Selected tags

Further tags

Προερχόμενο από το γνωστό κρύο ανέκδοτο*, η εν λόγω επίσης κρύα φράση, η οποία αναφέρεται κυρίως στον αθλητικό τομέα, λέγεται όταν πιστεύεις πως θα προχωρήσεις σε ιστορικές νίκες, αλλά και γενικότερα όταν περιμένεις να γίνουν σπουδαία πράγματα (όπως προαγωγή, γάμος, καινούρια γκόμενα κ. α.).

Λέγεται όταν καταλαβαίνεις πως θα συμβεί κάτι το οποίο είναι προφανές από τα συμφραζόμενα, όταν «μυρίζεσαι» ότι θα συμβεί.

  • το οποίο λέει πως, κατά τον τελικό του Ευρωμπάσκετ το '87 και ενώ ο Καμπούρης βρίσκεται στη γραμμή τον βολών έτοιμος να εκτελέσει το φάουλ που του έχει δοθεί στη εκπνοή του αγώνα, τον πλησιάζει ο Γκάλης και του λέει τρομαγμένος στο αυτί : «Ρε μαλάκα! μη σουτάρεις! μυρίζει τινινίνι!». Ο Καμπούρης δεν του δίνει καμία σημασία, σουτάρει, ευστοχεί και ετοιμάζεται να εκτελέσει τη δεύτερη βολή, όταν τρομοκρατημένος τον πλησιάζει ο Γιαννάκης και του λέει στο αυτί : «Ρε μαλάκα! μη σουτάρεις! μυρίζει τινινίνι!». Ο Καμπούρης τελικά σουτάρει, ευστοχεί και τότε ακούγεται από τα μεγάφωνα : «τινινίνι τινινίνινι τινινίνι νί τινινίνινινινι νίνι νινινί...»)
  1. Εγώ ένα έχω να πω :
    «ΜΥΡΙΖΕΙ ΤΙΝΙΝΙΝΙ»
    Όλα τα λεφτά χθες ήταν οι πανηγυρισμοί σε Γεωργίου και προβλήτα Νικολάου και ο Sport FM που έβγαζε οπαδούς απ' όλη την Ελλάδα χύμα και τα χώνανε...!!! (από εδώ)

  2. - Να σου πω την αλήθεια, δε νομίζω πως θα πάρω πτυχίο.
    - Δε νομίζεις;!
    - Όχι, είμαι σίγουρος!
    - Χαχα! Μυρίζει τινινίνι δηλαδή.
    - Ποίος σου έμαθε αυτή τη μαλακία και τη λες συνέχεια;

(από Khan, 17/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

«Εγώ είμαι εργατόπαιδο κι εσύ της Νομικής»: στίχος από παλιό λαλά. Σε αυτό και καλούα ο τζες είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου ένας ταπεινός και καταφρονεμένος, που τόλμησε και σήκωσε το βλέμμα του στην διανοούμενη δικηγόρα-του-μπι, που το μόνο που την νοιάζει είναι τα μαθήματά της. Έχει ελπίδες μαζί της ο Βαγγέλης από την Ελευσίνα (λέμε τώρα) με τα χέρια λερωμένα από τα φτωχά πλην τίμια γράσα; Ούτε καν.

Σε μια κουβέντα ή κατάσταση όπου ο ένας στριμώχνεται, η επίκληση της ασυμβατότητας των συνομιλητών (υπαρκτή ή φανταστική) έχει ως στόχο να περάσει στο ντούκου το ότι ουσιαστικά βγήκε μαλάκας. Αυτό βέβαια επιτυγχάνεται με την απαξίωση του θέματος, αλλά και του άλλου που, μέχρι εκείνη την ώρα, έχει το πάνω χέρι στη συζήτηση ή γενικώς.

Η υφέρπουσα κλάψα σε φάση «τι να κάνουμε κύριε, ασφαλώς και έχεις δίκιο πράγμα που ήταν αναμενόμενο γιατί εσύ είσαι ανώτερος μορφωτικά ενώ εγώ δεν ξέρω από επιστήμες συνεπώς η τάξη των πραγμάτων διατηρείται», είναι απλά για ξεκάρφωμα. Στην πραγματικότητα υπερισχύει η έννοια του «δεν μας νοιάζει που έχεις δίκιο, δεν είσαι ένας από μας, είσαι από τους άλλους, τους μορφωμένους, να πα να κάνεις παρέα με το σινάφι σου, εδώ δε σε θέλουμε, χχχκ φτου, και που πιάσαμε κουβέντα μαζί σου χατήρι σου κάναμε, που θα μας βγάλεις και ψεύτες».

Λέγεται και σε μη δικηγόρους. Προφ :P

Ο Κανέλος που (δεν) αγάπησε τη Λουλού, συνέντευξη στο indymedia: Σιγά μην ερωτευόμουν εγώ -ο αλανιάρης- τη λουλού! Γιατί εγώ είμ' εργατόπαιδο κι εσύ της Νομικής, ρε Λουλού... Το ξέρω πως δεν φταις εσύ που γεννήθηκες έτσι. Ούτε και η Τσέσικα Ράμπιτ έφταιγε που ήταν μοιραία. Έτσι την σχεδίασαν. Αλλά είμαστε διαφορετικοί, ρε συ Λουλού, και ως εκ τούτου ασύμβατοι. Πώς λέει το άζμα: Εγώ είμ' ένα Μάκιντος, κι εσύ ένα PC, γι' αυτό είμαστ' ασύμβατοι, μωρό μου εγώ κι εσύ!

Ποια είναι η Μάρα βρε παιδιά μου:
Αυτοί είναι «εργατόπαιδα» και αυτή της Νομικής... Έτσι δεν είπε χθες η κυρία Μάρα;; Επειδή είναι της Νομικής (μαύρα μεσάνυχτα έχει) «Το ΠΑΣΟΚ πρέπει ν' αποδείξει ότι στη Βουλή έγινε νοθεία»!!...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το παρόν δίστιχο (το δύστυχο) απαντάται σαν γείωση σε ανθρώπους που έχουν την εμμονή ότι συνεχώς όλος ο κόσμος ασχολείται με εκείνους. Πιο συγκεκριμένα, έρχεται και κολλάει μετά την ερώτηση «Τι λέγατε για μένα στα σιγοψυθιριστά, που δεν θα έπρεπε να ακούσω;»

- Τι λέτε εσείς οι δυο; Συνωμοτείτε εναντίον μου. Δεν είμαι χαζός... Σας κατάλαβα απ' τη φωνή...
- Ναι... Γιαλό γιαλό πηγαίναμε κι όλο για σένα λέγαμε... Κάνε και καμιά δουλειά και άσε μας ήσυχους...

Με την Καγιάλω (από Khan, 17/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάτι που είναι πολύ σύντομο ή πολύ κοντά.

Ο όρος προέρχεται από το καζίνο φυσικά, όπου λέγεται από τα τζάνκυς του τζόγου που παρακαλάνε για μια μπιλιά ακόμα.

- Πάμε κανα Αμερικάνικο για μια μπύρα;
- Βαριέμαι ρε γαμώτο...
- Έλα ρε μαλάκα, δίπλα είναι, μια σπινιά... ξεκαβάλα, πάμε

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

«Αρχίδια πατέρα, στον κώλο σου γιε μου».

Εμφατική παραλλαγή της έκφρασης, από μόνη της προκαλεί απόγνωση σε όποιον την χρησιμοποιεί. Ενδεχομένως να δηλώνει το αβοήθητο του χρήστη της.

- Τρεις μήνες απλήρωτο το νοίκι, σε λίγο θα μας πετάξουνε στο δρόμο. Κι αυτός ο μαλάκας ο ιδιοκτήτης στην αρχή έλεγε «μη σε νοιάζει, θα τα βρούμε», και τώρα στέλνει εξώδικα...
- Αρχίδια πατέρα...
- Στον κώλο σου γιε μου. Σου λέω την έχουμε βάψει!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έτσι περιγράφεται η έκπληξη, το ξάφνιασμα, ο αιφνιδιασμός, η τρομάρα, στο άκουσμα απρόσμενα, αναπάντεχα κακών και δυσάρεστων μαντάτων, νέων, πληροφοριών, ανακοινώσεων, αποφάσεων κλπ.

Ο δικηγόρος:
- Μη στεναχωριέσαι, θα του κάνουμε μια μήνυση και θ' ακούσει μια ποινή που θα βουίζουν τ' αυτιά του.

(από iwn, 16/12/10)(από iwn, 16/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παλιά ονομασία των drum machines ιαπωνικής κατασκευής και προέλευσης, που κυκλοφορούν ακόμη και σήμερα στα καταστήματα μουσικών οργάνων. Η έκφραση χρησιμοποιήθηκε αρκετά από μουσικούς και ακροατές της εγχώριας μέταλ και ροκ σκηνής στα '90'ς, τόσο στον προφορικό λόγο όσο και στα άρθρα του μουσικού τύπου.

Αν και εν τέλει κατέληξαν ανέκδοτο, οι διάφοροι γιαπωνέζοι ντράμερ είχαν μεγάλη παρουσία στις αντεργκράουντ μουσικές σκηνές, στήριξαν πολλές δουλειές κανονικών συγκροτημάτων ενώ υπήρξαν βασικά -ενίοτε δε και και ιδρυτικά- μέλη σε μονομελείς ή ολιγομελείς μπάντες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Αρκετοί γιαπωνέζοι ντράμερ έφτασαν μάλιστα να σχηματίσουν μεγάλη δισκογραφία προτού τραβήξουν το δρόμο της εθελούσιας συνταξιοδότησης λόγω των εξελίξεων στο πεδίο της μουσικής τεχνολογίας. Στην Ελλάδα, οι γιαπωνέζοι ντράμερ έχτισαν καριέρες σε ουκ ολίγα συγκροτήματα των '90ς, κυρίως στουντιακά (αρκετά του μπλακμεταλλάδικου και βλακμεταλλάδικου ιδιώματος, χωρίς όμως να περιορίζονται αποκλειστικά σε αυτά, αλλά ούτε και αποκλειστικά στο μέταλ) εμφανιζόμενοι σε πολλά ντέμο, αλλά και σε ολοκληρωμένες δισκογραφικές δουλειές εκείνης της δεκαετίας.

Η ίδια η έκφραση τείνει πλέον να έχει μία νοσταλγική χροιά, όταν πολλά συγκροτήματα έχουν πλέον ενεργό μέλος -και μάλιστα σε ζωντανές εμφανίσεις!- τον Κο Vaio και άλλους εκλεκτούς απογόνους της ευγενούς οικογενείας των λαπιτοπίων.

Πάσα: Πάτσης

1.Αφρικανικά λικνίσματα στην ταράτσα, «ευτυχία είναι...», κάτω μαγνήτες, κιθάρες στον ενισχυτή μπάσου, μπάσο σαν κιθάρα, κουβέρτα στο ταμπούρο, φωνή ταμπουρωμένη, «ευτυχία είναι να παίζεις μουσική και να μη σε ακούει κανένας», γιαπωνέζος ντράμερ... βζζζ, βζζζζτττ κούρδισε λίγο τα ποτενσιόμετρα γιατί πιάνω ακαταλαβίστικα. Δεν πειράζει. Έτσι ήτανε πάντα μόνο που κάποτε ήμασταν παιδιά μα τώρα δες πως γίναμε παιχνίδια. (Εδώ)

2.Εμείς είχαμε έναν ντράμερ στο μαγαζί ο οποίος έφαγε πόδι γιατί, απ'τα λεγόμενα των υπολοίπων καλλιτεχνών, αυτός έφταιγε που η ορχήστρα έπαιζε οτι να΄ναι. Τελικά πήραν ενα γιαπωνέζο ντράμερ, ενα KORG, και πάλι η ορχήστρα παίζει οτι να'ναι. εγω πάντως ποτέ δεν κατάφερα να βρω ποιός φταίει. (Εκεί)

(από electron, 15/12/10)(από electron, 15/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το γιουβέτσι είναι ένα φαγητό με κρέας και κριθαράκι που φτιάχνεται σε πήλινο σκεύος. Από το τούρκικο güveç. Σκέτο από γιουβέτσι είναι μόνο το κριθαράκι από αυτό το φαγητό.

Ο λόγος να παραγγείλει κάποιος σκέτο από γιουβέτσι ήταν η χαμηλότερη τιμή του από το κανονικό και, σε σχέση με το απλό κριθαράκι, ότι είχε και γεύση από κρέας.

Στην πολύ παλιά αργκό το σκέτο από γιουβέτσι είναι υποτιμητικός χαρακτηρισμός για τον άνθρωπο μισή μερίδα, κυρίως τον άντρα που έχει έλλειμμα σε μπόι, ανδρισμό, τσαμπουκά, μαγκιά, δύναμη, έννοιες που συμβολίζονται με το απόν κρέας από το πιάτο. Αλλά και την γυναίκα που δεν είναι «αρκετή», είναι «λίγη», ιδίως εμφανισιακά. Κάτι που δεν μας γεμίζει το μάτι, δηλαδή, κάτι από το οποίο λείπει το ουσιώδες.

Λέγεται και «σκέτη από γιουβέτσι».

  1. Από εδώ:

1.40 σε σκαμπω και 45 κιλα ,γυναικα ειναι αυτη ή σκετο απο γιουβετσι.

  1. - Πρόσεξε τι λες γιατί θα γαμηθούμε εδώ μέσα.
    - Θα μας κάνει μαγκιές τώρα και το σκέτο από γιουβέτσι. Ρε δεν παίρνεις τον πούλο πριν πάθεις καμιά ζημιά;

  2. Από εδώ:

Το κενό στο πολιτικό τοπίο αναπληρώθηκε με... σκέτο από γιουβέτσι, νέο αίμα, με αδιάφθορους. Όλα βαίνουν καλώς, Ώρα να πάω για ύπνο;

  1. Από εδώ:

Τι μαλακίες είναι αυτές; Δηλαδή, εγώ τζάμπα περιμένω να πάρω το διαμέρισμα στο Παγκράτι; Εκείνο που μου έταξε ο μακαρίτης ο πεθερός μου για να πάρω την κόρη του. Ολα δουλεύουν για τους άλλους. Εμείς κουμπάρε… τίποτα και σκέτοι από γιουβέτσι.

  1. Από εδώ:

- ισχυριζεσε οτι δεν υπαρχουν ΚΑΙ αυτοι οι ανδρες;;; που απλα θελουν να το κανουν και να φυγουν;;;ο συγκεκριμενος για τετοιος μου κανει...ψεμματα να πω;;;
- αλλού το πάει ο Λαοκράτης. Ότι δεν ειναι κάτι που το κάνει μόνο ένας, αλλά και οι δύο και άρα και οι δύο το απολαμβάνουν κλπ, κλπ. Το οποίο είναι δεκτό ρε παιδί μου, αλλά έτσι σκέτο από γιουβέτσι...

  1. Από εδώ:

Στην αρχή ήταν κάπως μινιμαλιστικό και είχε ηχογραφηθεί επειδή είχα πει στον Eλαβντου ότι θα του δείξω λίγο πώς ακούγεται το AKG 200. Μετά που το άκουγα, είδα ότι ήταν πολύ «σκέτο από γιουβέτσι» και έπαιξα και το μέρος της φωνής με την ίδια 12χορδη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μάλιστα κύριε είναι ό,τι για τους Αγγλοσάξονες ο yes-man, δηλαδή ο υποτακτικός και δουλοπρεπής υφιστάμενος. Έχω την εντύπωση ότι όταν χρησιμοποιείται στα ελληνικά ως ουσιαστικοποιημένο, (πιο συχνά πρόσφατα) γίνεται κατά αναλογία προς την αγγλική έκφραση.

Ρουμάνος: Δύο πράγματα απεχθάνομαι: Αυτούς που φέρνουν αντιπαραγωγικές αντιρρήσεις, και τους μάλιστα κύριε.

(από Khan, 15/12/10)(από jesus, 15/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Απευθείας μεταφορά του αγγλικού too much που σημαίνει υπερβολικό ή υπερβολικά (επίρ.), περισσότερο του δέοντος. Μια έκφραση που το πλησιάζει είναι το «πάει πολύ», αλλά η επιτυχία της βασίζεται στα συμφραζόμενα και την εκφορά.

Υπό αυτήν την έννοια το «του ματς» δεν έχει συγκεκριμένο πεδίο χρήσης. Ακούγεται όμως πολύ για ρούχα και στυλιστικές επιλογές και γενικά σε συμφραζόμενα με μια δόση θηλυπρέπειας. Όπως όμως φαίνεται και από τα παραδείγματα, έχει ήδη απολέσει μεγάλο μέρος από αυτόν τον χρωματισμό.

  1. Από εδώ:

γενικώς πέρα από κάποιες λεπτομέρειες καρώ, το όλο είναι του ματς!!! είχα δει φόρεμα όλο καρό και κρατούσε και τσάντα η κυρία (και μεγαλούτσικη σε ηλικία) και φαινόταν τόσο κακόγουστο...

  1. Από εδώ:

- ανακατασκευη και μετατροπα σε 6φτερο....
300 γιουρια περιπου αλλα.... ΑΠΟΛΥΤΟ
- Ο εξάφτερος δεν θα είναι του ματσ για καθημαερινή χρήση; Τέτοιον φοράς; - απο τον καταλληλο μαστορα, οχι, δεν ειναι του ματσ...
το αυτοκινητο οδηγειται 6 ημερες απο την συζυγο με χρηση....
σχολεια, φροντιστηρια, προπονησεις παιδιων, σουπερ μαρκετ κ.ά....

  1. Από εδώ:

ο χωρος ειναι του ματσ για αυτα τα ηχεια , μονο με ευκολοδηγητα θα γεμισεις τον χωρο σου.Αν σε ενδιαφερει αυτο βεβαια.
Υποψιν θες και σαμπακια, για αυτο τον χωρο.Εκτος βεβαια και αν εδω σε αφηνει αδιαφορ το χαμηλο αδειασμα

Σχετικά: τουματσιά, τουματσισμός

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified