικής υστερίας. Έχει συγκεκριμένα εισχωρήσει στους κόλπους των γκέηδων και των θηλέων νέας κοπής σε τέτοιο βαθμό, που να αποτελεί πλέον χαρακτηριστικό τους γνώρισμα.

Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων σεξουαλικό αποπροσανατολισμό με πιθανά οδυνηρές προεκτάσεις, οικονομική καταπίεση ιδία και αλλότρια προς στήριξη ευαγών ιδρυμάτων καταπολέμησης της τριχοφυΐας καθώς και σχιζοφρενική ιδιόλεκτο που ξεκινά από το λεξιλόγιο και φτάνει ώσ κ τν τrΠ γΡΑfΗσ χΔDΔ (Υ).

Κείμενα γραμμένα απο τριχοφοβικές περσόνες:

  1. Το έχουμε παρατηρήσει εδώ και καιρό αλλά δεν το επισημαίνουμε, γιατί προσπαθούμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι είναι κακό όνειρο, ότι θα περάσει. Αλλά πλέον τα στοιχεία είναι ακράδαντα: Οι τρίχες στο μούτρο επιστρέφουν στη μόδα, και όλο και περισσότεροι σταρ τις αφήνουν να θεριέψουν, με κάθε μορφή. Κάποιοι μάλιστα θα γεμίσουν με μούσια και μουστάκια τις οθόνες των κινηματογράφων [...] Θεέ μου, μη γίνει μόδα. Όχι το μουστάκι. (από το Yupi.gr)

  2. ΚΑΤΩ ΟΙ ΤΡΙΧΕΣ ΡΕΕΕΕΕΕΕ (από φόρουμ)

3α. δε μαρεσει να εχουν οι αντρεσ φλοκατη. [...] δε νομιζω οτ ειναι ωραιο να βγω εξω με την τριχα καγκελο σαν τον ταρζαν. . .+φυσικα δε μαρεσει που ολη αυτη η προβια +δυαζεται με [...] βλαχικεσ-ζωηροχρωμεσ βερμουδεσ. [...] χΔ

3β. έιμαστε χαζογκόμενες επειδή θέλουμε να βλέπουμε ανθρώπους και όχι προιστορικά απομεινάρια; και γιατί, αγαπητοι, εσείς έχετε την απαίτηση να είναι οι γυναίκες πάντα αποτριχωμένες;γιατί εσείς να πιάνετε γάμπα και εμείς αν όχι φλοκάτες, χλοοτάπητες; ααααααααααααααααααααααααααααααΑΑΑΑΑΑΑ (από κάπου)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εν αντιθέσει με την λυματολάσπη, η οποία αποτελείται από βιολογικά κεκαθαρμένες ακαθαρσίες, η λημματολάσπη δεν υπεβλήθη στην εν λόγω διαδικασία με αποτέλεσμα να απαρτίζεται από άχρηστα προϊόντα και μόνον. Αντιπροσωπεύει τον μεγάλο σωρό μέσα στον οποίο καταλήγουν εκατοντάδες λημμάτων, των οποίων μοναδική φιλοδοξία είναι να περάσουν απαρατήρητα (στο 0-0, ούτε πράσινο ούτε κόκκινο). Στην δημιουργία βέβαια του οποίου έχω προλάβει να βάλω κι εγώ ένα χεράκι (ο λημματολάσπουρας).

.

- Μαλάκα, θα τους γαμήσω το Σαββατοκύριακο στο slang! Σού χω κάτι λήμματα μπερκέτι!
- Καλά, χέσε ψηλά κι αγνάντευε, τ'αρχίδια μας κουνιούνται, λημματολάσπουρα!

Ψάχνοντας στη λημματολάσπη (από GATZMAN, 24/04/09)

Βλ. και λύμα, το

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λόγω του στρογγυλού σχήματος και της οπής στο κέντρο, το κουλούρι σλανγκίζεται ως:

  1. Ο πρωκτός, ο δακτύλιος του πρωκτού. Βλ. του τρώω το κουλούρι.

  2. Το μηδενικό. Αυτοαναφορικώς, τα μηδέν άστρα σε λήμμα, τα οποία συνήθως δίνονται κακοπροαίρετα, εκτός κι αν τύχει το λήμμα να είναι ταυτόχρονα εξώφθαλμα μη σλανγκ και λάθος ορισμός.

Οπότε, κερνάω κουλούρι, σημαίνει και τα δύο παραπάνω, δηλ. είτε στήνω κώλο, είτε βάζω διπλό μηδενικό στο λήμμα συσσλανγκιστή, το γνωστό ως «διπλοκούλουρο». Αυτή η κάθε άλλο παρά τυχαία σύμπτωση, δίνει αφορμή στον Σλάνγκο για έναν εύκολο (αλλά καθ΄όλα θεμιτό σλανγκικώς) αστεϊσμό εις βάρος του κατωποντοδότη σου. Μπορεί να του πει «σ' ευχαριστώ που με κέρασες κουλούρι», που μπορεί να εκληφθεί και ως ύψιστη ανεξικακία, αλλά και ως υπονοούμενο ότι «έκατσες και σε γάμησα απ' τον κώλο», και σε κάθε περίπτωση, ότι ο κατωποντοδότης κουλουρατζής είναι μια πρωκτικάντζα.

Ο κατωποντοδότης κουλουρατζής έχει σλανγκισθεί από τον χρήστη Vrastaman και ως Κίμων Κουλούρης (σ.ς.: γλωσσικός μόνο ο συνειρμός;, αναρωτώμαι) και η αόρατη χειρ του ως «χειρ του Κίμωνος» κατά το Χείρα του Μ.Α.Ο., η / Χήρα του Μ.Α.Ο., η. Επίσης, για την επέλαση ορδών από κουλουρατζήδες μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η έκφραση γιούρ(γ)ια στον ταβλά με τα κουλούρια. Καθώς μάλιστα, κατά τον GATZMAN, τα κουλούρια είναι ένα νηστήσιμο έδεσμα που τρώγεται ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Σαρακοστής.

  1. Από bourdela.tv:

Αποφασισμένος για κουλούρι καταθέτω το σεβαστό ποσό και διαβαίνω εις το στρόγγυλο κρεβάτι.Κάνω ένα τσιγαράκι, χαζεύω λίγο τσόντα (παρεμπιπτόντως, δεν έχω πετύχει ποτέ σε κάποιον εκ' των οίκων τσόντα με γνωστούς πρωταγωνιστές) και μπαίνει η καυλιάρα η οποία μου λέει πως μόλις έχει κάνει μπάνιο (στα θετικά αυτό).

  1. -Με κέρασε κουλούρι η καθηγήτρια!
    -Τυχεράκια!

  2. Πικραμένος Σλάνγκος που το ρίχνει στο χιούμορ:
    -Ρε παιδιά, ποιος από σας ήταν που με κέρασε κουλούρι; Πολύ μ' εξίταρε, να το ξανακάνει!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκεί που σμίγουν οι γλωσσικοί αέρηδες της λεξιθηρίας, της υπερδιόρθωσης, του λογιωτατισμού και της καθημερινής γλωσσικής εκφραστικότητας που γεμίζει το στόμα, εκεί μπορούμε να βρούμε το φαινόμενο του σλανγιωτατισμού, ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός (ή γιατί όχι της σλανγκοποίησης, κατά το αγιοποίηση, του βίαιου εκσλανγκισμού, του σλανγκικού αντιδανείου, και πάει έρποντας -δε μπορώ ακριβώς να το θέσω).

Εν προκειμένω αναφέρομαι στις περιπτώσεις που μάλλον εξεζητημένες και λόγιες λέξεις χρησιμοποιούνται αντί συνώνυμων πιο σλανγκικών της καθομιλουμένης. Κι αυτό ένεκα της ηχητικής τους μεστότητας, παρηχήσεων και αντηχήσεων, και της αλλότριας κοινωνικογλωσσικής τους προέλευσης, που όλο αυτό τέλος πάντων κάτι μας κάνει.

Δεν εννοώ όταν αυτές οι λέξεις χρησιμοποιούνται σε κάποια πλαίσια επειδή είναι πιο εύσχημες. Εννοώ όταν τις χρησιμοποιούμε ακριβώς για την εκφραστική τους δηκτικότητα, προκειμένου να τονίσουμε αντί να απαλύνουμε το περιεχόμενό τους, έστω κι αν την ίδια στιγμή τις χρησιμοποιούμε λιγάκι και για να μην πούμε κάτι βαρύτερο και να μην έχουμε κυρώσεις.

Μερικές τέτοιες λέξεις είναι το παχύδερμο (αντί π.χ. του παιδοβούβαλος), το ενθυλακώνω *(αντί του τσεπώνω), το *εσχατόγηρως (αντί σκατόγερος), κτηνοβάτης *(αντι κατσικογάμης), ***καλλίπυγος** *(αντί κωλάρα), ***κίναιδος** *(αντί πούστης), *διακορεύω (αντί ξεπαρθενιάζω ή γαμάω), ακόμα ίσως και το *παιδόφιλος *(αντί για κωλομπαράς), νυμφομανής (αντί για κρεβατογεμίστρα).

Και άλλα, ίσως. Πιθανόν φλωράδικης εμπνεύσεως γαμοσλανγκοτέτοιο φαινόμενο.

(Δηλαδή, το συμφραζόμενο έχει σημασία...).

  1. Άντε ψόφα ρε εσχατόγηρε, θες και μανούρες...

  2. Θα 'ρθω εκεί και θα σε διακορεύσω, δε σου κάνω πλάκα, μην κουνηθείς από κει, τη γάμησες!

  3. Αυτή ρε μαλάκα είναι νυμφομανής, όλοι την έχουμε πάρει να 'ούμε', βιασμός με αυτή δεν πιάνεται...

  4. Τον ενθυλάκωσες τον αναπτήρα ρε γύφτο!

  5. Έμπλεξα ρε μαλάκα με τους κτηνοβάτες εκεί στο χωριό, δεν παλεύεται η φάση.

κ.λπ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Το μειδίαμα από αστείο μύδι. Αλλιώς: μηδίαμα. Υπερθετικός: λωλόμυδο, καραλωλόμυδο, θα LMFAO μύδια κ.ο.κ.

  2. Έτσι γράφει ο Πάνος Β' το «μειδίαμα».

-Πω, φοβερό μυδίαμα έρριξα ρε Βράστα με την κενταυρίνα! Τι μυδίαμα, έLMFAγα μύδια κανονικά, μιλάμε!

Μυδίαμα σλανγκιστή (από Hank, 04/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified