Πείσμωσε, δεν αλλάζει γνώμη, αυτό είναι και τέρμα, μουλάρωσε.
- Έλα Κωστάκη κατέβα από το δέντρο να φας το αυγό σου παιδί μου! Πες του και εσύ κάτι Μαράκι αδελφός σου είναι.
- Τι να του πω μαμά, δεν βλέπεις, κατσικώθηκε!
Πείσμωσε, δεν αλλάζει γνώμη, αυτό είναι και τέρμα, μουλάρωσε.
- Έλα Κωστάκη κατέβα από το δέντρο να φας το αυγό σου παιδί μου! Πες του και εσύ κάτι Μαράκι αδελφός σου είναι.
- Τι να του πω μαμά, δεν βλέπεις, κατσικώθηκε!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Κάτι πήγε στραβά.
Άβυσσος η ψυχή της γλώσσας. Αφού σαν πετύχει η μαλακία, τύφλα να 'χει το γαμήσι, γιατί τότε όταν παιχτεί μαλακία ισούται με αποτυχία, ζημιά, γκάφα, κλπκλπ;
Η απάντηση είναι μάλλον ότι η λέξη μαλακία (και τα παράγωγά της) είναι πασπαντού.
Λέγεται και σκέτο: «Μαλακίααα...»
- Ω ρε πούστη...
- Τι έγινε;
- Μαλακία... Σήμερα γιόρταζε η αφεντικίνα μου και ξέχασα να της ευχηθώ...
- Καλά, μη σκας, ακόμα μεσημέρι είναι.
(στο τηλέφωνο)
- Έλα, τι γίνεται;
- Σόρι ρε συ, δεν μπορώ να σου μιλήσω τώρα, έχει παιχτεί μια μαλακία στη δουλειά και είμαι σε σύσκεψη...
- Οκ, τα λέμε.
Got a better definition? Add it!
Έκφραση που δείχνει επιφυλακτικότητα, έλλειψη πίστης, αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Λέγεται όταν μας ζητούν να εμπιστευτούμε κάποιο πρόσωπο το οποίο δεν γνωρίζουμε, χωρίς να υπάρχει κανένα εχέγγυο, καμία εγγύηση, ή απόδειξη για την αξιοπιστία του συγκεκριμένου προσώπου. Ούτως ειπείν, η έκφραση δεν στέκεται ποτέ μόνη της, αλλά πάντα δηλώνει αντίθεση.
Η έκφραση προήλθε από την πιθανότητα (ή την ελπίδα) να αλλάξουμε ξαφνικά φύλο, κι από 'κει που τον δίναμε ν' αρχίσουμε ξαφνικά να τον παίρνουμε ή τανάπαλιν. Σημαίνει δηλαδή, στην κυριολεξία, «ρε φίλε, εγώ δεν ξέρω αύριο αν θα το γυρίσει το φύλο ο κώλος μου, κι εσύ μου ζητάς να εμπιστευτώ αυτόν τον άγνωστο;» Δηλαδή δεν ξέρω τι κόλπα θα μου κάνει κάποιος τόσο κοντινός μου, όπως είναι ο κώλος μου, και μου ζητάς να εμπιστευτώ κάποιον άγνωστο;
- Ο Γιώργος, ξέρεις, ο γκόμενος της Γιώτας, ανοίγει μαγαζί και ψάχνει λεφτά. Να του δανείσουμε 5.000€;
- Τι λε, ρε μαλάκω,; Τον ξέρουμε κι από χθες;
- Καλό παιδί φαίνεται, του έχω εμπιστοσύνη.
- Εγώ δεν έχω εμπιστοσύνη στον κώλο μου, το Γιώργο θα εμπιστευτώ; Ας δανειστεί απ' τη Γιώτα.
- Εσείς εμπιστεύεστε τη νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ;
- Ρε κοπέλα μου, εγώ δεν εμπιστεύομαι τον κώλο μου, την κυβέρνηση θα εμπιστευτώ;
Got a better definition? Add it!
Έκφραση που προέρχεται από τον λαμπερό κόσμο της μόδας (για την πατρότητά της ερίζουν ο Ζαν Πωλ Γκωτιέ και ο Υβ Σαιν Λωράν).
Σημαίνει ακριβώς ότι δεν γίνεται να έχεις και την πίτα ολόκληρη, και τον σκύλο χορτάτο ή μονά ζυγά δικά σου, όπως λέμε εμείς οι υπόλοιποι, κατώτεροι άνθρωποι.
Για τους αδαείς, ποιμένες και χοιροβοσκούς, μανικοκόλληση γίνεται όταν το μανίκι ενώνεται με το υπόλοιπο ρούχο από τον ώμο και προς τα κάτω, καθέτως.
Ρεγκλάν (από τον Άγγλο στρατηγό, τον 1ο βαρόνο Ρεγκλάν, πέμπτο γιο του δούκα του Μποφώρ) είναι το μανίκι που ενώνεται από το λαιμό προς τη μασχάλη, διαγώνια, εν είδει «σφήνας».
- Θα τρελαθώ! Ο Τάσος έμαθε για μένα και τον Σπύρο και με παράτησε!
- Σ’ τά ’λεγα εγώ χρυσό μου! Και μανικοκόλληση και ρεγκλάν δε γίνεται!
- Αλί μου η βαριόμοιρη!
Got a better definition? Add it!
Κυριολεκτικά, η κλασσική γλώσσα που ομιλείται στην Περσία. Λέγεται και παρσί (περσικά). Κάποτε ήταν επίσημη γλώσσα σε πολλές περιοχές της Ασίας γειτονικές του Ιράν και εχρησιμοποιείτο από τους λόγιους.
Μεταφορικά χρησιμοποιείται για να δώσει την έννοια της άπταιστης γνώσης μιας ξένης γλώσσας ή άλλη γνωστικού αντικειμένου.
«Μιλάει φαρσί τα γαλλικά» (μιλάει πολύ καλά).
«Την ιστορία την έμαθε φαρσί» (την έμαθε πολύ καλά).
Got a better definition? Add it!
Παλιοκαιρίσια τουρκομερίτικη έκφραση (ακόμα εν ισχύ), που σημαίνει αδήριτη επιθυμία για πρόσωπο, πράγμα ή κατάσταση και εκφράζει παράπονο-απωθημένο, περί μη εισέτι απόκτησής του.
Χρησιμοποιείται είτε κυριολεκτικά (= επιθυμώ διακαώς) είτε ειρωνικά (π.χ. «από σεβντά το’ χω να σε δω μια φορά να διαβάζεις τα μαθήματά σου», δηλ. «και τί στον κόσμο» / «και θα κάνω Χριστούγεννα» κλπ).
Στην ταινία «Έλα στο θείο» (1950), ο Νίκος Σταυρίδης έχοντας χώσει κρυφίως ένα μασούρι με χαρτονομίσματα στο σακάκι του Νίκου Βασταρδή εν αγνοία του, προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον κάνει να το βγάλει (π.χ. τον προκαλεί σε καυγά, του λέει ότι έχει ζέστη και στο τέλος τον παρακαλεί να το φορέσει κι αυτός για λίγο επειδή δήθεν «το’ χει από σεβντά»).
Εκ του τούρκικου sevda = αγάπη / πάθος (ρήμα sevmek).
Παρόμοια: Καημό το’ χω, με τρώει το σαράκι, νταλκάς, το’ χω (από) μεράκι / ντέρτι, μ’ αυτό το μαράζι θα πάω (βλ. ωραιότατο ρεμπέτικο «Το δικό σου το μαράζι θα με φάει») κ.α.
(Το νεαρό ζευγαράκι):
(Ο πονηρός)
- Έχεις κάνει ποτέ σου τριολέ;
(Η μουσίτσα)
- Όχι βέβαια. Εσύ;
(Ο πονηρός)
- Ούτε και γω και το’ χω από σεβντά...
(Η μουσίτσα)
- Με τον σεβντά θα μείνεις! Εγώ δεν κάνω τέτοια πράγματα, εντάξει;
(Ο πονηρός)
- Καλά κορίτσι μου, ηρέμησε! Μια κουβέντα είπαμε, μπααα!
(Μετά από λίγο):
(Η μουσίτσα)
- Τσαντίστηκες;
(Ο πονηρός)
- Άσε, θα μου περάσει... (πού θα μου πας;)
Got a better definition? Add it!
Ρήμα που χρησιμοποιείται αηδιαστικά και εκνευριστικά εκτενώς την περίοδο του Φεστιβάλ στην Σαλονίκη. Αν αναρωτιέστε ποιο Φεστιβάλ, είναι καιρός να δοκιμάσετε αν το σκρολ-ντάουν λειτουργεί και να πάτε παρακάτω. Άντε ντε!
Για τους υπόλοιπους, το ρήμα φεστιβαλίζω αποτελεί κάτι σαν ιερή λέξη που αντλεί αυτήν της την ιερότητα από τις πράξεις στις οποίες προβαίνει αυτός που την χρησιμοποιεί και οι οποίες είναι, προφανώς, ιερές. Η προσπάθεια παρακολούθησης Ρουμανικού σινεμά και ο χλευασμός όσων αποχωρούν από την αίθουσα επειδή δεν άντεξαν βρε αδερφέ, ο συνεχής εκθειασμός σκηνοθετών τους οποίους η υπόλοιπη παρέα δεν γνωρίζει, η αναγωγή του Βαλκανικού σινεμά σε πρωτοπόρου σε θέματα απεικόνισης της ψυχής και άλλα κοντά σ' αυτά. Αν ήδη αναρωτιέστε για ποια θρησκεία είναι αυτές οι μαλακίες ιερές πατήστε το κάτω βελάκι στο πληκτρολόγιο τώρα. Άντε ντε!
Στα παραπάνω, αν και επιμελώς οι «φεστιβαλίζοντες» προσπαθούν να το κρύψουν, συγκαταλέγονται και η εθελοντική εθελοτυφλία στον μαρασμό αυτού που λέγεται ελληνικό σινεμά, η ανεκτικότητα απέναντι στους σιχαμερότερους γλύφτες που κατέχουν άχρηστες καρέκλες, ο αδιάλειπτος χαρακτηρισμός παρατρεχάμενων (οι οποίοι είναι πολλοί, όχι απλά πολλοί αλλά Πολλοί) ως «υπηρέτες της τέχνης» ενώ όλοι ξέρουν ότι ο κανονικός είναι «δημόσιοι υπάλληλοι» και άλλα. Αν ανήκετε σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες μεταφέρετε τον δείκτη του ποντικιού στο κουμπάκι κάτω δεξιά του μπράουζερ σας και συνεχίστε. Άντε ντε!
Για όσους μείνανε και άντεξαν, να πω πως δεν θα αναφερθώ στους υπερκουλτουριάρηδες μιας και ο σύντροφος Khan/Hank/Dirty Talking έχει ορισμό-φαινόμενο που θα ήταν βλασφημία ακόμη κι αν επικαλεστώ (ουπς) απλά θα αναφερθώ στην αφορμή για το παρόν λήμμα: υπερκουλτουριάρα σε πάρτυ με πρόσκληση σε ρουφ-γκάρντεν βρίσκει άλλη υπερκουλτουριάρα και συνομιλούν:
- Κική, κι εσύ εδώ;
- Ε βέβαια βρε Νόρα μου.
- Τί κάνεις;
- Τι να κάνω βρε Νόρα, ότι κάνει όλος ο κόσμος αυτόν τον καιρό: φεστιβαλίζω.
- Μπα, εγώ προτιμώ το «φεστιβάλω» γιατί ταιριάζει με το αμφιβάλλω που μόνο εμείς μείναμε να κάνουμε.
Got a better definition? Add it!
Βγάζω την Κατίνα από μέσα μου κουτσομπολεύοντας και κακολογώντας (και το απολαμβάνω!).
Διαφορετικό από το ξεκατινιάζω, αν και υπάρχει μια σχέση ως προς την εξάντληση που επέρχεται μετά από ένα γερό ματς ξεκατινιάσματος (είναι ομαδικό σπορ, βλ. Super Star - Λαμπίρη & Σία).
«Δεν πρόκειται ποτέ να ξεκατινιαστώ δημόσια. Είναι θέμα ανατροφής, πώς το λένε; Εν τοιαύτη περιπτώσει, κουβαλάω και ένα επίθετο που δεν μου επιτρέπεται να ξεκατινιάζομαι, δεν μου επιτρέπει να κάνω ειρωνείες, πεσίματα και κακίες».
Η Ναταλία Γερμανού μιλάει για τη Σοφία Αλιμπέρτη, εδώ.
βλ. και ξεκατινιάζω
Got a better definition? Add it!
Έκφραση που χρησιμοποιείται για να εκφράσει προφανείς, οφθαλμοφανείς και αυτονόητες καταστάσεις, ειδικά σε κείνους που αναλίσκονται σε αναζήτηση δευτερευόντων και επουσιωδών λεπτομερειών, παραγνωρίζοντας τα κύρια και μείζονα χαρακτηριστικά.
Ντορός = χνάρι από μυρωδιά.
Τι θα πει ρε φίλε το παιδί δε σου μοιάζει, αφού τόσες φορές την έπιασες να τηλεφωνιέται με άλλον. Τον λύκο τον βλέπεις, τον ντορό του γυρεύεις;
Got a better definition? Add it!
Προέρχεται από το κάφρος. Υποτιμητικός ορισμός προς άλλους ή καταστάσεις. Σημαίνει μαυρίλα ή, ενίοτε, αναφέρεται στην ιδιαίτερη οσμή ιδρώτα του μαύρου δέρματος.
Ουρά στα ταμεία μιας κλεφτοτράπεζας (το όνομα διαλέξτε το κατά το δοκούν, after all όλες ίδιες είναι):
- Ρε Μητσάρα, τι γίνεται εδώ ρε; Μέχρι στην είσοδο είναι η ουρά!
- Ναι ρε φίλε, πάμε να την κάνουμε, δεν αντέχω τέτοια καφρίλα…
Οι νεότεροι σλάνγκοι ας εκλάβουν τον ορισμό, το παράδειγμα αλλά τα σχόλια του λήμματος αυτούνου ως οδηγό για το πώς [i]δεν πρέπει να λημματοδοτεί[/i] κανείς το σλανγκρρρ.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified