Selected tags

Further tags

Χρησιμοποιείται για να δείξει έντονη απαξίωση ή αίσθημα παραίτησης λόγω αδυναμίας αντιμετώπισης μιας κατάστασης.

Συνοδεύεται συχνά από έκφραση αηδίας ή ξινίλας.

Μπορούμε επίσης να ενισχύσουμε τη φράση προσθέτοντας ένα απλό «A... Καλά... Εντάξει...» πριν από αυτή...
Φαινόμαστε πιο cool και ατάραχοι έτσι...

Τι έκανε λέει;; Μόλις μπήκες για μπάνιο;;; A... Καλά... Χεστήκαμε που κλάναμε... Δεν θα προλάβουμε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Απαξιωτική ατάκα που τονίζει την έλλειψη ουσίας και την ηλιθιότητα που χαρακτηρίζει την κατάσταση. Ετυμολογικά αν το πάρεις το ζήτημα, χέζεις και υποστηρίζεις ότι η βάρκα γέρνει, λες και είσαι κάνας ελέφαντας να χέσεις 25 κιλά σκατά. Συνώνυμα αυτής της έκφρασης είναι «τ' αρχίδια μου κουνιούνται δεξιά και αριστερά», «χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι».

-

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο Αρχίας ο ολιγαρχικός άρχοντας της αρχαίας Θήβας, (4ος αι. π.Χ.) γλεντούσε στο σπίτι του έμπιστου φίλου του Φυλλίδα, όταν ένας αγγελιοφόρος που έστειλε κάποιος άλλος φίλος του, έφθασε φέρνοντας ένα πολύ επείγον μήνυμα.
« Το πρόσωπο που σας γράφει, του λέει ο αγγελιοφόρος, σας παρακαλεί να διαβάσετε αυτό το γράμμα, χωρίς καθυστέρηση. Αναφέρεται σε μια πολύ σπουδαία και επείγουσα υπόθεση ».« Ες αύριον τα σπουδαία » απάντησε ο Αρχίας γελώντας και παραμέρισε το γράμμα. Όμως η επόμενη μέρα δεν ήλθε ποτέ για τον Αρχία. Συνωμότες, υποστηριχτές του Πελοπίδα, πολιτικού αντιπάλου του Αρχία, τον δολοφόνησαν ενώ ακόμη διασκέδαζε.

Στη φράση «Χές αύριον τα σπουδαία», η λέξη «Χές» σημαίνει χέσε και και η λέξη «αύριον» αναφέρεται στο προσεχές μέλλον. Με τη φράση αυτή είναι σα να λέει κάποιος σε κάποιον άλλον: Χέσε αυτά που θεωρητικά θα πρέπει να γίνουν.

Η ατάκα όταν λέγεται μπορεί να αφορά τις παρακάτω περιπτώσεις ή συνδυασμό αυτών.Η σημασία της αναλύεται ανά περίπτωση:

Μπορεί να αφορά:

  1. Ανεύθυνη στάση κάποιου για ευρεία γκάμα θεμάτων.
    Μιλάμε για άνθρωπο που δεν παίρνει τίποτα στα σοβαρά, που επιδιώκει να αναβάλλει τα πάντα, που έχει ως ευαγγέλιο του το δεκάλογο του τεμπέλη.Ζει χαλαρά, τεμπέλικα, ανεύθυνα,ράθυμα, μέσα στο ραχάτι.Απορεί βλέποντας τους άλλους να τρέχουν πανικόβλητοι φθείροντας τη ζωή τους. (βλ.παράδειγμα 1)

  2. Διαφοροποίηση της έννοιας του σημαντικού από άτομο σε άτομο:
    Οι λόγοι σπουδαιότητας που προβάλλει κάποιος, δε σημαίνει πως είναι σημαντικοί για κάποιον άλλον.Αν όμως ο δεύτερος ενστερνίζεται τον όρο και είναι αναγκασμένος να ασχοληθεί μ' αυτά (π.χ:υπάλληλος), τότε εργάζεται χωρίς άγχος, αγάλι αγάλι,χωρίς να πολυδίνει σημασία στις λεπτομέρειες. (βλ.παράδειγμα 2)

  3. Επανεκτίμηση της έννοιας του σημαντικού: Αλλαγή της στάσης κάποιου για θέματα τα οποία κάποτε θεωρούσε σπουδαία.Πολλές φορές κάποιοι έχουν σταθμίσει στο μυαλό τους τις σπουδαιότητες που νομίζουν πως έχουν κάποια πράγματα και αντιστοίχως πράττουν.Έρχεται όμως μια στιγμή που σαν να ήρθε το ρεύμα ξυπνούν από το λήθαργο που θεωρούν πως είχαν πέσει, αλλάζουν τον αγχώδη και φθοροποιό τρόπο ζωής τους, απλοποιώντας τα πράγματα.Ετσι αναθεωρούν τις βαρύτητες που θεωρούσαν πως είχαν οι λογής λογής ασχολίες τους λειτουργώντας χαλαρότερα. Ως αφορμή θα μπορούσε να θεωρηθεί:
    α) ένα καραμπινάτο πρόβλημα υγείας που ξεπεράστηκε αλλά σήμανε το καμπανάκι μέσα τους για αλλαγή προτεραιοτήτων στη ζωή τους.
    β) ένα γεγονός που τους ταρακουνά και τους οδηγεί στο να απομυθοποίησουν την αντίληψη τους για τον εργασιακό ρόλο τους , την υπερπροσφορά τους στην οικογένεια,κλπ
    γ)συσσωρευμένη κούραση που κάποια στιγμή τη χαρακτηρίζουν αναίτια και οδηγούνται σιγά σιγά σε αναθεώρηση της κατάστασης. Βλ.παράδειγμα 3

  4. Απόρριψη της έννοιας της σημαντικότητας:
    Πλήρης απογοήτευση κάποιου εξαιτίας κάποιου σημαντικού γεγονότος που τον έχει σημαδέψει (π.χ:έχει χάσει την οικογένεια του), μηδενιστική στάση ζωής, κλπ (βλ.Παράδειγμα 4)

  1. Ο Γιώργος διάγει τεμπέλικο βίο
    Γιάννης: Γιώργο έχω να κάνω... τις δουλειές μόλις πάω σπίτι.
    Γιώργος: Ωχου...Χές αύριον τα σπουδαία.Χαλάρωσε ρε. Μην προβληματίζεσαι. Εχει ο Θεός.

  2. -Βασίλη ο προϊστάμενος είπε να ασχοληθούμε με το καθάρισμα της αποθήκης. Το θεωρεί πολύ σημαντικό είπε.
    -Χές αύριον τα σπουδαία φιλαράκι. Ούτε εμάς μας ενδιαφέρει μια τέτοια διευθέτηση, ούτε τα πράγματα της αποθήκης. Γιαυτό ότι κάνουμε θα το κάνουμε.....χαλαρά.

  3. Ο Γιάννης είναι 65 Μαΐων. Αισθάνεται πως έχουν περάσει τα χρόνια και πως δεν έχει χαρεί τις απολαύσεις της ζωής γιατί είναι μόνιμα απορροφημένος με δουλειές και υποχρεώσεις. Κάποτε όμως χάνεται ένας συνομήλικος του και φιλοσοφώντας τα πράγματα αποφασίζει να απλοποιήσει τα πράγματα και να χαρεί περισσότερο τη ζωή του. Μαρία(γυναίκα του Γιάννη): Πρέπει να κάνουμε αυτό...αυτό....αυτό...αυτό. Ωχ πότε θα τα κάνουμε; Δε θα προλάβουμε. Θα σκάσω
    Γιάννης:Δε βαρέθηκες πια; Πάντα θα υπάρχουν δουλειές. Χαλάρωσε λίγο ρε εσύ.Θα πεθάνεις απ' το άγχος.Χές αύριον τα σπουδαία πια. Πότε θα το καταλάβεις;

  4. -Πού λες ο Γιάννης ακολουθεί ένα φιλοσοφικό ρεύμα που δεν αποδέχεται την ύπαρξη σημαντικότητας και τις κάθε λογής αξίες. Όποιον βλέπει να δουλεύει του λέει: «Χές αύριον τα σπουδαία».
    -Από πότε είναι φιλοσοφικό ρεύμα ο δυοξυνισμός;
    -Ε τώρα γίνεσαι άδικος

Έχουμε σοβαρές δουλειές να κάνουμε - ες αύριον. (από Galadriel, 16/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η σχέση που έχουμε με κάποιον/-α είναι ξεπλυμένη, ξενέρωτη, αδιάφορη και το διαπιστώνουμε, τόσο γιατί δεν μας λείπει όταν έχουμε καιρό να τον/την δούμε, όσο και από την μισή αίσθηση που αφήνει η επανασύνδεσή μας, ή κανένας φευγαλέος πήδουλας.

- Με το Λίλιαν τι γίνεται ρε καρντασάκι;
- Ε, τι να γίνει, μιλάμε πού και πού στο facebook, κανένα μηνυματάκι μια στο τόσο, ανεβαίνει καμιά φορά στα μέρη μας...
- Και όταν ανεβαίνει; Παίζει τίποτα;
- Νταξ' μωρέ, παίζει, αλλά μη φανταστείς... Χανόμαστε-γαμιόμαστε, ένα και το αυτό.
- Καλά κολλητέ, εσύ ξέρεις. Και το Λίλιαν κάποιος έχει βαρεθεί να το γαμάει... Τα τυριά να φεύγουν...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προφανώς, εκ του αγγλικού «free».

Ως επίρρημα, χρησιμοποιείται με τις ακόλουθες έννοιες:

  1. Ανερυθρίαστα, ασύστολα.
  2. Απρόσεκτα, απερίσκεπτα.
  3. Ανέμελα, ξέγνοιαστα.

Ως επίθετο, περιγράφει τον χαβαλέ και τον σταρχιδιστή.

  1. Και μπαίνει μέσα φρι και αρχίζει να κατεβάζει χριστοπαναγίες χωρίς κανένα λόγο.

  2. Πέρασε φρι τον δρόμο, και - όπως ήταν φυσικό - παραλίγο να τον χτυπήσει ένα αμάξι.

  3. Περνάω πολύ φρι τον τελευταίο καιρό - έχει τελειώσει η εξεταστική και είμαι στην ξάπλα.

Φρί στο Φρύ (λιμάνι+χώρα Κάσου).  (από GATZMAN, 23/01/11)(άκυρο...) (από Τσακ εις την μέσην, 23/01/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σύνθετη λέξη από: φραπές + έλληνας ή φραπεδιά + έλληνας. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον αδιάφορο, σταρχιδιστή, εξυπνάκια νεοέλληνα που αδιαφορεί επιδεικτικά για οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του, κοιτάζοντας αποκλειστικά και μόνο την πάρτη του ή, χάριν συμβολισμού, την κατανάλωση φραπέ.

Στην περίπτωση, βέβαια, που καλείται να συμμετέχει σε πορείες, διαδηλώσεις, συλλαλητήρια κλπ, αρνείται κατηγορηματικά, προβάλλοντας δικαιολογίες του τύπου «δε βαριέσαι, που να τρέχω», «σιγά μην κάτσω να τις φάω από τους μπάτσους» ή «που να τρέχω με τα αναρχοκομμούνια». Ο ίδιος, όμως, θα είναι ο πρώτος που θα τρέξει να επωφεληθεί από έναν νέο ευνοϊκό νόμο ή νέο κοινωνικό κεκτημένο, για το οποίο δεν κουράστηκε ιδιαίτερα, με την προϋπόθεση, φυσικά, να συμπίπτει με κάποια άλλη προσωπική του υπόθεση ή δουλειά. Παρόλα αυτά, ο γνήσιος φραπέλληνας / φραπεδέλληνας αρνείται να δεχτεί αυτόν τον χαρακτηρισμό, θεωρώντας τον εαυτό του ενεργό και άξιο μέλος της κοινωνίας.

Τέλος, χρησιμοποιείται, σε κάποιες περιπτώσεις, και από αρκετούς δεξιόφρονες και εθνικόφρονες συμπολίτες μας ως υποτιμητικός χαρακτηρισμός για τους εκπροσώπους του αριστερού χώρου και, γενικότερα, για όσους δεν συμφωνούν με τις απόψεις ή τις θεωρίες τους περί φυλετικής καθαρότητας και αρχαιοελληνικού πολιτισμού, πιστεύοντας πως οι τελευταίοι προσπαθούν, απλώς, να πουλήσουν μούρη και να εντυπωσιάσουν με τις εναλλακτικές τους απόψεις (βλ. θολοκουλτούρα).

Πάσα από: Khan (ΔΠ)

  1. Φαντάζεσαι αν ο φραπέλληνας (ωραία λέξη, να την κατοχυρώσω…) ενδιαφέρονταν και ξεσηκώνονταν με τέτοια θέματα, αν θα είχαν τότε τα κότσια να κάνουν τέτοιες αυθαιρεσίες οι μπάτσοι, οι δικαστές και οι εισαγγελείς; (Από εδώ)

  2. Φτιάξαμε μια κοινωνία που θέλει να απολαμβάνει τα υλικά αγαθά του δυτικού κόσμου αλλά να δουλεύει ως «διαφορετικός και εξυπνάκιας/μάγκας» φραπέλληνας. (Από εδώ)

  3. Έτσι, το άν θα ψηφίσει ο φραπεδέλληνας υπόκειται στο περιεχόμενο της ημερήσιας ατζέντας του: Αν έχω δουλειά εκείνη την μέρα στο χωριό, θα πάω και να ψηφίσω. (Από εδώ)

  4. Ένας πραγματικός Άραβας (και όχι κάποιος φραπεδέλληνας από την Κηφισιά...) αναλύει τα δεδομένα για την τρομοκρατική οργάνωση Χαμάς και πως συμπεριφέρεται στους ιδίους τους Παλαιστινίους. (Από εδώ)

Πλησιάζει κι η άνοιξη... (από Khan, 22/02/12)(από Mr. Cadmus, 22/02/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Σφυρίζω:
    α. αδιάφορα
    β. μάγκικα
    γ. ανυπόμονα
    δ. με υπονοούμενο.

  2. Το ακατάσχετο μπίρι-μπίρι περί ανέμων και υδάτων.

  3. Το χαζοχαρούμενο άτομο ή αυτός που κάνει τον γερμανό ή ο άκυρος, ο απάλευτος.

  4. Ο επιπόλαιος, ο ό,τι νά 'ναι.

  5. Συνώνυμο του χελόου!, του κουκουρούκου κλπ.

  6. Οι υπεκφυγές και οι δικαιολογίες.

  7. Συνώνυμο του και ταλιμπάν, και τα ρέστα παγωτά.

Παμπάλαια έκφραση, μιας και υπήρξε επιθεώρηση του 1925 (Αντώνης Βώττης και Γρηγόρης Κωνσταντινίδης) με αυτόν τον τίτλο (ο Χότζας θα το θυμάται), βλ. εδώ.

Βλ. και φιρουλί φιρουλό, το οποίο προήλθε από το φιρουλί φιρουλά, κι έτσι απαντάμε και στην απορία του γράφοντα.

  1. α. απαξιώ να δώσω οποιαδήποτε άλλη απάντηση !!! φιρουλί φιρουλά (<--- αδιάφορο σφύριγμα αλά ντόναλντ ντακ !!!) (από το νέτι)
    β. Ένα χαμίνι άρχιζε να σφυρίζει:
    φιρουλί φιρουλά έχασες την ευκαιρία κυρά,
    φιρουλί φιρουλό δεν μπορείς να βρεί γαμπρό,
    φιρουλί φιρουλέ πού’ναι η προίκα σου καλέ,
    φιρουλό φιρουλί τα ξόδεψες σε πατσουλί,
    φιρουλί φιρουλάκι δώσε πίσω το τζιπάκι,
    φιρουλί φιρουλάκι θα είσαι ένα ζητιανάκι,
    φιρουλί φιρουλί πάνε όλοι οι γαμπροί…
    (από το νέτι)
    γ. Γιατί το ξενοδοχείο έχει έναν όροφο που έχει μετατρέψει σε σαλόνι και έχει δωρεάν καφέδες. Και ποτά. Και snack. Ούτε ένας στο μηχάνημα του καφέ, υπέροχα. Press: Expresso. Αναμονή. Φιρουλί, φιρουλά. Επ! Επ! Ινδός με αθλητικό τρεξίματος, jean και ΜΑΥΡΗ ΦΟΥΝΤΩΤΗ ΓΟΥΝΑ ΓΙΑ ΠΑΛΤΟ απλώνει το δάχτυλο με το χρυσό δαχτυλίδι στο αριστερό χέρι, τεντώνει το μουστάκι ταβανόβουρτσα και ρωτάει πόσο κάνει το κρασί. (Δεύτερος expresso στην ίδια κούπα, η εμπειρία του Ινδού δεν γίνεται να χαθεί. Press: Expresso. Αναμονή. Φιρουλί, φιρουλά. Είμαι ένας αθώος τουρίστας, φιρουλί φιρουλά, περιμένω τον expresso μου, φιρουλί φιρουλά, φιρουλί φιρουλά).
    (από το νέτι)

  2. - Πώς πήγε το συνέδριο;
    - Όλο φιρουλί φιρουλά και τελικά τίποτα. Μια από τα γίδια.

  3. είσαι στη δουλειά...χτυπάει το τηλέφωνο και σε φωνάζει ο προιστάμενος....πάς και σου λέει ότι να από δω η μαίρη..η κοπέλα που θα σε αντικαταστήσει....δείξτης μερικά πράγματα....οκ την παίρνεις και της δείχνεις δύο μέρες και αυτή είναι φιρουλί φιρουλα...τέρμα άχρηστη....και μαθαίνεις ότι την παίρνει κι ο προιστάμενος...τα παίρνεις και της την λές με τον γυναικείο τρόπο σου και αυτή βάζει λόγια σ αυτόν κι αυτός σε πιέζει με διάφουρος τρόπους εργασιακά κι αυτή φιρουλί φιρουλά κι εσύ κόλαση και ειρωνία....η ερώτηση θάρρους είναι τί θα του έκανες τις επόμενες 5 μέρες...;;;
    (από το νέτι)

  4. Η «φιρουλί-φιρουλά» ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ περί της τήρησης του δημοσιογραφικού απορρήτου, δεν αποτελεί και άποψη ΟΛΩΝ των δημοσιογράφων
    (από το νέτι)

  5. Τραλαρό, τραλαρί… :)
    Όπως και να το κάνουμε πάντα κάνει καλό να ακούμε εγκώμια για το πρόσωπό μας, πόσο μάλλον όταν αυτά γίνονται στο χώρο της δουλειάς. Έτσι δεν είναι;
    Φιρουλί, φιρουλά… :)
    Καλό Σαββατοκύριακο…

  6. Και μη μου λες παπαριές και φιρουλί φιρουλά, περιμένω μια σοβαρή απάντηση και θα την έχω!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο διπλοπαρκάρων και εξαφανισθείς.

Κλασικό δείγμα έλληνος οδηγού εν άστυ προ δεκαετίας, ο οποίος διέθετε μεν την απαραίτητη γαϊδουριά να αφήσει το αμάξι του διπλή σειρά αλλά είχε και ψήγματα τύψεων, ισχυριζόμενος άμα τη επανεμφανίσει του, φέρων την σύζυγο αλά μπρατσέτα και τα καριοκάκια από τον Χατζηφωτίου, ότι να, μέχρι το φαρμακείο πετάχτηκε να πάρει ένα Αμοξύλ για τον πιτσιρικά.

Το είδος τείνει να εκλείψει, γιατί πλέον ο κόσμος αφήνει το κινητό του στο μπαμπρίζ ή επειδή το σημείο τήξης του κόσμου έχει κατεβεί επικίνδυνα χαμηλά, οπότε και ο παραβάτης αντί να πει κάνα μπαρντόν σε αρχίζει στα μπινελίκια και τα γαμοσταυρίδια.

Φορέθηκε πολύ στην Θεσσαλονίκεια πυρίκαυστο ζώνη.

Ρε συ Χρήστο, πάτα λίγο κόρνα μπας και 'ρθει ο φαρμακείος!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οφθαλμολογική πάθηση που πήρε το όνομά της από το εξωτικό πτηνό τουκάν (βλ. και μήντιο). Για πρώτη φορά τουκανισμός διαγνώστηκε σε Βέλγο φυσιοδίφη, ο οποίος περιέγραψε το εξωτικό αυτό πουλί ως «το πτηνό με το χαρακτηριστικό μαύρο φτέρωμα», αγνοώντας πλήρως τη μύτη του.

Στη σημερινή εκδοχή της η πάθηση προσβάλλει χρήστες του internet που αφήνουν σχόλια σε οπτικό υλικό (φωτογραφίες, βίντεο youtube κυρίως, κλπ). Κατά κύριο λόγο ευάλωτοι είναι αστειάτορες χρήστες, αλλά όχι μόνο. Το βασικό σύμπτωμα της πάθησης είναι το εξής: σε μια συγκεκριμένη φωτογραφία ή βίντεο που κυριαρχεί ολοφάνερα ένα δυνατό οπτικό ερέθισμα (κυρίως γκόμενες-τούμπανα, αλλά όχι μόνο, σε κάθε περίπτωση 99% σεξ και βία) κάποιος προσέχει και σχολιάζει ασήμαντες λεπτομέρειες, του φόντου και γενικότερα (λ.χ. σε βίντεο όπου τρελό μωρό webcam γδύνεται στο you tube, κάποιος σχολιάζει το φωτιστικό δαπέδου στην άκρη του πλάνου).

Για να δείτε αν πάσχετε από τουκανισμό κάντε το εξής τεστ: τι βλέπετε στη φωτό 1;

Για την ιστορία, τουκανισμό εκδήλωσε ο χρήστης του slang.gr Βράσταμαν στη συγκεκριμένη φωτό που αναρτήθηκε συνοδευτικά στη φωτό του λήμματος μύτινγκ.

Ο τουκανισμός είναι ένας δύσκολος ομολογουμένως όρος που έψαχνα για να περιγράψω το φαινόμενο αυτό της εποχής του διαδικτύου των σχολιαστών.

— Έλα να δεις ρε μαλάκα ένα βιντεάκι... καύλα ε;
— Πωπω ρε συ... κι εγώ ένα τέτοιο κλανί θέλω να βάψω τον τοίχο μου...
— Καλά ρε, τουκανισμό έχεις να 'ούμε;... Άπαπαπα, τι κωλαράκι είναι αυτό ρε συ...
— Είναι πολύ ακατάστατο το δωμάτιο... ειδικά αυτό καλάθι με τα άπλυτα στη μέση...
Μάστα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λογοπαίγνιο με το τηλεπάθεια που σημαίνει την απάθεια, η οποία καλλιεργείται από την τηλεόραση.

Επειδή στην τηλεόραση τα βλέπεις όλα, και δημιουργείται μια ψευδαίσθηση ότι είσαι «μέσα στα γεγονότα», δεν σου κάνει εντύπωση μετά αν βλέπεις φόνους, βιασμούς, πολέμους και ταλιμπάν. «Στις ειδήσεις τα βλέπεις και τρως», που λέει κι ο μελωδός.

Επίσης, επειδή ακριβώς υπάρχει η τηλεόραση, κάποιος μπορεί να μην βγει από το σπίτι του για να συμμετάσχει σε ένα γεγονός, λ.χ. διαδήλωση, ομιλία, ποδοσφαιρικό αγώνα, αφού μπορεί να το δει στην τιβί. Έτσι ενθαρρύνεται στο να γίνει καναπεδάκιας. Ακόμη περισσότερο με την διαδικτυακή τηλεόραση και τις εκπομπές on demand, που δίνουν την ευκαιρία και σε ιντερνετομαλάκες να τραγουδήσουν μαζί με τον λεπά «και κάνω έρωτα μαζί σου με τηλεαπάθεια, σ'έναν κόσμο μπερδεμένο, όλο απάθεια».

  1. Η τοποθέτηση security, οι ασφαλίτες και οι εξακριβώσεις ταυτότητας, οι κάμερες παρακολούθησης καθώς και η τρομοκρατία που καλλιεργείται ότι στα πάρκα και τις πλατείες κινδυνεύει ο καθένας από μετανάστες, πρεζόνια και κλεφτρόνια, απλά μαντρώνουν τους ανθρώπους μέσα στα σπίτια τους, καθιστώντας τούς όμηρους της αποξένωσης, της αντικοινωνικότητας και της τηλεαπάθειας. (Εδώ).

  2. Η αλήθεια είναι ότι τώρα τελευταία έχω αρχίσει να πιστεύω στην ύπαρξη της τηλεαπάθειας, δηλαδή στην νοητική μετάδοση ασυγκινησίας μεταξύ των μελών της κοινωνίας, χωρίς την παρεμβολή μέσου μεταδόσεως. (Πιστεύετε στην 6η αίσθηση και την τηλεπάθεια;).

  3. Η τηλεαπάθεια (ετυμ. τηλεόραση + απάθεια) είναι παραψυχολογικό φαινόμενο και ερευνάται επισταμένα από τους επιστήμονες psi. Ορισμένοι ισχυρίζονται πως είναι σύγχρονο νόσημα (αυτό που δεν έχει σήμα δηλαδή) των καρεκλοκενταύρων που βλέπουν απαθείς τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, του Ιράκ, τον πόλεμο των ηλιθίων γενικώς. [...]
    Συνήθεις εκφράσεις των τηλεαπαθών:
    μάγκες γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν
    τι έγινε ρε με τις πίτσες, κόκκαλα έχουνε να 'ούμ'
    ΓΚΡΟΥΧ (=ρέψιμο) (Από την Φρικηπαίδεια).

(από Khan, 24/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified