Further tags

Γαβγατίζω, γαβγάτισμα.

Ακριβώς αντίθετο του «αβγατίζω», «αβγάτισμα». Σημαίνει τη διασπάθιση περιουσίας, την αλόγιστη σπατάλη, την παντελή έλλειψη πνεύματος οικονομίας. Όσον αφορά στην ετυμολογία της λέξης, φαίνεται να είναι παράγωγη του «αβγατίζω» με μια δόση γαβ που φέρνει σε σκυλάδικο, δηλαδή αλόγιστο ξόδεμα και σπατάλη σε νυχτερινό κέντρο αμφίβολης ποιότητας.

  1. Του άφησε ο γέρος του πολλά εκατομμύρια, αλλά μέσα σε δυο χρόνια τα γαβγάτισε, ο μαλάκας, και τώρα είναι πανί με πανί!

  2. - Πληρώθηκα σήμερα.
    - Πάμε να τα γαβγατίσουμε.

  3. Πήγαμε χθες στο καζίνο με τη Μαρία και γαβγατίσαμε 400€!

Γαβγάτισμα στο καζίνο (από panos1962, 03/11/09)Γαβγάτισμα στα μπουζούκια (από panos1962, 03/11/09)Γαβγάτισμα (από panos1962, 03/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατά το «ο βήχας και τα λεφτά δεν κρύβονται». Υπάρχει και το «ο βήχας και ο έρωτας δεν κρύβονται». Το λέμε σε περιπτώσεις έκδηλης πουτανιάς, όχι τόσο κυριολεκτικά, αλλά κυρίως όσον αφορά στην εξωτερική εμφάνιση. Λέγεται ακόμη και για τις πολύ κοκέτες, πάντως σε καμία περίπτωση δεν απαντά σε αρσενικό γένος.

  1. - Σσστ, Μήτσο! Δες ένα ξέκωλο που μπήκε!
    - Ασ' τα, ο βήχας κι η πουτανιά δεν κρύβονται...

  2. - Δες, τι φοράει το Δεσποινάκι! Φαίνεται το μουνί της!
    - Ο βήχας κι η πουτανιά δεν κρύβονται.

Ξέκωλο (από panos1962, 03/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το συγκεκριμένο λήμμα δεν ασχολείται με τη λεπτομερή εξέταση των οργάνων του ανθρώπινου οργανισμού (συκώτι, στομάχι, πάγκρεας και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις), θέματα που αποτελούν αντικείμενο μελέτης της ανατομίας. Ας δούμε όμως για τι θέμα συζητάμε.

Μιλάμε για κάποιαν που είναι απ' τα κόκαλα βγαλμένη, για κάποιαν σαρακοστιανό, για κάποιον τσίρο, για κάποιον που 'χει μείνει πετσί και κόκκαλο. Είναι τόσο αδύνατο το άτομο, ώστε μπορούν και καλά να διακρίνονται πεντακάθαρα τόσο τα ζωτικά του όργανα και τα επιμέρους τμήματά τους, τα οστά του, κλπ.

Μ' άλλα λόγια ο τύπος είναι τόσο αδύνατος, ώστε όχι μόνο μπορείς να δεις π.χ να διαγράφονται τα όργανά του, αλλά είσαι και σε θέση να μπορείς να τον χρησιμοποιήσεις ως ζωντανό πρόπλασμα ανατομικής μελέτης... λες και είσαι φοιτητής ιατρικής σε κάποιο πανεπιστήμιο (π.χ: του Πούτσεστερ)... Λέμε τώρα!

- Εχεις δει τη Μαρία τελευταία;
- Μπα όχι. Γιατί το λες;
- Πλακώθηκε σε κάτι δίαιτες και έχασε... τα κιλά. Άσ' τα... Κάνεις ανατομία πάνω της.
- Ωχ! Δεν κάνει καμιά φανουρόπιτα να βρει μερικά;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ρίχνω σφαλιάρες.

Θα σε σφαλιαρίσω!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο άνθρωπος με άγαρμπα, αδέξια χέρια που όλο κάτι τους γλιστρά, πέφτει. Λέγεται και για τερματοτρύπακες ή αλλιώς goalτρύπερς. Το βούτυρο, ως γνωστόν, είναι μαλακό σε θερμοκρασία δωματίου, οπότε αρχίζει και λιώνει (ή αλλιώς «ιδρώνει» και γίνεται γλιστερό, οπότε ό,τι και να πιάσεις ενώ έχεις βουτυρωμένα χέρια είναι γραφτό να γλιστρήσει από αυτά! Στην Αγγλία το συναντάμε ως butterfingers.

Προσοχή: η μάρκα του βούτυρου δεν έχει σημασία, μπορεί να είναι και από τα καινούργια χωρίς χοληστερίνη.

Συνώνυμα: μανταλάκιας, παράλjυτος

  1. Έλεος ρε βλακαμά... τι γκολ έφαγες; Το έπιανε και η γιαγιά μου! Βούτυρο είχες στα χέρια σου;!

  2. Ο Σπανούλης είναι όντως πολύ γρήγορος. Όχι με την έννοια του speed, αλλά του quickness. «Σβέλτος» δηλαδή. Αυτό φυσικά δεν αρκεί στο ΝΒΑ. Έχει πολλά μειονεκτήματα όπως πολύ μέτριο σουτ για guard και το βασικότερο.. δεν είναι καθαρό PG και η μπάλα του φεύγει λές και έχει βούτυρο στα χέρια του. Πολύ κακός χειριστής. από εδώ

(από AN21, 02/11/09)υπάρχουν και χειρότερα! (από BuBis, 02/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ρήμα που προέρχεται από τη λέξη ματσούκι, που σημαίνει ξύλο. Ματσουκώνω κοινώς σημαίνει δέρνω, παίζω ξύλο.

  1. Θα σε ματουκώσω.

  2. Ματσουκωθήκανε άσχημα.

(από Vrastaman, 02/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Απρόσωπη έκφραση που απαντάται στο 3ο πρόσωπο ενικού. Αναφέρεται σε καιρικά φαινόμενα (κυρίως θερμοκρασίες) αντί του «κάνει...» (π.χ. «κάνει ζέστη»).

Το ρήμα «βάζω» συνδέεται με εκφράσεις όπως «βάζω κλιματιστικό, βάζω μουσική, βάζω ALTER» κλπ και προκαλεί το παροιμιακό συνειρμό ενός καλού ασπρομάλλη γεράκου (του μπαρμπα-Καιρού ας πούμε), που πατάει το κουμπί σε ένα μηχάνημα για να «βάλει κρύο» και να αλλάξει τον καιρό.

Πωωωω τί κρύο έβαλε ξαφνικά; Δάγκωσα το καβλί μου.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γαμάω. Τόσο απλά.

Κι αν θέλουμε να το κάνουμε και φραγκοδίφραγκο, να πούμε πως ο γαμιάς «φορτώνει» τη ψωλή του στο «θύμα», της τον ακουμπάει. Για να «φορτώνει» όμως την ψωλή, πρέπει κι η ψωλή να είναι «φορτίο», να έχει δλδ κάποιο υπολογίσιμο βάρος. Η χρήση λοιπόν του ρήματος υποδηλώνει slightly το μεγάλο μέγεθος της πούτσας αυτού που γαμεί.

Κι επειδή επανάληψη μήτηρ μαθήσεως κλπ, ας κάνουμε μια λιστούλα - ενδεικτική, not εξαντλητική - συνωνύμων, έτσι για την καύλα μας.

Σπρώχνω - σπρώξιμο.

Σφίγγω - σφίξιμο.

Πνίγω

Κομματιάζω

Σφυρίζω (ένα πούτσο to sbd)

Τον ακουμπάω (τον πούτσο to sbd)

Aλλάζω τα υδραυλικά

Πετάω τα μάτια όξω (to sbd)

Kάνω παρέλαση

Παίζω καράτε

Χρακάρω (από τον ήχο «χρακ» / «κρακ» που κάνουν οι εισαγωγές-εξαγωγές)

Φιστικώνω

Πατάω (συνηθ. στη φράση «της πάταγες ένα πούτσο;»)

Μανικώνω / ρίχνω ένα μανίκι

Ταΐζω κρέας (sbd)

Σερβίρω ένα πούτσο (π.χ. της τον σέρβιρα άνετα)

Κερνάω (π.χ. το κέρναγες το μωρό που περνάει;)

Σφάζω (π.χ. το έσφαζες; - στο γόνατο...)

Σπάω στον πούτσο sbd - Σπάσιμο (π.χ. κορμάκι λεπτεπίλεπτο για σπάσιμο)

Ξηγάω τ' όνειρο

Πετσώνω - πέτσωμα.

Τεντώνω - τέντωμα.

Τον βρέχω (κάπου ζεστά και υγρά)

  1. - Βγήκατε τελικά με το μωρό απ' το FB;
    - Ναι, την Παρασκευή. Κάτι φιλάκια πέσανε στην καφετέρια και λίγο μπαλαμούτι μέσα στ' αμάξι όταν τη γύριζα.
    - Άρα το φόρτωμα αναβλήθηκε να υποθέσω..
    - Όχι για πολύ φίλος, όχι για πολύ...

  2. - Μαλάκα δε στα είπα, ξαναβρεθήκαμε με το μωρό απ' το Face...
    - Ένα μόνο θα σου πω. Φόρτωσες;
    - Όχι ρε γμτ, μου είπε πως είχε τα ρούχα της.
    - Κι εσύ το 'χαψες το μυθιστόρημα που σου σέρβιρε. Α ρε θύμα! Μια ζωή αγκαλίτσας θα μείνεις και καληνυχτάκιας περιωπής...

Θέλω να με φορτώσω, αλλά το ρουμλετάδικο είναι κατηλειμμένο. Που σου να μην κάνω κράτηση! (από GATZMAN, 01/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι δύσκολο να κυβερνάς γαλέρα; Για να δούμε.

Ως γνωστόν στις γαλέρες υπήρχαν εγκληματίες και γενικότερα υπήρχαν κάθε λογής αποβράσματα. Θυμόμαστε καλά τι CV (βιογραφικό) είχαν οι κωπηλάτες στο Μπεν Χουρ (κατάδικοι ++). Για να μπορεί ένας καπετάνιος να 'ναι σίγουρος πως δε θα κινδυνεύει από ανταρσίες (π.χ: ανταρσία του Μπάουντι), ανατροπές, κλπ πρέπει να 'ναι πιο διεφθαρμένος από το πλήρωμά του, ώστε να βρίσκεται ένα ή κάμποσα κλικ μπροστά από τη σκέψη τους για να προλάβει τα χειρότερα. Ε... και φυσικά θα πρέπει να 'χει έναν κλειστό πυρήνα έμπιστων και ταλαντούχων χαφιεδόμουτρων που θα τον ελέγχει στενά. Αλλά εννοείται πως θα πρέπει να 'ναι πιο λέρα απ' αυτούς.

Στη γαλέρα στην οποία αναφέρεται ο ποιητής, παίζει η διαφθορά, η διαπλοκή και οι υπόλοιπες καλές τέχνες. Μπορεί να μιλάμε για χώρα, για εκκλησία, για τηλεοπτικό κανάλι, κλπ.

Μπορεί δηλαδή να μιλάμε για πρωκτυπουργούς, για δημάρχους, για δημοσιοκάφρους, για εκκλησιαστικά λαμόγια, για λαμόγια του δικαστικού κυκλώματος, για λαμόγια της φυλής των Μασάει, κλπ. Όταν είσαι λαμόγιο α΄τάξεως και έχεις τη... θέση στην ιεραρχία της λαμογιοκρατίας, φτιάχνεις τους δικούς σου νόμους, κομμένους και ραμμένους στα μέτρα σου. Οι τύποι με το... λαμόγελο δεν ξέρουν απλά απ' έξω ανακατωτά και πρακτικά τα λήμματα του Α και Β τόμου, του πιο έγκριτου λεξικού του είδους, αλλά είναι σε θέση να περνάνε και νέα λήμματα! Και τι λήμματα... Κάθε τελευταίο λήμμα αποτελεί την τελευταία λέξη στην παρανομία.

Για να μπορούν τώρα οι παραπάνω λεβέντες να κάνουν ζάφτι και να τη βγάζουν καθαρή, πρέπει να 'ναι ικανοί να εκβιάζουν, να καλοπιάνουν, να λαδώνουν και γενικότερα να 'χουν όλες αυτές τις δεξιότητες που χρειάζονται τα αρχιλαμόγια. Και φυσικά είναι δικτυωμένοι και έχουν καλά φυλαγμένη την πίσω πόρτα τους. Με δυο λόγια, αν δεν είσαι λέρα του ελέους, δεν θα 'χεις πολλά ψωμιά στο πηδάλιο της γαλέρας που συζητάμε και θα έχεις σύντομη ημερομηνία λήξεως. Δεν θα αντέξεις στο στερέωμα. Θα πέσεις.

Αν τώρα δεν είσαι τέτοιος σαν αυτούς που συζητάμε, ούτε καν αξιωματούχος του κυκλώματος, αλλά ούτε καν απλό λαμόγιο, ε... τότε... τότε τράβα κουπί σκλάβε στη γαλέρα, ή μ' άλλα λόγια σκάσε και κολύμπα... Πού; Στα σκατά βεβαίως βεβαίως.

Σημείωση: Μεταξύ τρίτης και τέταρτης λέξης μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και η λέξη: πολύ, μεγάλη, σκέτη και άλλες συναφούς νοήματος.

  1. Πρέπει να ’σαι λέρα για να κυβερνάς γαλέρα... Οι αρμόδιες υπηρεσίες ερίζουν για το ποίος είχε την ευθύνη για τον καθαρισμό των φρεατίων (η Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων, που φέρεται ως υπεύθυνη για τον εσωτερικό καθαρισμό τους, δεν υπάρχει ούτε καν στο οργανόγραμμα του ΥΠΕΧΩΔΕ), η ΔΕΗ πιάστηκε με κατεβασμένα τα ... τηλέφωνα, κι η δημοτική αρχή προφανώς έκρινε για μια ακόμα φορά πως θα ήταν καλύτερα να αφήσει την φύση να κάνει τη δουλειά της, μπας και καθαρίσει η πόλη από τα τρωκτικά. Είδατε τι παθαίνετε, συμπολίτες, όταν παραπονιέστε για την ανομβρία και τις διακοπές στην
    υδροδότηση;
    Δες

  2. Από την Ι. Σύνοδο έμαθα ότι η αρχιεπισκοπή έχει ναυλώσει το IVORY για μια εκδρομή που πρόκειται να κάνει Κύθηρα-Πάρο-Τήνο και όπου αλλού τους καπνίσει... Ετοιμάζει μπίζνες ο μακαριότατος... Θα συζητηθεί το θέμα για την ξενοδοχειακή μονάδα που θέλει να φτιάξει η Εκκλησία στον Βόλο. Γι' αυτό συμμετέχουν και οι υπεύθυνοι του Υπ. Τουρισμού.Γνωρίζει κανείς το τίμημα της κρουαζιέρας;Του Κυρίου δεηθώμεν... Θα είναι και ολίγοι καθηγητές. Οι περισσότεροι όμως θα είναι ρασοφόροι.Πρέπει να σαι πολύ λέρα για να κυβερνάς γαλέρα.
    Δες

  3. Πρέπει να 'σαι πολύ λέρα για να κυβερνάς γαλέρα (ακόμα πιο πολύ αν παριστάνεις ότι η γαλέρα σου αρμενίζει ενώ είναι δεμένη στο λιμάνι...) Δες

  4. Μάθαμε από πρώτο χέρι πως το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι. Όπως λέει κι η πρεσβυτέρα, πρέπει να ‘σαι σκέτη λέρα για να κυβερνάς γαλέρα.
    Δες

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ένας διαφορετικός, ολίγον μάγκικος τρόπος να πούμε σε κάποιον «μη με κοροϊδεύεις, αλλού αυτά».

Συνώνυμο της έκφρασης: «άσ' τα σάπια».

- ...αλήθεια ρε συ, μου έδωσε το τηλέφωνό της!
- Άσ' τα ψόφια είπαμεεε... τι δουλειά έχει η σούπερ λίγκα με το ερασιτεχνικό;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified