Selected tags

Further tags

Κατακλέβω κάποιον, ιδίως αφαιρώντας από έναν χώρο (και όχι από πάνω του, αν και λέγεται και σ' αυτήν την περίπτωση) αγαθά και τιμαλφή.

Ο χώρος, μετά την διαδικασία του «νοικοκυρέματος», μοιάζει άδειος από τα πράγματα που λείπουν, χωρίς να χρειάζεται πια όλη αυτή η απαραίτητη τακτοποίηση, π.χ. των τσιγάρων στα ράφια του μίνι μάρκετ, των πακέτων στην αποθήκη κλπ. Με λίγο πικρό χιούμορ, μπορείς πια να απολαύσεις έναν χώρο πιο μινιμάλ.

Κυριολεκτικά σημαίνει «φτιάχνω» κάποιον, του προσφέρω τον πλούτο και τα μέσα να «γίνει άνθρωπος» (παράδειγμα 3).

  1. Από εδώ:

Βαρέθηκα να βλέπω τους συμπολίτες μου να κατηγορούν τους αλβανούς κ.λ.π. αλλοδαπούς ότι τους κλέβουν τις δουλειές ενώ στην πραγματικότητα οι ίδιοι ποτέ δεν θα έκαναν τις δουλειές που κάνουν αυτοί... (κι ας μου σπασαν το μαγαζί προχθές 4-5 αλβανοί και μ έκαναν ...νοικοκύρη αλλά αυτό είναι άλλο θέμα πάλι στις καταγγελίες... )

  1. Από εδώ:

Εμείς δε χρειάζεται να κάνουμε μετακόμιση στην εταιρεία... Την έκαναν άλλοι για μας. Μπήκαν χτες βράδυ και μας έκαναν νοικοκύρηδες!

  1. Από εδώ:

Ίσως όμως κι όλα αυτά να είναι αυταπάτες και να μην υπάρχει ελπίδα σωτηρίας για το προϊόν (σ.σ. τη σταφίδα) που κάποτε έκανε νοικοκύρηδες χιλιάδες αγρότες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει και γαμήσι. Εξού κι όταν μας χώνουνε δεν το χαιρόμαστε καθόλου (νταξ, υπάρχουν κι εξαιρέσεις).

Εξάλλου ήδη στο σάη τονίζεται η έννοια «γαμώ» του «χώνω».

Κυριολεκτικά είναι το μπήξιμο / θάψιμο στη γη. Η κάλυψη με χώμα.

Το πρόσθεσα περισσότερο για την έκφραση: «Καλές χωσές», που σημαίνει «Καλά γαμήσια» κι είναι βέβαια ευχή (δηλαδή αν το πεις σε φαντάρο, του εύχεσαι να γαμήσει κι όχι να γαμηθεί στο χώσιμο - με τη μεταφορική έννοια).

Να μην μπερδεύεται με το χωσιά, που σημαίνει επίθεση μετά από ενέδρα.

Σάββατο είναι, οπότε σας εύχομαι όλους: - Καλές χωσές!!! Αλάνιααα!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

1. Μικρός πάσσαλος (παλουκάκι) που καρφώνεται στο χώμα και δένονται σ' αυτόν τα σκοινιά των ζώων. Υπάρχουν τα ξυλότζενα (φτιαγμένα από ξύλο) και τα σιντερότζενα / σιδερότζενα (φτιαγμένα από σίδερο).

Εξού τα:

  • τζενώνω/τζενιώνω (καρφώνω στη γη το τζένιο, στο οποίο είναι ήδη δεμένο το σκοινί κάποιου ζώου που μεταφορικά σημαίνει και σκλαβώνω),
  • ξετζενώνω (βγάζω απ’ τη γη το τζένιο - ελευθερώνω) και
  • το τζένωμα (το μπήξιμο, το χώσιμο, το κάρφωμα του τζενιού).

    Όλ’ αυτά λέγονται στην Κρήτη. Αλλού χρησιμοποιείται όπως ακριβώς και το παλούκι.

2. Επίσης, σημαίνει εργαλείο, εξάρτημα (μ’ αυτήν την έννοια το διασώζει ο Πετρόπουλος). Ειδικά: ξύλινο πασαλάκι που καρφώνεται στη διάστρα υποβοηθώντας τη διάστρουσα.

Εξού:

3. Ο πούτσος και

4. (στον πληθυντικό) τα τζένια (ντζένια -Καρπαθιώτικο) που σημαίνουν

  • τ’ αχαμνά,
  • τις γυναικείες ιδιοτροπίες.

    5. Κυριολεκτικά σημαίνει το άτομο με μεγάλη διάνοια, τη μεγαλοφυΐα, τον ταλαντούχο, που το μυαλό του γεννά συνέχεια κι οι ιδέες του είναι πρωτότυπες, αυτόν που είναι σπίρτο/τσακμακόπετρα/γάτα/Αϊνστάιν.

Συχνότερα ακούγεται ειρωνικά. Σημαίνει αυτόν που

  • είναι μπάζο, αλλά θεωρείται ή (και) το παίζει τζένιο
  • οι μηχανισμοί των ΜΜΕ τον σερβίρουν σαν τζένιο –οπότε έχει κι ανάλογο υφάκι.

    (Από το λατινικό genius -δαιμόνιο σε ρόλο φύλακα αγγέλου- από όπου προέρχονται: το τζίνι -ίσως και του παραμυθιού-, το τζίνιους -από το αγγλικό genius- που έχουν την ίδια έννοια κι αναφέρονται κι αλλού στο σάη).

  1. Τη σκέψη μου μια 'ργατινή / στο τζένιο δα τη δέσω / να δω χωρίς τσι έγνοιες σου / ανέ μπορώ να θέσω (Κρητική μαντινάδα από μπλογκ)

1α - 3. «Το εργαλείο (1ο μήδι) αφιερώνεται εξαιρετικά σε όλους τους πολιτικούς μας που εναγωνίως ψάχνουν τρόπους να μας «τζενιώσουν» ενόψει των … εκλογών. …θα έλεγα να μας αφήσουν πλέον ήσυχους και να το βάλλουν εκεί που ξέρουν….» (από μπλογκ)

  1. «…Αδύνατα τα τζένια του, λίγες οι κουμπάνιες, μα δεν πειράζει, πολύ του το κουράγιο. Το περιλάβαν οι φουρτούνες και οι άνεμοι. Φυτίλια τα πανιά, κομμάτια το τιμόνι». (από διήγημα του Βασίλη Λούλη)

  2. «Πάντως το τζένιο του αρχίζει και πονάει. Άκου μείωση μισθών και συντάξεων». (από μπλογκ)

4α. – Ρε μαλάκα, φόρα κανά σπασουάρ. Κάθε που σουτάρεις φαίνονται τα ντζένια σ’.
– Άσ' τα ν’ αερίζονται. Κλεμμένα τα ‘χω;

4β. «Η πολιτική τον καύχον της, αν νιώση και αγαπάτην, / και ρέγεται και θέλει την, συχνοχαροκοπά την, / ευρίσκει την και κάθεται σαν κακοκαρδισμένη, / και κάμνει και τα τζένια της σαν είναι μαθημένη» (από ποιητή του 15ου αι.).

  1. «Η Φ..η αφού μας βρήκε γιατρούς και νοσοκομεία τώρα θα ξεχαρβαλώσει και τα σχολεία μαζί με το άλλο τζένιο, τη Δ..λου (εδώ το καλό ΙΒ!!!).» (από μπλογκ χωρίς ολόκληρα τα ονόματα)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η έκφραση υποδηλώνει:

Α. Σοβαρότατη σωματική, αλλά κυρίως νευρο-ψυχική και ψυχολογική καταπόνηση ένεκα στέρησης, καρτερίας, ταλαιπωρίας, δοκιμασίας, αναμονής, υπομονής, βασανισμού κλπ.

Το μάτι μαυρίζει εξαπανέκαθεν από 3 αιτίες:

α) μακιγιάζ
β) μπουκέτο
γ) μυδρίαση

Η γ' περίπτωση είναι κυρίως αυτή που υπαινίσσεται η έκφραση μεταφορικά, καθ' όσον η μέτρια μυδρίαση (διαστολή της κόρης του ματιού) αποτελεί σύμπτωμα σοβαρής νευρο-σωματικής πάθησης, ενώ η πλήρης μυδρίαση αποτελεί τυπική εικόνα του νεκρού.

B. Πλήθος ατόμων, πραγμάτων κλπ με μαύρο ή σκούρο εξωτερικό χαρακτηριστικό χρώμα όπως μελαψοί, ιερείς, μαυροφορεμένοι, κοράκια κλπ, όπου το μάτι μαυρίζει είτε εξ ανακλάσεως είτε από μείωση της φωτεινότητας.

Ιστορικό ανάλογο: «Καλύτερα, θα πολεμάμε υπό σκιάν», απάντησε ο Λεωνίδας στους πολυπληθέστερους Πέρσες, όταν απείλησαν τους Σπαρτιάτες ότι θα κρύψουν τον ήλιο με τα βέλη τους.

Γ. Συγκέντρωση μεγάλου πλήθους γενικότερα, ασχέτως χρωματικής απόχρωσης ή διαβάθμισης φωτεινότητας.

Σημ:. Η έκφραση-έννοια «μαύρισε το μάτι μου, από μπουνιά» παραλείπεται ως πλέον τετριμμένη.

  1. - Μαύρισε το μάτι μας να περιμένουμε πότε θα μας προσλάβουν για δουλειά.

  2. - Πού να σ'τα λέω; Ανακάλυψα μπουρδελάκι με Αφρικανές. Μπήκα μέσα και μαύρισε το μάτι μου.

  3. - Μαύρισε το μάτι μου όταν είδα τις στίβες με τα χαρτιά στο γραφείο μου, όταν επέστρεψα απ την άδεια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο κάτοχος υπερδιάστατου πέους.

Σε μέγεθος και σχήμα του ομώνυμου καρπού που τον παίρνει και τον κρατά, ζεστό-ζεστό και λαχταριστό, όλος ο κόσμος στο χέρι τα καλοκαιρινά βραδάκια, το μπαινοβγάζει λαίμαργα στο στόμα, ενώ στο τέλος σκουπίζει απ τα χείλη του τα υπο-λήμματα με τη χαρτοπετσέτα.

Αν του αρέσει ή δεν χορτάσει, γυρίζει πίσω και τον ξαναπαίρνει.
Αν έχει μεγάλη ουρά αναμονής και βιάζεται, πηγαίνει και τον παίρνει από πίσω.

Συνώνυμα γούδα, μπάρα.

- Τώρα που τον είδα με μαγιό, κατάλαβα γιατί τον φωνάζουν καλαμπόκα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Περισσότερο πειρακτικός, και δευτερευόντως απαξιωτικός, υβριστικός χαρακτηρισμός προσώπου.

Κυριολεκτικά πρόκειται για τον γνωστό αδένα του αναπαραγωγικού συστήματος του άρρενος, άνευ κόμης (φαλακρό-καραφλιασμένο), είτε ένεκα κουράς, αποτρίχωσης, τριχόπτωσης, φυσικής μειωμένης τριχοφυΐας, τριχοτιλλομανίας κλπ

Με την απογύμνωση του ανδρικού trade mark, λόγω αποψίλωσης, αποπνέεται αίσθηση ελαττωμένου κύρους και συμβολισμός μειωμένης ισχύος, κατά το ιστορικό ανάλογο της κώμης του Σαμψών.

- Τι μαλακίες είν' αυτές που λες πάλι, βρε αρχίδι αμάλιαγο.

(από iwn, 20/11/10)(από iwn, 20/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χάνω λάδια είναι κοινότατη, πρωτόλεια σλανγκιά που σημαίνει δε μπάω καλά, έχω ξελασκαρισμένες βίδες, κόβω καπίστρι, είμαι γιωτάς, γκάου, τζαζ, γιούχου.

- Πας καλά ή χάνεις λάδια;

Got a better definition? Add it!

Published

Είναι το αντίστοιχο άιντε που χρησιμοποιείται ως προσταγή.

Αϊβέ, τράβα από 'δω.

Εκραζαν οι πατρίκιοι: Αβε καλίγκιολα σίζαρ (από GATZMAN, 18/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ύβρη. Η Γενική της μάνας σου μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πράγμα: το μουνί της μάνας σου, ήτοι γαμώ το μουνί της μάνας σου. Αντιθέτως η Ονομαστική δεν μπορεί να σημαίνει αποκλειστικά και μόνο η μάνα σου γαμιέται υπό εμού, μπορεί να σημαίνει και άλλα πράγματα. Λ.χ. η μάνα σου αρέσκεται να πηγαίνει βόλτα στην Μαρίνα του Φλjοίσβου και να βλέπει το ηλιοβασίλεμα ή η μάνα σου φτιάχνει καλό ιμάμ μπαϊλντί.

Το θέμα είναι ότι ούτως ή άλλως ακόμη και η Ονομαστική αντί Γενικής δεν μπορεί παρά να είναι η τελευταία βρισιά σ' ένα βρις-οφ, μετά την οποία ακολουθεί το κλωτσομπουνίδι. Ο λόγος είναι ότι δεν επιτρέπεται στον συνομιλητή να έχει καμία οικειότητα με την μάνα μου που να μην περνάει αποκλειστικά και μόνο από μένα τον ίδιο, από κάτι που του έχω πει εγώ και το οποίο πρέπει αμέσως να τσιτάρει για να μην αφεθεί ο υπαινιγμός ότι έχει απευθείας γνώση / πρόσβαση στις συνήθειες της μάνας μου. Διότι πού το έμαθε, κύριοι, ότι η μάνα μου φτιάχνει καλό ιμάμ, ή ότι της αρέσει το ηλιοβασίλεμα; Δεν είναι ύποπτο;

Πού θέλω να καταλήξω: η ονομαστική αντί της γενικής είναι μια τάση στο υβρεολόγιο, η οποία δείχνει κάποιον που ναι μεν έχει προαποφασίσει να παίξει κλωτσομπουνίδι, αλλιώς δεν θα έθιγε την μάνα του συνομιλητή, είναι όμως πιο λαρτζ, πιο μεγαλόψυχος ή και μεγάλαυχος, λίγο πιο τουκανιστής και δεν θέλει σώνει και καλά να αναφερθεί στο μουνί της μάνας, αφού έτσι και αλλιώς το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Έχει κάποιον κώδικα τιμής στο βρις-οφ ή χρησιμοποιεί ένα ζιλετάκι του Okham: αφού μπορεί να παίξει ξύλο με μια μικρότερη βρισιά, γιατί να χρησιμοποιήσει την μεγαλύτερη; (προϋποτίθεται ότι οποιαδήποτε βρισιά προς τον συνομιλητή δεν προκαλεί αναπόδραστα ξυλίκι, ενώ η αναφορά στην μάνα του, ακόμη και η πιο υπαινικτική το εγγυάται).

Εννοείται ότι η βρισιά εκφέρεται με πολλά προφορικά αποσιωπητικά, μέχρι να αρχίσει το ξύλο.

Πάσα: Jeanoir.

- Σάλσα και γαμήσου ρε μαλακιστήρι!
- Ξέρεις, η μάνα σου...
(Τελευταία ατάκα σε βρις-οφ και ακολουθεί κλωτσομπουνίδι).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από μικρός φαινόταν τι μαλάκας θα γίνει.

- Μια ζωή μαλάκας ο Τάσος, πάλι μας πούλησε.
- Από μικρός φαινόταν ότι θα μεγαλώσει, τον είχα συμμαθητή στο δημοτικό τομπούστη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified