Selected tags

Further tags

Ρητορική ερώτηση, σαρκαστική και πιεστική ταυτόχρονα, σε φίλο που τον παρακαλάμε να βγει μαζί μας αλλά αυτός μας προβάλλει την ανεξήγητη επιθυμία του «να μείνει σπίτι».

Προέρχεται από το εξής: υπάρχει μια παράδοση (που πιθανώς βασίζεται σε ιατρική αναγκαιότητα για την προστασία των ιδίων) το νεογέννητο και η λεχώνα να μην βγαίνουν από το σπίτι παρά μόνο σαράντα μέρες μετά την γέννησή, όταν δηλαδή «σαραντίσουν». Τότε το βρέφος για πρώτη φορά επισκέπτεται την εκκλησία (μόνο ως τον πρόναο, ως μη βαφτισμένο) όπου ο ιερέας του διαβάζει μία ευχή. Η μητέρα επίσης πηγαίνει για πρώτη φορά μετά από σαράντα (και παραπάνω λογικά) ημέρες στην εκκλησία και, αν φυσικά επιθυμεί, κοινωνεί. Ύστερα από αυτά, παιδί και μητέρα μπορούν να βγουν έξω και το μωρό να δει τον κόσμο, επισκεπτόμενο και θαυμαζόμενο από συγγενείς και φίλους.

Με την έκφραση, δηλαδή, ειρωνευόμαστε τον αυτοεγκλεισμό κάποιου στο σπίτι που μοιάζει με αυτόν του προστατευόμενου ευάλωτου βρέφους ή της λεχώνας.

- Έλα ρε μαλάκα, ξεκόλλα απ' τη ζωή σου! Πάμε για ποτάκι!
- Δεν βγαίνω σου λέω σήμερα, μη μου ζαλίζεις τ' αρχίδια!
- Έλα ρε, σε παρτάκι θα σε πάω, η μισή παρέα της εορτάζουσας να έρθει, μια μουνοθύελλα από μόνες τους είναι!
- Ξεφορτώσου με ρε! Δε βγαίνω απ' το σπίτι μου σου λέω!
- Γιατί; Ασαράντιστος είσαι;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παρεΐστικο ερωτικό παιχνίδι, ιδιαίτερα προσφιλές μεταξύ εφήβων.

Στην τυπική μορφή του παιχνιδιού, η παρέα στήνεται κυκλικά γύρω από ένα μπουκάλι, το οποίο περιστρέφουν ένας ένας με τη σειρά. Αυτός ή αυτή που παίζει, οφείλει να φιλήσει όποιον ή όποια θα δείχνει το μπουκάλι αφού σταματήσει να περιστρέφεται.

Σε μεγαλύτερες ηλικίες η μπουκάλα μπορεί να παίζεται και λιγότερο αθώα. Για σκληροπυρηνικές παρέες.

  1. Η χαλάρωση και το ποτό έδωσαν τη θέση τους σε ιδέες παιδικές. Κάποιος έριξε την ιδέα να αναβιώσουν τα παιχνίδια των εφηβικών πάρτι και όλοι συμφώνησαν. «Να παίξουμε μπουκάλα», αυτή ήταν η επαναστατική ιδέα που έπεσε και όλη η παρέα ξέσπασε σε χειροκροτήματα και σε κραυγές επιδοκιμασίας.

Πρώτο ζευγάρι που «κλήρωσε» η μπουκάλα ήταν ο Αχιλλέας και η Νίκη. Δύο άνθρωποι που γνωρίστηκαν εκείνη τη μέρα. Η Νίκη σηκώθηκε με θάρρος και αποφασισμένη να φιλήσει τον Αχιλλέα. Τον βουτάει και κυριολεκτικά έχωσε τη γλώσσα της στο στόμα του [...] (από ιστολόγιο)

  1. Προτιμώ τελικά να τους θυμάμαι όπως ήταν τότε.
    Μικρά σκανδαλιάρικα τομάρια που μέσα στον πανικό που δίνουν τα νιάτα για ζωή αναστατώναμε το σύμπαν γύρω μας απλά και μόνο για να παίξουμε μπουκάλα. (από φόρουμ)

  2. Τα κορίτσια ήταν πολύ κουλ και ακομπλεξάριστα. Τότε σηκώνεται πάνω ο Δημήτρης και ρίχνει την μεγάλη βόμβα της βραδιάς:
    - Παιδιά έχω μια ιδέα. Τι λέτε να παίξουμε μπουκάλα;
    Σκάσαμε στα γέλια.
    - Σιγά μη παίξουμε και τυφλόμυγα, πετάχτηκα εγώ.
    - Δεν κατάλαβες, Σωτήρη. Αντί να φιλιόμαστε θα γαμιόμαστε.
    Μαχαίρι το γέλιο.

(από φόρουμ κι' αυτό)

H Sara Jessica Parker παίζει μπουκάλα και της λαχαίνει η Alanis Morissette (από Khan, 13/08/09)και μετά αρχίσαμε άλλες μπουκάλες... (από BuBis, 18/08/09)Στο 5:47 (απορώ πώς γίνεται να το ξεχάσατε!) (από mafie, 23/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η συνάντηση σλανγκιστί.

Πότε θα παίξει συνάντα με τα θεόμουνα, που γνωρίσαμε προχτές;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παραλλαγή του «στην υγειά σου», με ιδιαίτερη σημασία στην Κρήτη, όπου συνοδεύει ένα ολόκληρο τελετουργικό για πιώματα μέχρι λιποθυμίας.

Το «στην αφεντιά σου» είναι πιο σοβαρό απ' το «στην υγειά σου», το οποίο είναι γενικότατο. Δηλώνει ρισπέκ, και δείχνει ότι θεωρείς τον άλλον κύριο του εαυτού του - να κάτι που δεν ισχύει για όλους.

Το τελετουργικό έχει ως εξής. Παρεάκι μαζεύεται στην αυλή (σπίτι, μπαλκόνι, νυχτερινό κέντρο, οπουδήποτε), με το μπουκάλι / κανάτα / νταμιτζάνα κρασί στη μέση. Στην αρχή, ο κόσμος κερνάει και πίνει κανονικά, βάζοντας στα ποτήρια των άλλων και στο ποτήρι του (ο κεραστής, τελευταίος) και λέγοντας «γεια μας, μ'ρε παιδιά!» ή κάτι τέτοιο πριν τσουγκρίσει και πιει. Ως εδώ καλά. Αργά ή γρήγορα όμως, κάποιος θα κάνει τη μαλακία και θα «καλέσει». Έτσι ξεκινάει ένας κατήφορος που θα τελειώσει ανυπερθέτως με ένα τσούρμο λιώματα, χυμένους ο ένας πάνω στον άλλον.

Ο καλεστής, πρώτ' απ' όλα, σκώνεται όρθιος να τον βλέπουν. Μετά παίρνει το δικό του ποτήρι και το γιομίζει μέχρι πάνω πάνω, ξέχειλο που λένε. Μετά το σηκώνει προς τη μεριά αυτού που θέλει να καλέσει (παναπεί να προκαλέσει...), λέει σοβαρά-σοβαρά «στην αφεντιά σου», και το κατεβάζει κούπα (παναπεί μονορούφι). Αμέσως μετά το ξαναγιομίζει, πάλι ξέχειλο, και το δίνει σ' αυτόν που κάλεσε. Ο οποίος διαλέγει κάποιον άλλον στην παρέα να καλέσει, λέει κι αυτός «στην αφεντιά σου», πίνει την κούπα, ξαναματαγιομίζει, και ούτω καθ' εξής.

Οι κανόνες του παιχνιδιού:
1. Απαγορεύεται να καλέσεις χωρίς να πιεις. Πρώτα θα κατεβάσεις την κούπα σου, και μετά θα τη δώσεις στον άλλον. Το παιχνίδι είναι μια πρόκληση (dare που λένε στα εγγλέζικα), και δε νοείται να προκαλείς κάποιον να κάνει κάτι που εσύ δεν μπορείς.
2. Όλοι πίνουν απ' το ίδιο ποτήρι. Δεν έχει «σιχαίνομαι» και «μα η Κατερίνα φοράει κραγιόν» και αηδίες. Είναι παιχνίδι τση παρέας, και η παρέα κάνει bonding έτσι. 3. Απαγορεύεται να αρνηθείς κάλεσμα. Στην καλύτερη περίπτωση θα γίνεις ρεζίλι των σκυλιών, και θα 'σαι για πάντα πλέον ο ξενέρωτος που δεν πίνει όταν τον καλούν. Στη χειρότερη, ο καλεστής θα το πάρει προσωπικά και θ' ανάψει καβγάς. Εδώ ένα απλό τσούγκρισμα να αρνηθείς, ο άλλος παρεξηγιέται. Πόσο μάλλον ένα επίσημο κάλεσμα κι ένα αρχοντικό «στην αφεντιά σου». Όπως και να' χει, αν κάποιος δεν πιει, το παιχνίδι χαλάει, προς μεγάλη απογοήτευση της ομήγυρης.
4. Μπορείς να καλέσεις όποιον θέλεις στο τραπέζι, ακόμα κι αυτόν που σε κάλεσε αμέσως πριν, κάτι το οποίο έχει παρενέργειες. Αφενός, μπορεί να εξελιχθεί σε μονομαχία, όταν δύο στην παρέα καλούν συνέχεια ο ένας τον άλλον, συνήθως για να δουν ποιος αντέχει να πιει περισσότερο. Αυτή η εκδοχή συχνά συνοδεύεται από ανταλλαγή σκωπτικών μαντινάδων, όπου ο ένας προσπαθεί να πικάρει τον άλλον. Αφετέρου, μπορεί να οργανωθεί (εκ προμελέτης ή επιτόπου) ομαδική στοχοποίηση ενός από την παρέα, και όλοι μα όλοι οι υπόλοιποι να καλούν αυτόν, με γέλια και πειράγματα. Αυτή η εκδοχή συχνά συνοδεύεται από ενέσεις καφεΐνης στο νοσοκομείο, ώρες αργότερα.
5. Τέλος του παιχνιδιού δεν προβλέπεται. Θεωρητικά, τελειώνει όταν τελειώσει το κρασί. Φυσικά, όταν μιλάμε για σπίτια εξοπλισμένα με βαρέλια, μέχρι να τελειώσει το κρασί, ο κόσμος έχει αρχίσει να σωριάζεται.

Παραλλαγές:
1. Κούπα όχι σε κρασοπότηρο, αλλά σε υπερδιπλάσιας χωρητικότητας νεροπότηρο. Τα πράγματα βγαίνουν εκτός ελέγχου πολύ γρηγορότερα έτσι.
2. Κούπα σε ακόμα μεγαλύτερο, αυτοσχέδιο σκεύος. Έχω δει σε γλέντι γάμου κόσμο και λαό να βγαίνει εκτός μάχης σε dt, αφού ξεκίνησαν αφελώς τα «στην αφεντιά σου» με ένα πλαστικό εναμισόλιτρο μπουκάλι νερού, κομμένο λίγο κάτω απ' τη μέση. Μονορούφι πάνω από μισό λίτρο κρασί τη φορά...
3. Κούπα σε νεροπότηρο, με ρακή αντί για κρασί. Αυτά, λογικά, τα κάνουν μόνο οι βοσκοί, που ως γνωστόν έχουν υπεράνθρωπες αντοχές.

Παραλληλισμοί:
Το να πίνεις κρασί απ' το ίδιο σκεύος είναι μάλλον παγκόσμιο σύμβολο φιλίας ή/και αγάπης. Βλέπε τον καθολικό γάμο, όπου νύφη και γαμπρός έπιναν συμβολικά μια γουλιά απ' το ίδιο ποτήρι (το «διπλό» ποτήρι, που είδαμε στον Ελαφοκυνηγό, είναι νεότερη επινόηση βέβαια). Βλέπε το ορθόδοξο μυστήριο της θείας ευχαριστίας, όπου όλοι οι πιστοί μεταλαμβάνουν με το ίδιο κουτάλι. Βλέπε και το αρχαιοελληνικό έθιμο του κότταβου, όπου ο συμποσιαστής έπινε κι άφηνε μια γουλίτσα κρασί, την οποία γυρνούσε παιχνιδιάρικα στα χείλη του ποτηριού πριν το πασάρει στον εραστή. Ah, l' amour, l' amour!

Ετυμ. : < μσν. αφεντία < αφέντης < αρχ. αυθέντης

- Ώφου κι ώφου! Η τσεφαλή μου!
- Ηντά 'παθες, μ'ρε Μανολιό;
- Οψέ μαζωχτήκαμε παρέα στου Ψαρονίκου, κι είχε φέρει το καλό το κρασί απ' το χωριό, κι εξεκίνησε ο κουζουλός ο Νεκτάριος τα «στην αφεντιά σου», κι εγινήκαμε σύσκατοι ούλοι. Ώφου η τσεφαλή μου!
- Ε, και δεν αντέεις το πιώμα, μ'ρε Μανολιό; - Κούπες με το κανάτι πίναμε, Ζαχάρη!
- Χίλιοι μαύροι διαόλοι!

- Στην αφεντιά σου, Γιώργη! Κουτελοβαρίσκω σου! (γκλουπ)
- Στην αφεντιά σου, Μιχαλιό! Κι εγώ αντιστέκομαί σου! (γκλουπ)
- Στην αφεντιά σου, Γιώργη! (...ad nauseam. Κυριολεκτικώς.)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η έξοδος του Σαββατόβραδου θεωρείται για πολλούς η σημαντικότερη έξοδος από τη ρουτίνα της βδομάδας με στόχο τη διασκέδαση και τη χαλάρωση παρέα με φίλους, γνωστούς, συγγενείς, κλπ.

Ωστόσο, όταν κάποιος εντός ή ακόμα και εκτός παρέας, αντιληφθεί πως τα άτομα μιας παρέας δεν είναι δεμένα με πραγματικούς δεσμούς φιλίας και γνήσιου ενδιαφέροντος, άλλα απλά σμίγουν για να περάσουν μαζί λίγες ώρες και τίποτα παραπέρα (π.χ. συζήτηση περί ανέμων και υδάτων, προσωπικές κόντρες, καμιά διάθεση ανοίγματος των προσωπικών του ενός στον άλλον, αδιαφορία για τις ανάγκες του άλλου, ανυπαρξία πνεύματος αλληλοβοήθειας, ανυπαρξία επαφής στις σημαντικές στιγμές κάποιου κλπ), τότε μπορεί να αποκαλέσει αυτό το σύνολο ατόμων ως σαββατοπαρέα.

Μια τέτοια διαπίστωση εμφανίζεται συνήθως σε περίπτωση που κάποιο μέλος της παρέας έχει ψηλά τον πήχη για τους υπόλοιπους ή για κάποιους εξ αυτών, μέχρι να έρθει συγκυριακά η στιγμή που τα συναισθήματα των άλλων δοκιμάζονται και αποδεικνύονται ανεπαρκή για τις προσδοκίες του.

Θεωρούσα πως είχα φίλους, αλλά η πράξη απέδειξε πως μια σαββατοπαρέα ήμασταν. Τίποτα παραπέρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επαναλαμβάνω σε παρέα διατυπώσεις (ανέκδοτο, επιχείρημα, άποψη και λοιπά) που έχω πει πολλές φορές με τον ίδιο τρόπο στο παρελθόν στην ίδια παρέα, ή που η παρέα έχει ακούσει πολλές φορές με τον ίδιο τρόπο στο παρελθόν από άλλους.

Λέμε λοιπόν για κάποιον ότι έβαλε την κασέτα (ενν. να παίζει), όταν πλέον τα χιλιοειπωμένα λεγόμενά του θεωρούμε ότι είναι τόσο ενδιαφέροντα όσο ενδιαφέρον μπορεί να είναι ακόμα το χιλιοακουσμένο «Φάιναλ Κάουνταουν» στην κασέτα που είχαμε ήδη λιώσει απ' το δημοτικό φορτώνοντας πριν να πάμε για μπάσκετ στο σχολείο. Επιπλέον το λέμε αντιδρώντας σε λεγόμενα που δεν μας πείθουν πια και τείνουμε να τα ακούμε βερεσέ, τείνουμε να θεωρήσουμε δε και τον ομιλητή φερέφωνο άλλων –φοριέται ιδιαίτερα από σχολιαστές δημόσιων ρητόρων.

Συνώνυμα: λέω το παραμύθι

  1. Περιέγραψα στον τεχνικό υπάλληλο την κατάσταση στην οποία παρέλαβα το προϊόν χωρίς αρχικά να αναφέρω τα έγγραφα που βρήκα μέσα. Ο υπάλληλος έβαλε την γνωστή κασέτα ότι πρέπει να το στείλω για τεχνικό έλεγχο και ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτα άλλο εάν δεν το ελέγξουν. (από φόρουμ)

  2. Ο κ. Παπανδρέου έβαλε πάλι εμπρός την κασέτα «εκλογές τώρα» [...] και φόρτωσε όλα τα δεινά του τόπου στην Ν.Δ., καταχειροκροτούμενος από την κοινοβουλευτική του ομάδα. Επί της ουσίας τίποτα. (από ιστολόι)

  3. Α: [...] πρέπει να πέσουν κεφάλια άσχετο με το αν φταίνε. Ακόμα και να αυτοκτόνησε ο στρατός μάλλον τον ώθησε σε αυτό!
    Β: Δεν είναι και πολύ λογικό αυτό που λες (το πρώτο).
    Όσο για το δεύτερο άλλο πράγμα είναι το «μεγεθύνω τα όποια προβλήματα» (λογικό και αναμενόμενο) και άλλο «ωθώ στην αυτοκτονία» (δύσκολο εώς απίθανο)...
    Γ: Έβαλες την κασέτα πάλι; Αφού δεν πιάνει εδώ μέσα η προπαγάνδα σου, δεν το έχεις καταλάβει τόσο καιρό; Πήγαινε να τα πεις σε τίποτα βλάχους πάνω στα χωριά αυτά μπας και σε πιστέψουν. Άκου εκεί λογικό και αναμενόμενο κι απίθανο!
    (από σχολιασμό σε θέμα αυτοκτονίας φαντάρου στον Έβρο, στο Όμηροι τζι αρ)

Βλ. και κασέτα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Σ.ς. Οι τεχνικές λεπτομέρειες περί του κοινωνικού περιβάλλοντος, στο οποίο χρησιμοποιείται και βρίσκει εφαρμογή το λήμμα, περιγράφονται προς γνώση και μόρφωση στο κάτω μέρος του ορισμού. Σο, πριν απερίσκεπτα μαυρίσετε ό,τι δεν κατανοείτε, πάτε να ανοίξετε τα μάτια σας για το πως ζει ο κόσμος στο ίντερνετ και επανέρχεστε δημήτριοι)*.

Οπατζίδικο: Ειρωνικός (συνήθως) χαρακτηρισμός chat room μουσικού ενδιαφέροντος σε πρόγραμμα voice chat (που πα να πει ότι έχει και ήχο εκτός από κείμενο), όπου ο κόσμος διασκεδάζει ακούγοντας τραγούδια. Αναφέρεται και απλούστερα ως «όπα όπα» ή, για να ακριβολογούμε, «opa opa» (η λέξη room εννοείται εδώ).

Χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο από χρήστες άλλων chat rooms (όπου γίνονται συζητήσεις αμπελοφιλοσοφικού ενδιαφέροντος ή απλές ανταλλαγές μπινελικίων), οι οποίοι θεωρούν τους εαυτούς τους πολύ πιο σπουδαίους ή πολύ πιο κουλ από τους οπατζίδες. Με αυτό τον τρόπο εκδηλώνεται μια, να την πω, περιφρόνηση για τους τύπους αυτούς που και καλά το μόνο που τους νοιάζει είναι το σάιμπερ σα-δε-ντρέπονται (τρίχες κατσαρές, άμα είναι να το χεις με το σάιμπερ το 'χεις σε όποιο room και να 'σαι).


**Κάτω μέρος του ορισμού*: Ιδιαίτερα κατατοπιστικά τα αρχικά μήδια για το οπτικό του θέματος. Το πρωτόκολλο ενός οπατζίδικου έχει ως εξής:

  • Ένας παίζει τραγουδάκι στο mic (στο μήδι δεξιά πάνω) - καμιά φορά το αφιερώνει, είτε δημοσίως, είτε στο ανοιχτό πιμί στην τσαταγαπημένη του (ή τον τσαταγαπημένο της).
  • Κάποιοι περιμένουν στωικά την σειρά τους για το mic, ώστε να βάλουν μετά από τον προκάτοχο το τραγουδάκι της δικής τους επιλογής (στο μήδι δεξιά πάνω, ακριβώς κάτω από το mic φαίνονται τα σηκωμένα χεράκια που αιτούνται mic).
  • Κάποιοι δείχνουν την συμμετοχή τους στο γλέντι εγγράφως στο κεντρικό παράθυρο text (απίστευτο; κι όμως) ως εξής (μη εξαντλητική λίστα):~Ρίχνοντας «λουλούδια» στο main, δηλαδή συνεχόμενα -/@ -/@ -/--@, ή και απλά @@@ για συντομία (τριαντάφυλλα και καλά - παρακαλώ σημειώστε ότι σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται για αρχίδια). Επίσης γράφοντας «@@@ sto mic» (υπάρχει και η επιλογή «skata sto mic» για όσους δεν συμφωνούν με την μουσική επιλογή, αλλά είναι κάπως αγενής ως έκφραση και αν την δει ο άδμιν μπορεί να πάρεις πούλο εύκολα).~«χορεύοντας», δηλαδή γράφοντας με τον ρυθμό: [I](5:21 PM) adonis23: // (5:21 PM) adonis23: \ (5:21 PM) adonis23: // (5:22 PM) adonis23: \[/I] (ότι δηλαδή, αυτά είναι τα «χεράκια» του adonis που κουνιούνται αριστερά δεξιά με τον ρυθμό - γαμάτο; αχαχα), ή σε φάση: [I](5:25 PM) adonis23: /ο/ (χεράκια προς τα αριστερά) (5:25 PM) adonis23: \ο** (χεράκια προς τα δεξιά) (5:26 PM) adonis23: **\ο/ (άνοιγμα χεράκια) (5:26 PM) adonis23: **/ο** (παλαμάκι) [/I]~άλλες τέτοιες αηδίες χωρίς ιδιαίτερο νόημα εκτός του συγκεκριμένου χώρου όπως π.χ. το copy paste φιγουράτων κειμένων που υπαινίσσονται κατά κάποιο περίεργο τρόπο μεγάλα γλέντια, τί να πω...:[I](7:30 PM) Agnh-Agaph-gia-SENA: @@@@@@@ sto mic @@@@@ (7:31 PM) Agnh-Agaph-gia-SENA: (―'• .Έ.•'΄―) (―'•. Έ.•'΄―) (―'• .Έ.•'΄―) (―'• .Έ.•'΄―) (―'•. Έ.•'΄―) (―'• .Έ.•'΄―)[/I]
  • οι περισσότεροι ούτε προσέχουν τι γίνεται στο room, αλλά ξεσκίζονται στα πιμί με στόχο να βρουν παρέα για κανα σάιμπερ ή, ακόμα καλύτερα, για σεξ εκτός νετ.

Στα «δωμάτια» αυτά δεν πηδάμε στο μικρόφωνο και δεν βρίζουμε, επειδή απαγορεύεται και επειδή έτσι ρισκάρουμε μπανάνα. Είμαστε σοβαροί ακόμα και αν είμαστε από τους απέξω γιατί θα έρθει μια μέρα που θα μπουν όλοι οι κολλητοί μας να κάνουν χαβαλέ κι εμείς δεν θα μπορούμε να συμμετάσχουμε γιατί είμαστε μπαναρισμένοι. Τα ξέρατε; Είδατε τί μάθατε σήμερα;


Σ.ς. το πρόγραμμα από το οποίο προέρχονται τα μήδια κ.λπ. είναι ετούτο. Έχει κι άλλα αντίστοιχα και είναι όλα εθιστικά.

Διάλογος σε άσχετο room απ' αυτά της ανταλλαγής φιλοφρονήσεων - μπινελικίων:
(7:22 PM) DIAOLakos: malakes varethika pame na gamisoume kana opatzidiko;
(7:22 PM) aLiTiRiOs2: xese mas re pali
(7:23 PM) aLiTiRiOs
2: me tous malakides
(7:23 PM) aLiTiRiOs2: me exoune gamisei sta bounce ke den mporo na mpo pouthena
(7:24 PM) DIAOLakos: ke ti 8a kanoume tora 8a vrizomaste meta3i mas;
(7:25 PM) aLiTiRiOs
2: katse re olo ke kapio 8ima 8a mpei

opa opa (από Galadriel, 05/06/09)opa opa 2 (από Galadriel, 05/06/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αποκαλούμε έτσι:

  • κάποιον που οι άλλοι τον θεωρούν μαλάκα, είτε επειδή χάνει (κάνει τις... μαλακίες), είτε επειδή είναι τίγκα στις ανασφάλειες (π.χ.: σύμπλεγμα κατωτερότητας), μ' αποτέλεσμα να τον έχουν του χεριού τους, να τον εκμεταλλεύονται να τον πιάνουν κότσο, κορόιδο, να του δίνουν τα χειρότερα, τα δυσκολότερα, να μην υπολογίζουν την παρουσία του, να τον ανέχονται, να τον γειώνουν, να τον θεωρούν μπαλαντέρ για κάθε δύσκολη και ανεπιθύμητη κατάσταση (βλ. παρ. 1).
  • κάποιον που αυτός θεωρεί πως οι άλλοι τον θεωρούν μαλάκα μ’ αποτέλεσμα να τον αδικούν και να τον πιάνουν κορόιδο. Πράγμα που ωστόσο θα μπορούσε να μην υφίσταται (βλ. παρ. 2).
  • ο εξυπνάκιας που, νομίζοντας πως είναι πιο ξύπνιος απ' τους άλλους, δεν δείχνει τη στοιχειώδη σύνεση και την πατάει (βλ. παρ. 3).
  • μια κοινωνική ομάδα (με τη στενή ή την ευρεία έννοια του όρου), που τα μέλη της θεωρούν πως είναι εξαπατημένα από άλλες κοινωνικές ομάδες, κάτι που μπορεί να συμβαίνει κιόλας (π.χ.: ένα κράτος που το θεωρούν τόσο οι πολίτες του, όσο και οι αλλοεθνείς ως κράτος gtpπροδιαγραφών, ώστε να τρώει απ' τα προηγμένα κράτη, την κοροϊδία και την εκμετάλλευση της αρκούδας, π.χ: εργαζόμενοι σε μια εταιρεία που παίρνουν μισθούς πείνας, βγάζουν τη... δουλεία, ξεσκίζονται σε απλήρωτες υπερωρίες, κ.λπ.). Βλ. παρ. 4.
  1. Να γίνεις λίγο πιο αρχίδι από δαύτους και να κερδίσεις τον διαγωνισμό γκαρίσματος, γιατί αλλιώς για άλλη μια φορά θα είσαι ο μαλάκας της παρέας που θα πρέπει να βάλει νερό στο κρασί του και να υποχωρήσει.
    Δες

  2. Αν δεν μιλούσα, αισθανόμουν ο μαλάκας της παρέας. Αν μιλούσα όμως, φανταζόμουν τους πάντες να αναρωτιούνται πότε θα σταματήσω, για να συνεχίσει η συζήτηση κανονικά.
    Δες

  3. Από τη μια ο μαλάκας της παρέας, που νομίζει ότι είναι μαγκιά να πάει στο σπίτι με τον κύκνο στη μασχάλη, αδιαφορώντας αν αυτό που κάνει θα του κόψει το κυνήγι για πάντα. Δες

  4. Είναι ο μαλάκας της παρέας που όλοι τον κοροϊδεύουν και τον έχουν τρελάνει στο φατούρο. Ο λόγος για το Ελληνικό κράτος.
    Δες

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ανήκει στο ιδίωμα του κόσμου του θεάτρου και σημαίνει ότι τα μέλη ενός θιάσου έχουν πολύ καλές σχέσεις μεταξύ τους στην πραγματική ζωή με ευεργετική επίδραση και για το πώς συνεργάζονται για την παράσταση.

Η συνηθέστερη κλισεδιάρικη φράση είναι «κάνουμε καλό καμαρίνι κι αυτό βγαίνει στην σκηνή», ή κάποια παρόμοια (βλέπε παραδείγματα), η οποία όμως όταν λέγεται ως απάντηση σε πρωινατζούδες βγάζει μια ξανθεμετική μικροαστίλα και έναν πολύ έντονο ναρκισσισμό τύπου «χαιρόμαστε που όλοι εμείς τα σελεμπριτόνια περνάμε τόσο καλά μεταξύ μας και αυτό περνάει και σε εσάς που μας θαυμάζετε». Συναφής φράση το «περνάμε υπέροχα και αυτό βγαίνει στον κόσμο». Η κινηματογραφική ή τηλεοπτική εκδοχή είναι «περνάμε υπέροχα/ τέλεια στα γυρίσματα και αυτό βγαίνει στον κόσμο».

Παρόμοιες φράσεις μπορούν να λεχθούν και ευρύτερα όταν μια ομάδα έχει συναίσθηση ότι αποτελεί τρελό παρεάκι και περνάει τόσο καλά, ώστε μεταδίδει το καλό μουντ (τ. αξίζω) και την ωραία ατμόσφαιρα και στους θεατές της, εννοείται με (αυτο)ειρωνική διάθεση.

  1. - Περνάμε καλά στα καμαρίνια κι αυτό βγαίνει στην σκηνή!
    Καλά μιλάμε, τα μέλη του συγκεκριμένου κυβερνητικού σχήματος, πρέπει να περνάνε πολύ καλά στα παρασκήνια. Φαίνεται αυτό, κάνει μπαμ από χίλια μέτρα! Εκρήγνυται μπροστά στα μάτια μας αυτό το περίσσευμα αγάπης, η στοργή, η τρυφερότητα, τα βαθιά φιλικά αισθήματα που τρέφουν ο ένας για τον άλλον:
    - Μαζί στη ζωή, μαζί και στον θάνατο (σου)!
    Περνάνε καλά στα καμαρίνια τα παιδιά… Κι αυτό βγαίνει στη σκηνή… Βγαίνει επίσης και στη μικρή οθόνη. Ξέρετε, το κλασικό το πλάνο που μπαίνουν ένας – ένας για υπουργικό συμβούλιο. Η κάμερα είναι τώρα… που να σου πω… πως κάνουμε το σταυρό με το δεξί το χεράκι; Καμία σχέση! Έξω αριστερά. Και περνάει ο θίασος να μπει μέσα. Και τη βλέπεις, αγάπη μου, την ξινίλα! Το βλέπεις το μάτι το στριτζωμένο, το κολλημένο χαμόγελο – η χαρά του συρραπτικού. Βλέπεις πως καρφώνουν το βλέμμα στην πλάτη του μπροστινού. Αυτό δεν είναι βλέμμα… Αυτό είναι «ένα μικρό μικρό μαχαίρι» που έλεγε κι ο Λόρκα – μια που μιλάμε για θέατρο… (Όχι κύριοι υπουργοί, ο Λόρκα δεν πήρε μεταγραφή στον Πανιώνιο, συγγραφέας ήτανε, τίποτα σπουδαίο, μην θορυβείστε)…

- Περνάμε καλά στα καμαρίνια κι αυτό βγαίνει στη σκηνή!

Η Μπιρμπίλη σκοτωμένη με τον Ρέππα και τον Ραγκούση. Ο Ραγκούσης με τον δόλιο τον Ντόλιο. Ο Διαμαντίδης με τον Βλάχο. Οι Χρυσοχοΐδης με τον Παπακωνσταντίνου. Ο Παπουτσής με τον Παπακωνσταντίνου. Ο Βενιζέλος με τον Παπακωνσταντίνου. Ο Παπαϊωάννου με τον Παπακωνσταντίνου. Ο Καστανίδης δεν θυμάμαι. Ο Πάγκαλος με το σύμπαν: Όσους τα φάγανε κι όσους τα φτύσανε. (Εδώ).

  1. (Κυριολεκτική χρήση εδώ)

«Περνάμε καλά στα καμαρίνια και αυτό βγαίνει και προς τα έξω». Αυτή είναι μια κλισέ φράση που χρησιμοποιούν συχνά οι ηθοποιοί. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως φαίνεται να ισχύει, αφού και το καμαρίνι παίζει το ρόλο του… [...] Δεν είναι όμως ένα καμαρίνι σαν όλα τα άλλα… Όπως έγραψε και ο ίδιος ο Αργύρης Αγγέλου, είναι: «Το ωραιότερο θερινό καμαρίνι!». Μεγάλο, ανοιχτό, καθαρό και γεμάτο αφίσες από ταινίες του Hollywood. Πώς να μη σου φτιάξει τη διάθεση προτού βγεις στη σκηνή, λοιπόν;

  1. Στις πρόβες περνάμε υπέροχα και αυτό βγαίνει προς τα έξω και το εισπράττει ο κόσμος. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φίλη τόσο κολλητή που της κοτσάρουμε και μια -ούμπα. Σε υπερθετικό BFF βαθμό: το κολλητουμπινάκι μ.

Μαθητική αργκό τελευταίας κοπής, σπαρταράει.

  1. σορρυ ρ κολλητουμπα μ!! απλα τ σ/κ ειχα παει στν κολλητη μ εκτοσ path κ δν μπηκα καθολου!! τ νεα;; μ ελειψεσ ρρ!!

  2. Εβελίνααααααααααααααααααα: κολλητουμπα μου :D

  3. axxxuuu to... i kollitumpa m.

(Από διάφορα σάη)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified