Further tags

Παροιμιώδης φράση της οποίας αγνοώ την προέλευση, αλλά που έκρινα σκόπιμο να ανεβάσω αφού την άκουσα από δυο ανεξάρτητες παρέες. Αν κανείς/καμιά γνωρίζει προέλευση, κερδίζει ένα Dimple, αν ταυτόχρονα απαντήσει στην επιπλέον ερώτηση χωρίς να κοιτάξει: τι σημαίνει Dimple.

«- Και πώς τα περνάτε στο Μοναστήρι, πάτερ; - Ε, λίγο αυνανισμός, λίγο προσευχή, περνάει η ώρα...».

Πέρα από τους μοναχούς και ορισμένοι λαϊκοί συμπολίτες μας χρησιμοποιούν την παραπάνω έκφραση, προκειμένου να περιγράψουν μια μάλλον μέτρια φάση της ζωής τους.

  1. - Και πώς τα περνάς εκεί στην ξενιτιά;
    - Ε, δεν υπάρχει σάλιο το τελευταίο εξάμηνο όπως ξέρεις, οπότε λίγο αυνανισμός, λίγο προσευχή περνάει η ώρα...

  2. - Και πώς τη βλέπεις τη φάση τώρα στο χωριό πάλι;
    - Ε, λίγο αυνανισμός, λίγο προσευχή, περνάει η ώρα, δε βαριέσαι...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η λίστα του πούστη με την μισή χιλιάδα συνωνύμων, μαζί με το εμβληματικό λήμμα του σάιτ μας την τρίζει την όπισθεν, οδήγησαν στο λεγόμενο λούγκρα generator, ένα φιλόδοξο χαλικούτειο πρόγραμμα που πρόκειται να επισκιάσει το Hellenic Quest. Πλην δημιούργησε την εύλογη ερώτηση μήπως ως λαός, οι Έλληνες, και ως Σλάνγκοι εν προκειμένω, το καταχωρίζουμε το λήμμα. Γι' αυτό, για να τονωθεί ο αμφισβητούμενος εκ σλανγκ ανδρισμός μας, δίνω σήμερα το εναρκτήριο λάκτισμα για μια εξίσου πλούσια λίστα, αυτή των συνωνύμων του γαμάω / πηδάω.

Σημαντικές πηγές μου υπήρξαν οι συσσλανγκιστές Τζόνι Μπλακ (φορτώνω), Χαλικούτης, acg (την τρίζει την όπισθεν) ο άγνωστος Σλάνγκος και πασαδόρος η Μες από το Δ.Π. Η λίστα θα ανανεώνεται χάρη στον ζήλο και την σλανγκική αυταπάρνηση πεφωτισμένων μοντούλων.

Εισήγαγα ρήματα και ρηματικά συμπλέγματα που δηλώνουν το γαμήσι, αλλά και α) ορισμένες κορυφώσεις του, όπως ο οργασμός, ή β) εξειδικεύσεις του, όπως το πρωκτικό, εφόσον το βάρος της έκφρασης πέφτει στην πράξη του σεξ. Επίσης, γ) μη σλανγκ λέξεις, και δ) λέξεις από όλο τον φλοκοχώρο και φλοκοχρόνο του Ελληνισμού. Ακόμη ε) ύβρεις, όπου όμως η έμφαση τίθεται στην πράξη του πηδήματος καθ' εαυτήν και όχι σε κάποια νεφελώδη σημειολογία.

Αντιθέτως, δεν εισήγαγα: α) Λέξεις που περιγράφουν το γαμήσι αποκλειστικά από την σκοπιά του ερωμένου (λ.χ. τρώω (τον), πιπώνω κ.ο.κ.). β) Λέξεις που περιγράφουν μεν ένα είδος γενετήσιας πράξης, πλην εστιάζουν σε μια πολύ εξειδικευμένη πτυχή της (λ.χ. ξεπαρθενιάζω). γ) Λέξεις που χρησιμοποιούνται ως ύβρεις, χωρίς να εννοείται ότι απειλείται να λάβει χώρα κυριολεκτικό γαμήσι λ.χ. γαμώ το μουνί της κατσαρίδας, γαμώ το οικογενειακό σου βιβλιάριο κ.ο.κ. ή είναι υπερβολικά εξειδικευμένες, λ.χ. γαμώ τη Νανά τη χορεύτρια. δ) Εκφράσεις του την τρίζει την όπισθεν, όπου ο συσχετισμός με το φυσικό γαμήσι είναι εξαιρετικά ασθενής, βλέπε τιραμισουρεαλιστικός.

Η λίστα είναι ανοικτή σε συμπληρώσεις και η μεθοδολογία μου ανοικτή σε κριτική, πάντως η λίστα (με αλφαβητική σειρά) έχει ως εξής:

  1. αγγίζω
  2. ακουμπάω (τον)
  3. αλλάζω τα υδραυλικά
  4. αλλάζω τα φώτα
  5. αλληλοπεριχωρούμαι (μετά τινος)
  6. αμπώχνω (τση/του τον)
  7. αναπαράγομαι
  8. απαυτώνω
  9. αποδομώ (αυτοαναφορικό hommage à Derridah dah dah)
  10. αποσιστώνω / αποσσιηστώνω
  11. αρμέγω τη σαύρα
  12. ασελγώ
  13. αυξάνομαι και πληθύνομαι
  14. αυτώνω
  15. βάζω (τον είς τινα) / βάζω την κάλτσα στο συρτάρι / βάζω τον κολιό στο ξύδι
  16. βατεύω
  17. βαφτίζω (τον μπέμπη/ τον Αλβανό)
  18. βγάζω τα μάτια μου
  19. βολεύω
  20. βομβαρδίζω
  21. βουτώ
  22. βουλώνω (τα λούκια μανάκι)
  23. βρέχω (τον είς τινα)
  24. γαμοπιλώθω
  25. γαμώ/ γαμάω/ γαμιέμαι
  26. γαμώ με αμμοχάλικο
  27. γαμώ τα βάρδουλα
  28. γαμάω γαϊδάρα στον ανήφορο
  29. γαμάω και δέρνω
  30. γαμώ τα μάτια
  31. γαμώ το καρυοφύλλι
  32. σε γαμώ και κλάνεις και παιδιά δεν κάνεις
  33. γαμώ τα ούπα (τινί)
  34. γαμώ τα πρέκια
  35. σε γαμώ και σπάω πλάκα
  36. γαμώ και σπέρνω
  37. γαμάω-τάω
  38. σε γαμώ και σε υποστηρίζω
  39. γαμώ και χύνω (λες να παχύνω;)
  40. γαμώ (τινά) και ψοφάει
  41. γαμώνω
  42. γεγάμηκα (ἐγεγαμήκειν)
  43. γνωρίζω (με την βιβλική έννοια)
  44. διακορεύω
  45. διατείρω
  46. διατρυπώ
  47. διεισδύω
  48. δίνω (τον)
  49. δίνω γραπτό
  50. εισάγω / κάνω εισαγωγές- εξαγωγές
  51. εκμιαίνω
  52. εκπυρσοκροτώ
  53. εκσπερματίζω
  54. εκσπερματώνω
  55. ενώνομαι / γίνομαι ένα
  56. εξυπηρετώ/ κάνω εξυπηρέτηση
  57. επιβαίνω (αρχ.)
  58. έρχομαι
  59. έσομαι / γίνομαι εις σάρκαν μίαν
  60. εφαρμόζω
  61. έχω (τινά)
  62. ζευγαρώνω
  63. ζμπρώγνω
  64. θέτω (τόνε καποιανής/ καποιανού)
  65. θίγω
  66. ισιώνω
  67. καβαλάω
  68. καλαφατίζω
  69. κανονίζω
  70. το κάνω
  71. κάνω έρωτα
  72. κάνω τινά μητέρα
  73. κάνω παρέλαση
  74. κάνω ρεκτιφιέ (σε μια γκόμενα)
  75. κάνω σεξ (μετά τινος)
  76. κάνω ψυχικό
  77. καρφιτσώνω
  78. καρφώνω
  79. καταθέτω / κάνω κατάθεση
  80. καταχωρίζω (αυτοαναφορικό)
  81. κεντάω
  82. κερνάω
  83. κινώ (αρχ.)
  84. κλιμακώνω
  85. κοιμάμαι (μετά τινος)
  86. κομματιάζω
  87. κορυφώνω
  88. κουραβέλω
  89. κουτουπώνω
  90. λογχεύω
  91. μαμάω-ώ
  92. μανικώνω/ ρίχνω μανίκι
  93. μαρκαλεύω
  94. ματσακονιάζω / ματσακονιάζω την βάρκα
  95. μπαίνω (όπως μπαίνεις στο βάθος)
  96. μπήγω
  97. μπουκάρω
  98. μπουκόφσκι
  99. μπουκώνω
  100. μπριζολιάζω
  101. ντινέρω (πιτχά)
  102. ξεγάμησα
  103. ξεδοντιάζω το δαγκανόμουνο
  104. ξεζουμίζομαι
  105. ξεκατινιάζω
  106. ξεκωλιάζω
  107. ξεμουνιάζω
  108. ξεπατώνω
  109. ξεσκίζω
  110. ξηγάω τ' όνειρο
  111. ολοκληρώνω (την σχέση) / ολοκληρώνω (μαζί) / ολοκληρώνω την τετραετία
  112. παίζω εντός έδρας
  113. παίζω καράτε
  114. παλουκώνω
  115. παστελιάζω
  116. πατάω (της/του έναν πούτσο)
  117. παχτώνω (την πρόβολο)
  118. περιπτύσσομαι / έρχομαι σε ερωτική περίπτυξη
  119. περνάω (την σχέση) από το δημόσιο δίκαιο στο ιδιωτικό
  120. περνάω (τινά) ένα χεράκι
  121. περτσινώνω
  122. πετάω τα μάτια όξω (είς τινα)
  123. πετσώνω
  124. πηγαίνω (μετά τινος)
  125. πηδάω
  126. πιλώθω
  127. πνίγω / πνίγω το κουνέλι / πνίγω τον ιππόκαμπο
  128. πολλαπλασιάζομαι
  129. ποτίζω (το γκαζόν)
  130. πουτσοδοτώ/ είμαι εθελοντής πουτσοδότης
  131. προωθώ
  132. πυροβολώ
  133. ρίχνω (της/ του έναν πούτσο)
  134. ρίχνω έναν κρύο
  135. ρίχνω τον οβολό μου
  136. σατυρίζω
  137. σερβίρω (της/ του έναν πούτσο)
  138. στα σκάω
  139. σκίζω
  140. σκουντάω
  141. σκυλοπηδιέμαι
  142. σλιβώνω
  143. σοδομίζω
  144. σουβλίζω
  145. σπάω (στον πούτσο τινά)
  146. σπερμοδοτώ
  147. σπέρνω
  148. σπρώχνω
  149. σταυρώνω (γκόμενα/ο)
  150. στραβοκαυλιάζω
  151. στραβοψωλιάζω
  152. στραγγίζω
  153. σύνειμι
  154. συνέρχομαι
  155. συνευρίσκομαι
  156. συνουσιάζομαι
  157. συστήνω εμπράγματη ασφάλεια
  158. σφάζω
  159. σφίγγω / σφίγγω το μπουλόνι
  160. σφραγίζω
  161. σφυρίζω (τον είς τινα)
  162. σφυροκοπώ
  163. ταΐζω κρέας
  164. τελειώνω
  165. τεντώνω
  166. τρίβω / τρίβω το πιπέρι
  167. τρυπώ
  168. τρώω το μύδι με το τσόφλι
  169. φερμάρω
  170. στα φέρνω
  171. φιστικώνω/ κερνάω φιστίκι (αράπικο)
  172. φοράω (τον είς τινα)
  173. φορμάρω
  174. φορτίζω / βάζω τον φορτιστή στην πρίζα
  175. φορτώνω
  176. φτάνω
  177. χαραφλώνω
  178. χρακάρω
  179. χτυπάω
  180. χύνω κασέρια
  181. χύνω κουβάδες
  182. χύνω με τόκους υπερημερίας
  183. χύνω γκλjίτερ
  184. χώνω (τον είς τινα)
  185. ψωλιάζω

Το έχουμε πηδήξει τελείως το θέμα με τις λίστες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέμε ότι κάποια μας φωτογραφίζει όταν φαίνεται το βρακί ή (ακόμα καλύτερα) το μουνί της καθώς κάθεται ανέμελα με ανοιχτά τα πόδια.

Όπως με όλες τις μορφές φωτογράφισης, μερικές είναι αυθόρμητες κι άλλες στημένες.

Συνειρμικό ασίστ από τα σχόλια του Πονηρόσκυλου εδώ.

- Αίαντα, για γύρνα διακριτικά στο τρεις η ώρα...η Σβετλάνα μάς φωτογραφίζει.

- Ἂτσα ἑξώμουνο μίνι ἡ Φωτεινοῦλα, Ἁλλῖβε!

Κλασική φωτογράφιση της Sharon Stone, καικαλά όχι στημένη. (από Vrastaman, 04/11/09)"Φωτογράφε, όλη την τέχνη σου να βάλεις", αφιερωμένο στην Φαιη Σκορδά και την Πετρούλα Κωστίδου (από Khan, 04/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γίνομαι κουδούνι: κλασική έκφραση δήλωσης - παραδοχής κάποιου, ότι βρίσκεται σε κατάσταση μέθης. Κατά μία εκδοχή, προκύπτει από τη ζαλάδα που βιώνει το υποκείμενο, σαν να χτυπούν μέσα στο κεφάλι του κουδούνια.

Συνώνυμο: γκολ

- Άσε φίλε... τα ήπιαμε χτες με τον Ιεροκλή... κουδούνια γίναμε...
- Κι εσείς οπαδοί του Γκόγκολ, βλέπω...

πιάσε μια πράσινη... (από Jonas, 04/11/09)

βλ. και λιάρδα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται ως συνήθως από τους χαμηλοσυνταξιούχους που τα οικονομικά τους, αν μη τι άλλο, δεν τους βοηθούν ιδιαίτερα.

- Πώς τα βγάζετε πέρα με τα λιγοστά χρήματα που λαμβάνετε; - Ένα φιδέ κι ακίνητος. Αν κινηθούμε θα ξαναπεινάσουμε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η έκφραση έλκει την καταγωγή της από τη μοδιστρική και το πλέξιμο. Είναι γνωστό ότι μια μπλούζα έχει ως κύρια συστατικά τμήματα το εμπρός τμήμα («μπροστινή»), το πίσω τμήμα («πισινή») και τα μανίκια. Υπάρχουν βέβαια και άλλα σημαντικά τμήματα όπως ο λαιμός, τα λάστιχα κλπ, ο κορμός όμως είναι «μπροστινές, πισινές και μανίκια».

Στα σλάγκικα η έκφραση χρησιμοποιείται χλευαστικά για έργα που παρουσιάζονται ως ολοκληρωμένα, αλλά επί της ουσίας λείπουν σημαντικά κομμάτια που καθιστούν το προϊόν άχρηστο και ατελέσφορο. Η κατάσταση αυτή είναι πολύ συνηθισμένη κυρίως στα δημόσια έργα, π.χ. συμφοράι, κτηματολόγιο, TAXIS κλπ.

  1. - Τέλειωσα, αλλά θέλει σύνδεση με GUI, serial interface και δυο τρία μερεμέτια.
    - Κατάλαβα, θέλει μπροστινές, πισινές και μανίκια...

  2. Μας παρέδωσαν το νέο πρόγραμμα, αλλά, από το λίγο που το είδα, λείπουν μπροστινές πισινές και μανίκια.

  3. Ρε συ αυτό δεν τρέχει τίποτα, όλο «Λυπούμαστε, αλλά αυτή η λειτουργία δεν υποστηρίζεται ακόμη» μου βγάζει. Θέλει μπροστινές, πισινές και μανίκια!

μπροστινές, πισινές, μανίκια (από panos1962, 04/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επιφωνηματική έκφραση θαυμασμού, ικανοποίησης, και τα δύο, γενικά εξαιρετικά θετικών συναισθημάτων που μας διακατέχουν. Αποδίδει μια διάσταση Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές στην πραγματικότητα, με την επίκληση υπερ-πραγματικών δυνάμεων, μια διάσταση μαγικού ρεαλισμού.

Ασσίστ: μαυρόγιαννος, εδώ.

  1. - Έφτιαξα μουσακά και γαμεί!
    - Μαγεία!

  2. - Μου τά 'ριξε η Μαρία!
    - Μαγεία!

- Πως ήταν το πάρτυ χθές, έπαιξε τίποτα; - Μαγεία! (από BuBis, 03/11/09)(από jesus, 10/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πιθανώς ετυμολογείται και από το «γειά και γαμήσου», το γειά δε, είτε με την έννοια του άντε γεια - φεύγα (αρνητικό), είτε με την έννοια του υγεία (θετικό, έτσι κι αλλοιώς όλα τα γειά από το υγεία προέρχονται...).

Σε πολλές ελληνικές διαλέκτους το αρχικό γάμμα είτε δεν προφέρεται ή ακούγεται ανεπαίσθητα (κάτι σαν υι, π.χ. υιός - γιός).

Σημείωση 1: Το λήμμα αυτό δεν είναι τσάμπα λήμμα, ούτε λημπούμεραγκ αλλά μιά προσπάθεια συμφιλίωσης, μια πίπα της ειρήνης, μεταξύ αγαπημένων σύσλαγκων.
Σημείωση 2: Παρακαλείστε όπως να μην βαθμολογήτε! (αν και οι άλλοι δύο ορισμοί το φάγαν το κουλούρι...

Έμπνευση: aias.ath, allivegp, παραγγελιά: Khan

- Ρε καραγκιόζη, ιά και γαμήσου! (με την έννοια του να'πα να γαμηθείς ή του σάλτα και γαμήσου)

- Πω, πω! Θα βγεις με καινούριο γκόμενο, ε! Μπράβο κούκλα μου, άντε ιά και γαμήσου κούκλα μου! (με την έννοια του άντε την υγειά σου να'χεις και καλά γαμήσια!)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ταραντέλα: Μιλάμε για ένα χορό που συνδέεται με την αρχαιοελληνική αποικία του Τάραντα και με τον ταραντισμό, μια μορφή κρίσης που οφειλόταν στο τσίμπημα μιας αράχνης Λικόσα Ταραντούλα. Η ενδεδειγμένη θεραπεία περιελάμβανε ένα μουσικό εξορκισμό: ο άρρωστος χτυπιόταν μιμούμενος τις κινήσεις της αράχνης μέχρι να πέσει εξουθενωμένος. Από την τελετουργία αυτή γεννήθηκε o ζωηρός και εύθυμος αυτός λαϊκός χορός της νότιας Ιταλίας.

Στα καθ' ημάς τώρα. Αποκαλούμε ταραντέλα κάποια σεινάμενη και λυγάμενη κραγμένη αδελφή του ελέους, κάποια λούγκρα που σπάει φωνή, λυγάει μέση και σώμα και περπατάει με χάρη και νάζι. Μιλάμε για κάποια κρέμα καραμελέ (περίπτωση 5), για κάποια hitech τσαγιέρα ολκής.

Στο παρακάτω βίντεο ο Παπαγιαννόπουλος αποκαλεί έτσι μια αδερφή κομμώτρια που του στείλανε να τον κουρέψει και να του κόψει το μουστάκι. Το σκηνικό είναι από την ταινία Ο κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται.

βλ. και λήμμα πούστης.

Σημείωση:

α) Επειδή υπάρχουν ταραντέλες και ταραντέλες, ο λαός επινόησε και τον όρο παλιοταραντέλα για αυτές που φωνάζουν από μακριά πως το τρίβουν το πιπέρι με όλες τις εναλλακτικές τριψίματος του. Ε... άμα είναι κανείς ευαίσθητος στο τσίμπημα της ταραντούλας... χορεύει ως ταραντέλα μια ζωή ταραντέλα. Το αναζητά ο οργανισμός του το τσίμπημα. Αυτό είναι το γιατρικό του.

β) Σχετική ατάκα: το ντέφι κι' η αποκριά είναι του πούστη η χαρά.

- Καλά... είδες τον νέο καθηγητή της μουσικής που μας στείλανε;
- Ω ναι. Τι κουνίστρα είναι αυτή ρε εσύ;
- Δε λες ταραντέλα καλύτερα;
- Και παλιοταραντέλα τη λες... Αμέ!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ειρωνικό υπονοούμενο για ύποπτη ή παράνομη ερωτική συνεύρεση. Εκφέρεται κυρίως με δηκτική διάθεση συνοδευόμενη από αρκετό φθόνο, και συνήθως αφορά σε άτομα του στενού φιλικού ή οικογενειακού περιβάλλοντος (σύζυγος, κόρη, γκόμενα κλπ).

  1. - Η Μαρία πήγε στη Ρώμη με το αφεντικό της για «δουλειές». Μου την έχει δώσει!
    - Μήπως είσαι παράξενος;
    - Στο ίδιο δωμάτιο μένουν ρε μαλάκα, τι λες εσύ, το βράδυ να παίζουν τις κουμπάρες;

  2. - Η Δέσποινα είναι κλειδωμένη στο δωμάτιό της με το Γιώργο δυο ώρες.
    - Λες να πηδιούνται;
    - Όχι, παίζουν τις κουμπάρες. Άιντε, σύνελθε!

Παίζουμε τις κουμπάρες; (από panos1962, 03/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified