Further tags

Κότσι αποκαλείται ο αστράγαλος, καθώς και το μυώδες τμήμα της κνήμης ενός ζώου.

Μεταφορικά παραπέμπει σε τόλμης ή μαγκιάς, σε αρχίδια με την καλή έννοια (κατά το αγγλικό guts).

Υπάρχει και το μπιθικώτσης που στα αρβανίτικα σημαίνει σκληρόκωλος (κώλος > μπίθα). Στην περίπτωση του Κολοκοτρώνη, ωστόσο, το κότσι αντικαθίσταται από την κοτρόνα.

Δεν έχεις ρε τα κότσια να τα πεις αυτά που μου λες στον εργοδότη σου γιατί δεν έχεις τα δυναμάρια!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 1996. Αρχηγός του ΠΑΣΟΚ εκλέγεται από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ ο Κώστας Σημίτης. Στην κρισιμότερη στιγμή της πολιτικής του παρουσίας, ο Γεράσιμος Αρσένης είχε την άνεση να αυτοσαρκασθεί για την αποτυχία του να εκλεγεί διάδοχος του Ανδρέα Παπανδρέου στην Πρωθυπουργία μονολογώντας «Γιώργο, χάσαμε…»

Το ρητό παραπέμπει στην ιστορία κάποιου χωρικού, στον οποίο μια φωνή είπε να παίξει όλα του τα χρήματα στον ιππόδρομο, στο άλογο με το νούμερο τρία. Το έκανε, και μετά από μια δύσκολη κούρσα το άλογο πάτωσε κι αυτός έχασε όλο του το βιος. Τότε, απογοητευμένος, άκουσε την ίδια φωνή να του λέει απλά «Γιώργο, χάσαμε…»

Εννιά μήνες αργότερα, ο Μιλτιάδης Εβερτ επανεξελέγη στην αρχηγία της Ν.Δ.. «Γιώργο χάσαμε…», επανέλαβε χαριτολογώντας μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος της ψηφοφορίας, ο Γιώργος Σουφλιάς.

Έτσι, η ατάκα έμεινε σαν μια ομολογία αναγνώρισης και αποδοχής μιας ήττας που προσπαθούμε να διαχειριστούμε με ψυχραιμία.

- Πάω που λες να ξεπαρκάρω, και βλέπω τζάμι συνοδηγού σπασμένο και το mp3 player να έχει κάνει φτερά!

- Γιώργο, χάσαμε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το πρώτο τραπέζι πίστα. Λέγεται και έτσι διότι ακουμπάς το πόδι σου στη πίστα και φαίνεται η κάλτσα.

- Φίλε μας βρήκες καλό τραπέζι;

- Τι να σου λέω τώρα ρε φίλε σε έφτιαξα πρώτο μάγκα. Το καλτσάτο σου ΄χω!

Βλ. επίσης πρώτο τραπέζι κάλτσα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τουτέστιν, είμαι πανευτυχής στα καλιαρντά.

Οι γνώμες διίστανται για την ερμηνεία του πλουτς.

  • Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι παραπέμπει ηχομιμητικά στο πλάτσα-πλούτσα του καρφοκωλιάσματος.
  • Λιγότερο πρωκτικά εγκρατείς μελετητές διακρίνουν αναφορά στην ηδονή ενός ξεγυρισμένου χεσίματος, όπου το πλουτς συμβολίζει την προσθαλάσσωση κουράδας.
  • Τέλος, ο Ηλίας Πετρόπουλος αποδίδει το πλουτς στον παφλασμό της θάλασσας για όποιον «αβέλει σε πελάγη ευτυχίας».

- Ο Πέρι μούστειλε καρτ-ποστάλ από το Κέντρο Εναλλακτικής Ιατρικής στο Γαμουσούκρο.
- Έλα βρε Λίλιαν, τι γυρεύει στην Ακτή Ελεφαντοστού η τσαγιέρα; - Κάνει υδροθεραπεία του παχέος εντέρου με τον Πιερ. Αλλά μάλλον μαθαίνει και την γλώσσα, γιατί μου γράφει κάτι ακαταλαβίστικα «αβέλω πλουτς» κιέτσ'.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται για αμερικλανιά, που όμως έχει εισαχθεί και καθιερωθεί αυτούσια στην καθομιλουμένη.

Τη χρησιμοποιούμε όταν κάποιος αργεί χαρακτηριστικά να αξιοποιήσει ή να ανταποκριθεί σε μια διευκόλυνση ή παραχώρηση που του κάνουμε. Φανταστείτε π.χ. να κρατάμε την πόρτα του ασανσέρ ανοιχτή περιμένοντας ιπποτικά να μπει πρώτο ένα μιλφ που ήρθε μετά από εμάς, και αυτό να καθυστερεί χαρακτηριστικά περιεργαζόμενο την τσάντα του. Ποιά φράση μας έρχεται στο νου, αν όχι το λήμμα μας;

Η φράση έχει τις ρίζες της σε πρωτόλειες σεξουαλικές απόπειρες άπειρων εραστών όπου η έμπειρη παρτενέρ μάταια αναμένει την ανάληψη πρωτοβουλιών από μέρους τους. ( 'Ν' ν' κακό... ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον Βαλέτα)

Ίσως η πλησιέστερη φράση που αποδίδει το ίδιο νόημα στα ελληνικά είναι «μας γκάστρωσες».

H φράση εκδηλώνει την εξάντληση της υπομονής μας όταν κάποιος καθυστερεί να πράξει το προφανές.

Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι πρόκειται για μια φράση που τις περισσότερες φορές τη λέμε νοητά ή πάντως με πολύ χαμηλή φωνή (in sotto voce).

- Τί με έχεις να κρατάω τόση ώρα τη σκάλα; Θα ανεβείς να αλλάξεις τη λάμπα; Αre you gonna fuck or what;
- Μισό να κλείσω τον γενικό κι ανεβαίνω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι ο «πνευστός» που δεν έχει κουρδίσει σωστά το όργανό του· ο τόνος του είναι είτε λίγο χαμηλότερα, είτε λίγο ψηλότερα από το σωστό. Κατά άλλη εκδοχή γράφεται με γιώτα, ψιλοχάμηλος, και σημαίνει ότι το κούρδισμα είναι κατά τι χαμηλότερο από αυτό που πρέπει, κοινώς ψιλοχαμηλότερα.

Η έκφραση χρησιμοποιείται κυρίως για τα πνευστά, καθώς είναι γνωστό ότι είναι δυσκολότερο το κούρδισμα των πνευστών οργάνων, παρά των εγχόρδων· ο «έγχορδος» που δεν έχει κουρδίσει σωστά είναι απλώς φάλτσος ή παράτονος.

Αν και έχω παίξει κλαρινέτο αρκετές φορές με τη μπάντα του Δήμου Θεσσαλονίκης (1980-1982), την έκφραση την άκουσα πρώτη φορά από τον Δημήτρη Βάμβα, πρώτο όμποε της Κ.Ο.Α. στην κυριακάτικη εκπομπή της ΕΤ1 «Μικρά Πορτραίτα» της 6ης Δεκεμβρίου 2009.

Υπενθυμίζω ότι το «κούρδισμα» των πνευστών γίνεται συνήθως με αυξομείωση του μήκους του ηχητικού σωλήνα μετακινώντας κατάλληλα μέρος του σωλήνα. Το όμποε είναι αρκετά «ιδιότροπο» και λόγω της δυσκολίας που παρουσιάζει στο κούρδισμα, χρησιμοποιείται για να δίνει τον τόνο της ορχήστρας (συνήθως 443 Hz για το μεσαίο λα).

Ρε συ, κάτι δεν μου πάει καλά με το δεύτερο φλάουτο.
— Αυτός ο Ευαγγελόπουλος είναι μόνιμα ψηλοχάμηλος!

Δημήτρης Βάμβας (από panos1962, 06/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Υφίσταμαι μεγάλη δεινοπάθηση, ταλαιπωρούμαι πολύ, περνάω δια πυρός και σιδήρου, μου βγαίνει η πίστη, τα βλέπω όλα κωλυόμενα.

Μπορεί να αναφέρεται σε εργασιακές συνθήκες, στρατό, σχέση κ.ο.κ.

Αντώνυμα: είμαι στην πούδρα/αφρό, τη βγάζω σπα, περνάω ζάχαρη/ρέκλα/ρεκλαντάν/χαλαρουίτα, (καρα)χυμεύω.

- Ειδικευόμενοι που κάνουν χειρουργική ειδικά στις Μidwest Πολιτείες όπως ο alefantos και ο usmeds, και χέζουν αίμα για 4 και 5 χρόνια εν αντιθέσει με κάτι παπάρες που ψωλαρμενίζουν στα επαρχιακά Νοσοκομεία της Ελλάδας, αξίζουν περισσότερο ρισπέκτ, γκέγκε;
(από ιατρικό φόρουμ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κυριολεκτικά: Οικογένεια εις την οποία διαπράττονται διαφόρων τύπων αιμομικτικές πράξεις εντός, αλλά και γενικώς γαμιούνται εντός εκτός και επί τα αυτά.

Μεταφορικά: Περιγραφή κατάστασης χάους, έλλειψη συντονισμού και ηγεσίας και γραψαρχιδισμού (κοινώς μπουρδέλο) σε ομάδα ατόμων (εταιρεία, υπηρεσία, αθλητισμός, κλπ) κατά την οποία ο κάθε ένας κάνει ότι του σηκωθεί. Επίσης, σε παρόμοιες καταστάσεις, όταν κυριαρχεί ενδογαμία, δηλαδή ο ένας γαμάει τον άλλο είτε κυριολεκτικά (σεξουαλικές σχέσεις) είτε θεωρητικά (σχέσεις καταπίεσης και ρουφιανιάς).

Από το Δ.Π., προτεινόμενο εκ του κυρίου electron με guest star τον κύριο dafylos (οικογένεια γάμησε τα)

Κυριολεκτικά:
- Γιωργάκη γαμείς καλύτερα από τον μπαμπά!
- Το ξέρω αδερφούλα, μου το έχει πει και η μαμά.

Μεταφορικά:
- Καλά η εταιρία είναι μπουρδέλο τελείως! Ο διευθυντής είναι γκόλντεν μπόι, δεν ξέρει τα στραβά του και περιμένει με λαχτάρα να τον διώξουν, η προϊσταμένη είναι μια ψώλα διακοσίων ετών και μας την πέφτει όλη την ώρα, ο Σ6-Σ6-Σ6 ένα πράμα. Τον υπεύθυνο PR τον νόμιζα gay αλλά μας προέκυψε κωλομπαράς και πάω τοίχο-τοίχο όταν τον βλέπω. Και γενικά δεν προχωράει τίποτα, όλοι τα έχουν γραμμένα στην καραπουτσακλάρα τους. Οικογένεια γαμιόμαστε δηλαδή… Φοβάμαι σου λέω… Φοβάμαι για το μέλλον…

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ένα από τα πιο παραγωγικά και ενδιαφέροντα προθήματα της ελληνικής αργκό, από το ρήμα γαμάω.

Σημασίες

α) Το γαμο- χρησιμοποιείται κυρίως μειωτικά: μπορεί να εκφράζει από ελαφρά υποτίμηση ή απαξία, έως εκνευρισμό, αγανάκτηση και εχθρότητα. Μάλιστα, σε κατάσταση θυμού, χρησιμοποιείται με υπεραυξημένη συχνότητα, εντελώς ανεξάρτητα από το ποιο μπορεί να είναι το δεύτερο συνθετικό.

Με τη σημασία αυτή, ίσως να πρόκειται για την επίσης πολύ συνηθισμένη μετοχή γαμημένος, που κατέληξε για λόγους συντομίας σε πρόθημα. Με την ίδια μειωτική σημασία χρησιμοποιούνται και τα κωλο-, σκατο- και βέβαια η ίδια η μετοχή γαμημένος (συγκρίνετέ τα με το fucking των αγγλικών).

Σχετικές λέξεις που έχουν καταγραφεί στο σάιτ: γαμοπαίδι, γαμοπερίπτωση, γαμόπουστας, γαμόφλαρος (δείτε και στο παράδειγμα).

β) Μπορεί επίσης να παίρνει τη σημασία του από την κυριολεξία του γαμάω και να αναφέρεται δηλαδή στη συνουσία. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να αντικατασταθεί κάποιες φορές από το (σαφέστερο) γαμησο-.

Παραδείγματα: γαμογελώ (αμφίβολης χρήσης), γαμολεβιές, γαμοτζάζ, γαμοπιλώθω, γαμοχέρουλα.

γ) Μπορεί τέλος να κληρονομεί δευτερεύουσες σημασίες του ρήματος: γαμοσείρι (γαμάω ως «φέρνω σε δύσκολη θέση»), γαμοσπέρνω (γαμάω ως «είμαι πολύ καλός, ικανός»).

Εξαίρεση στις πάνω περιπτώσεις βλέπω να αποτελεί το γαμωσταυρίδι (και τα συναφή, γαμώχριστοι, γαμωπαναγίδια...), το οποίο μάλλον προέρχεται από απευθείας συμφυρμό του γαμώ και σταυρός από την κλασική υβριστική φράση γαμώ το σταυρό σου –και δέν πρόκειται δηλαδή για προσδιορισμό του σταυρός από το γαμάω (συγκρίνετε με τις επάνω περιπτώσεις).

Φετιχιστικά

Όπως έγραφα και στα σχόλια της γαμοπερίπτωσης, δεν είναι πολλές οι σύνθετες λέξεις στα ελληνικά που ξεκινάν από ρήμα. Στην αργκό ειδικά έχουμε το γλείφω (γλειφομούνι, γλειφοκώλι, γλειφοπούτσι...), το μαδάω (μαδομούνι), το σπάζω/έσπασα (σπαζαρχίδης/σπασαρχίδης, σπασικαύλιος, σπασοκλαμπάνιας), έχουμε και το λαχταράω (λαχταροψώλα) που σχηματίζουν σύνθετα, αλλά σίγουρα όχι πολλά άλλα. (Μπορεί να ισχυριστεί κανείς οτι το κλαψομούνης βγαίνει όχι από το κλάψα, αλλά από τον αόριστο του κλαίω, έκλαψα, αλλά ίσως να το τραβούσε απ' τα μαλλιά.)

Όπως και να 'χει, η περίπτωση του γαμάω, η «γαμοπερίπτωση» αν θέλετε, είναι σίγουρα η πιο καραφλιαστική, μια και στην πράξη συνδυάζεται χωρίς ενδοιασμούς με οτιδήποτε, πολύ πιο εύκολα και από κάθε αντίστοιχο ρήμα στα τυπικά ελληνικά (φιλώ, φέρω, φεύγω/έφυγον, ...).

Και γαμώ τις περιπτώσεις, έτσι;...

ΛΟΥΛΗΣ (βλέπει μάτς με την εθνική): Λούλα;
ΛΟΥΛΑ: ...
ΛΟΥΛΗΣ: Λούλα;... Τί έγινε βρε με το παστίτσιο; Πείνασα!
ΛΟΥΛΑ: ...
ΛΟΥΛΗΣ: Λούουλα;...
ΛΟΥΛΑ: ...
ΛΟΥΛΗΣ: Ρε Λούλα!
ΛΟΥΛΑ: ...
ΛΟΥΛΗΣ: 'Μώ το κέρατό της για γυναίκα, τ' αφτιά της τα πέτσινα μέσα... (Σηκώνεται απ' τη βαθιά αναπαυτική πολυθρόνα στο σαλόνι και πάει προς την κουζίνα. Η ΛΟΥΛΑ λύνει σουντόκου.) Ρε Λούλα, σου μιλάω ρε άνθρωπε του θεού, δέν ακούς;
ΛΟΥΛΑ: Μ;
ΛΟΥΛΗΣ: Τί κάνεις εκεί;!...
ΛΟΥΛΑ (ψιθυρίζει): ...χί σύν ψί, επί μείον χί, μόντουλο εννιά... ίσον... χμ... αχά... α όχι...
ΛΟΥΛΗΣ: Πάναγία μου! Πάλι μ' αυτά ασχολείσαι; Ξέχασες τι είπε βρε ο γιατρός;! Φτού, γαμώ τα γαμοσταυρόλεξά μου μέσα, γαμογιαπωνέζοι κερατάδες κι' εσείς και τα γαμοϋφάσματά σας και το γαμογιέν σας. Φέρ' το εδώ! (Της αρπάζει το περιοδικό απ' τα χέρια και αρχίζει να το τρώει.)
ΛΟΥΛΑ (έκπληκτη): Τ- τί;.. Μή Λούλη! Μή!
ΛΟΥΛΗΣ: Γκνάμ-νιάμ-γκμ-γκνιάμ...
ΛΟΥΛΑ (ξαφνικά, χαμογελάει λυσσαλέα): Τώρα θα δείς! (Ορμάει στον ΛΟΥΛΗ αστραπιαία, και με μία κυκλωτική κίνηση νίντζα τον αρπάζει με τα πόδια απ' το λαιμό, λυγίζει προς τα πίσω, στηρίζεται με τα χέρια στο πάτωμα και τον αναποδογυρίζει· ο ΛΟΥΛΗΣ σωριάζετ' ανάσκελα πάνω στο κιλίμι-προίκα απ' την πεθερά που πάντα μισούσε απ' τα τρίσβαθα της ψυχής του και πέθανε μόλις πέρυσι, οπόταν κι' άρχισε η μανία της ΛΟΥΛΑΣ με τα «σταυρόλεξα»· του κάθεται το σουντόκου στο λαιμό. Σε λίγο, μελανιασμένος, ξεψυχάει. Η ΛΟΥΛΑ κάθεται στο στήθος του και τον παρατηρεί.) Πέθανες;
ΛΟΥΛΗΣ: . –
ΛΟΥΛΑ: Μάλιστα. (Χώνει τα χέρια της στο στόμα του και βγάζει το μασημένο περιοδικό. Το ξετσαλακώνει, το καθαρίζει απ' τα σάλια σκουπίζοντάς το πάνω στη ρόμπα της, και το εξετάζει. Χαλαρώνει τη λαβή απ' το λαιμό του ΛΟΥΛΗ και σηκώνεται.) Μού 'φαγε το μισό σουντόκου ο γαμομαλάκας. Ευτυχώς τα έχω όλα στο μυαλό μου... Χμ... ναί... λοιπόν... μόντουλο εννιά... χί μόντουλο εννιά... όχι-όχι, μ ε ί ο ν χί μόντουλο εννιά... χμμ... (Απ' την τηλεόραση στο σαλόνι ακούγεται ο εκφωνητής ενθουσιασμένος· η Ελλάδα προηγείται.)

(Μίμηση Δανιήλ Χάρμς)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μπαμπαδισμός, που σε λίγο θα γιορτάσει τα πρώτα -άντα του, δηλαδή από την εποχή που αρχίνησε ο χαβάς «Είσαι στην Ευρώπη-Μάθε για την Ευρώπη».

Βέβαια με μαθηματική ακρίβεια, η συνάρτηση Ελλάδα = Ευρώπη ÷ 27 (όπου η μεταβλητή Ελλάδα = Ψωροκώσταινα με λαμδαπόσπαση), θα παραμείνει ασύμπτωτη ως ολοκλήρωμα κι ας με διορθώσει ο Βίκαρ ή ο Γιανναράς.

Η προσφιλής έκφραση του καραμανλούς ηγήτορος «ανήκομεν εις την Δύσιν» (εφ' όσον θέλει να χρησιμοποιεί καθαρεύουσα), φανερώνει κίνηση προς και όχι στάση εις τόπον, αλλιώς θα χρησιμοποιούσε δοτική, εκτός πια κι αν δεν τα πολυκαταλάβαινε τα ρομέηκα.

Σε κάθε περίπτωση, αν το ζήτημα είναι προορισμού και όχι προελεύσεως, υπ' αυτήν την έννοια ΚΑΙ οι Τούρκοι είναι Ευρωπαίοι.

Η έκφραση απηχεί ντροπιαστικο-περήφανη (όπως χαρμολύπη/κλαυσίγελως/παυσίλυπον και άλλα τέτοια) αντίληψη των νεοελλήνων, σύμφωνα με την οποίαν η Ελλάς, μετά την προσχώρηση στην Κοινή Αγορά, θα καταντήσει θέρετρο για τους ματσωμένους Ευρωπαίους, που θα γλεντοκοπάνε και οι ιθαγενείς, μη δυνάμενοι να τους ανταγωνισθούν εμπορικά, θα αναγκασθούν να περιορίζονται στο ρόλο του σερβιτόρου-υπηρέτη.

Τελευταία φαίνεται μάλιστα, ότι αποτύχαμε να ερμηνεύσουμε έστω κι αυτό το ρολάκι με επιτυχία και αξιοπρέπεια (υπάρχει διαβάθμιση από σερβιτόρος στο GB σε λιγδογκάρσονο «ό,τι βλέπετε» στην Πλάκα), αφού οι Ούννοι προτίμησαν εσχάτως τις τουρκικές ακτές, για να ξεκαβλώσουν.

Εν πάση περιπτώσει, ο τρόπος εκφοράς της φράσης, δηλώνει και την νεοελληνική σχιζοφρένεια:

Δηλαδή λέγεται μεμψιμοιρώντας αυτομαστιγωτικά (τέτοια είν' η μοίρα μας –πού να τα βάλεις με τα θερία;), αλλά και κρυπτοαλαζονικά, ότι δήθεν διαθέτουμε κρυφές καβάτζες και θα ανατρέψουμε το παιχνίδι με 103-101 (στην ουσία ποντάροντας στην τύχη κι ότι ο καθένας θα την βγάλει καθαρή μόνος του –όπως λένε και στη Νάπολι: Speriamo che me la cavo).

Χαζογελάμε με το μαύρο χάλι μας, κατά τον ίδιο τρόπο, που σκούζουμε «μα δεν υπάρχει Κράτος;» ενώ την ίδια στιγμή όταν θίγονται συμφέροντά μας ατομικά, κοπτόμεθα ότι «σιγά μη γίνουμε όπως οι κουτόφραγκοι».

Δηλαδή κάτι κουτοπόνηρα βυζαντινίστικα του στυλ «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, είναι λίγοι μα τους πολλούς νικούν», «κι αν είναι η μοίρα μου σακατεμένη», «Αέρααα!», «το αθάνατο κρασί του '21», «ο Γκάλης θα πάρει το παιχνίδι πάνω του», ή με χρονικοϋποθετικές προτάσεις «όταν εμείς..., αυτοί...», ή συγκριτικούς μαξιμαλισμούς / μινιμαλισμούς «η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο δείκτη... / το χαμηλότερο ποσοστό...» και ιστορίες με κολώνες και βαλανίδια.

Οι Τούρκοι, κάνουν ακριβώς τα ίδια καραγκιοζιλίκια, αφού πάσχουν από πολιτισμική σχιζοφρένεια (βαρύτερης όμως μορφής αφού –διάβολε– η ελληνική είναι στο φινάλε-φινάλε ευρωπαϊκή γλώσσα και η χώρα μας, ανήκει στην Ευρώπη έστω και γεωγραφικά):

Έτσι, υπάρχουν οι κεμαλικοί στρατοκράτες, που επιβάλλουν την «ευρωπαιοσύνη» διά της βίας (!), οι οθωμανιστές που αναπολούν κοκορευόμενοι «αααχ! Μια φορά κι έναν καιρό έκλανε ο Σουλτάνος και χέζονταν η Ευρώπη και τώρα μας αναγκάζουν να γονατίσουμε στις απαιτήσεις αυτού του θρασιμιού του γκιαούρη για να μας πουν μια καλημέρα», οι παντουρανιστές κι οι παντουρκιστές (όλα τα μόγγολα μια πατρίδα είμαστε παιδιά –άντε και τους φάγαμε), οι φονταμενταλιστές μουσουλμάνοι (άσε να τα 'χω καλά με τον Αλλάχ και σέρνονται πόλεμοι εδώ γύρω), τα εθνίκια που γκαρίζουνε στα γήπεδα «Ευρώπη-Ευρώπη, ερχόμαστε! Ακούς τις μπότες μας;» (ενώ «Βατάν» = μητέρα-πατρίδα θεωρούν την εσωτερική Μογγολία), ευρωλιγούρηδες ψευτο-αστοί, που το πρωί διαβάζουν Le Monde και το βράδι κάνουν στα κλεφτά ναμάζι (μουσουλμανικό προσκύνημα) και άλλα φαιδρά.

Πάντως, οι ισχυροί εμφανίζονται παραδοσιακά σαν απαιτητικοί υπερόπτες πελάτες και οι αδύνατοι σαν αναγκαστικώς καλοκάγαθοι θεράποντές τους, στην ιστορία.

Στην Αμερική ήταν ο καλός μπαρμπούλης Θωμάς στο φτωχοκάλυβό του, στην Ινδία ήτανε οι tea-wallah που κουβαλούσανε το τσάι στις μισότριβες Εγκλέζες (που ενώ παραπονιόντουσαν για το κλίμα δε λέγανε να ξεκουμπιστούνε), στην Τουρκία και στην Κίνα οι «εξυπηρετικοί» κούληδες, που παίρνανε όλο καμάρι το έξτρα μπαξίσι από τους γαλαντόμους Δυτικούς για μια καλή πληροφορία, στην Ελλάδα τα «αλάνια» του Πειραιά που σαλαγούσανε τ' Αμερικανάκια στα κωλόμπαρα να μας γαμήσουνε την αδερφή κλπ.

Σήμερα αισθανόμασθε Ευρωπαίοι διότι χρησιμοποιούμε γουστόζικες αλλοδαπές μάρκες. Δεν είμαστε οι μόνοι. Με το ν' αλλάξει ο Μανωλιός δεν έγινε και τίποτα, αφού τα ράσα δεν κάνουν τον παπά (οι Τούρκοι λένε το αντίστοιχο Χότζειο «με το να πάει ο γκιαούρης στη Μέκκα δεν έγινε και Χατζής»).

Κάποτε στέλναμε στην Ευρώπη εργάτες, τώρα στέλνουμε επιστήμονες για Gastarbeiter. Βέβαια, είναι κι αυτό μια προαγωγή. Μην πολυθριαμβολογούμε όμως για τυχόν μεμονωμένη επιτυχία Έλληνος στο εξωτερικό, διότι τούτο εξαίρει την χώρα ευδοκιμήσεως και όχι την χώρα εκδιώξεως. Άλλωστε, η παθητική αφομοίωση ξένων (υπο-)προϊόντων, μόνο κακό μας έχει κάνει.

Μόνο στην σκαμπρόζικη Ιταλία (που ισορροπεί μεταξύ Βορρά-Νότου, ενώ εμείς παραπαίουμε μεταξύ Δύσης-Ανατολής), δεν περάσανε τέτοια σάπια. Όταν πλακώσανε οι Τζώνηδες και η μαρίδα βάλθηκε να μοστράρει μπλουτζήν και να πίνει ουίσκυ ότι και καλά, το πειραχτήρι της Νάπολης Renato Carosone, χτύπησε διάνα το 1956 με το «Tu vuo fa l’ Americano» (=μας το παίζεις Αμερικανάκι), επαναφέροντας τους συμπατριώτες του στα συγκαλά τους. Η Ελλάδα μόλις το 1984 αντεπιτέθηκε στα κυρίζια, μ' αυτόν το διάολο το Ζωρζ Πιλαλί στο «Δηλαδή μας το παίζεις και Ντίβα».

Ο Τζιπάκος έχει διατυπώσει την ευρωπαϊκή ιδιότητα των νεοελλήνων στο «Καπρί σε φινί» ως εξής:

[I]Εγώ «Ήχος και Φως», μπρος σε γκρουπ τουριστών
Ντίσκο στη διαπασών
Με φωνάζουν «γκαρσόν!»[/I]

Περί κατάστασης αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννάνε οι κότες, οι Κατσιμιχαίοι περιγράφουν απαξιωτικά το γκαρσόνι ως υποβιβαστικό του ερωτύλου στο «Μια Βραδιά στο Λούκι»:

[I]Σε μια στιγμή το βλέμμα της πλανήθηκε στο χώρο
Κι απάνω μου σταμάτησε σαν κάτι να ζητούσε
Ταράχτηκα και σκέφτηκα: «Θε μου εμένανε ζητάει!»
Όμως εκείνη κοίταγε να βρει το σερβιτόρο...[/I]

Στο «Βαρύ Πεπόνι» (1977) ο Π. Τάσιος δίνει ανάγλυφα τον υποβιβασμό του «αφεντικού» επαρχιακού καφενέ σε γκαρσόνι βου στην Αθήνα, προϊούσης της ανταγωνιστικότητας στα μέτρα της (υποχρεωτικής) αστυφιλίας, κατά το «από δήμαρχος, κλητήρας».

Η βιομηχανική «πριμοδότηση» της Αττικής των δεκαετιών 50-70, που γάμησε και την Αθήνα και την επαρχία, φαίνεται στις απεγνωσμένες φάτσες των Ελλήνων «εσωτερικών γκαρσονιών» της Ομόνοιας στην «Παραγγελιά» (1980) και στο «Βίος και Πολιτεία» (1987), όπου αν κανείς κωλοπειράξει το φίλτρο του φακού και προσδώσει σύγχρονη φωτογραφία στην εικόνα, παρουσιάζουν εκπληκτική ομοιότητα με σημερινούς αλλοδαπούς που «δεν θα γίνουν Έλληνες ποτέ»...

— Τί γίνεται ρε συ με την κρίση; Θα τη σκαπουλάρουμε λές;
— Ο Υπουργός είπε οτι η Γερμανία, ως εύρωστη οικονομία, θα πρέπει να τονώσει τον θεσμικό της ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να μην διακυβεύσει τυχόν χρεωκοπίες εκ μέρους των πιο αδύναμων Κρατών, ταυτόχρονα ενδυναμώνοντας κεντρικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την μακροπρόθεσμη σταθερότητα της ευρωζώνης.
— Δηλαδή;
— Τί δηλαδή; Πάλι στη ζητιανιά βγήκαμε...
— Να δώ ως πότε θα κάνουμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified