Further tags

Έκφραση που χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις ελαφριάς μορφής αμνησίας, καμένης RAM ή αρχικών σταδίων Έμενταλ, όπου καταβάλλεται φιλότιμη προσπάθεια να ανακτηθεί από τη μνήμη μία λέξη, ένα όνομα ή ένα γεγονός, αλλά χωρίς επιτυχία.

Το εκνευριστικό της όλης κατάστασης, είναι η αίσθηση που μας πλημμυρίζει ότι το 'χουμε, λίγο ακόμα και θα το θυμηθούμε. Το «εδώ» άλλωστε, αναφέρεται μεταφορικά στην «άκρη της γλώσσας» (ότι δηλαδή, η εν λόγω λέξη έχει σκαλώσει στα πρόθυρα του ξεστομίσματος και δεν μπορεί να βγει).

Συναντάται και με την ως άνω προσθήκη (εδώ το 'χω, στην άκρη της γλώσσας μου), ενώ πολλές φορές συνοδεύεται και με την κατάλληλη χειρονομία (δάκτυλο στοχεύον στο στόμα του ομιλούντος).

- Πωω ρε φίλε... τσέκαρε τι περνάει...

- Τη ξέρω αυτή ρε συ... να δεις πως τη λένε... εδώ το 'χω...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

θολώνω / θόλωμα: Ουδεμία σχέση με το «θόλωσε το μυαλό μου κύριε δικαστά, ναι τη σκότωσα αλλά δεν ήξερα τι έκανα» και παρόμοιες πίπες.

Πρόκειται για όρους πολύ διαδεδομένους στο χώρο του bodybuilding και των gym freaks. Θόλωμα είναι η απώλεια γράμμωσης, δλδ η απώλεια σαφούς μυϊκού διαχωρισμού. Είναι το αντίθετο του αγριέματος. Προκαλείται κατά κανόνα από την επικάθιση λίπους στο διάστημα ανάμεσα στο μυϊκό ιστό και την δορά (δέρμα). Το υποδόριο αυτό λίπος «εξομαλύνει» τις γωνιώδεις και σμιλεμένες επιφάνειες, επιπεδοποιεί τα πρηξίματα και τα εξογκώματα της γράμμωσης, προσδίδοντας στο σώμα μια λιγότερο εντυπωσιακή, πιο μπούλικη και πιο μπουχέσικη εμφάνιση.

Σε επαγγελματικό επίπεδο τώρα, όπου η λεπτομέρεια παίζει τεράστιο ρόλο και όπου οι τίτλοι και οι διακρίσεις κρίνονται στα σημεία, θόλωμα μπορεί να επιφέρει ακόμη και η πρόσληψη μεγάλων ποσοτήτων υγρών. Γι' αυτό οι επαγγελματίες, κάνα δυό μέρες πριν τους αγώνες, δεν πίνουν ούτε νερό, κι αν πιουν θα πιουν με το κουτάλι της σούπας (κυριολεκτικά), όπως οι άρρωστοι. Μερικοί δεν κάνουν ούτε ντους, για να μην εισχωρήσει υγρασία από τους πόρους του δέρματος...

Μερικές περαιτέρω διευκρινίσεις.

  • Θολωμένος είναι συνήθως αυτός που είχε κάποια άλφα γράμμωση αλλά με τη σαβούρα που χλαπάκιαζε, θόλωσε.
  • Θολός λέγεται αυτός που ούτως ή άλλως ποτέ του δεν είχε καμιά αξιόλογη γράμμωση, παρά τις προσπάθειες και την ιδρωτίλα που έχει ρίξει.
  • Το πρώτο σημείο του σώματος που χτυπιέται απ' το θόλωμα είναι βέβαια οι κοιλιακοί, το περίφημο εξαπάκετο (six-pack). O κοιλιακός είναι μια πονεμένη ιστορία: με βάση την ύπαρξη αλλά και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το εξαπάκετο, διαχωρίζεται η ήρα απ' το στάρι, οι αγριεμένοι απ' τις πλαδαρούς και τις κοιλιές-σαμπρέλες.
  • Επίσης, το θόλωμα προκαλεί την απώλεια της πολυπόθητης φλεβικότητας. Κι είναι μια τραγωδία να βλέπεις φλέβες χοντρές σα μακαρόνια και στριφτερές σαν τις σκουληκαντέρες, να «σβήνουν» και να σαλαμοποιούνται μέσα σ' έναν κυκεώνα άχρηστου λίπους...

Ρε μαλάκα, πάμε σε καμιά ταβέρνα την Κυριακή το μεσημέρι; – Έχεις τρελαθεί εντελώς; Επικοινωνείς με τον αφαλό σου; Να φάμε σαβούρες και να χαλάσουμε τη διατροφή; Δε ξέρω για σένα, αλλά εγώ βλέπω μακριά, θέλω να κατέβω σε αγώνες το άλλο καλοκαίρι.
Ξεκόλλα απ' τη ζωή σου, με μια μπριζολίτσα δε θα πάθουμε τίποτα.. Κι εγώ έχω φορτσάρει τελευταία, με πρωτεΐνες και αμινοξέα και της Παναγιάς τα ράμματα, αλλά κι η σαβούρα επιβάλλεται μια φορά τη βδομάδα.
– Δίκιο έχεις, το 'χα ξεχάσει, τραβιέται μια στο τόσο η σαβούρα, έτσι για να ενεργοποιείται κι ο μεταβολισμός. – Λοιπόν;
– Οκ, πάμε, αλλά για την μπριζόλα που είπες, μόνο μοσχαράκι θα παίξει. Τη χοιρινή την ξεχνάς από τώρα, αν δε θες να θολώσεις στο πιτς φιτίλι. – Ε είσαι άρρωστος τελικά..

(από Khan, 20/09/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Απλή, εύστροφη, γρήγορη και καθοριστική απάντηση στην κοινότυπη ερώτηση «τι κάνεις»;

– Έλα ρε... Τι κάνεις;
– Τον βγάζω και τον πιάνεις...
– ...

Δες ακόμη: σ' την πετάω και την πιάνεις

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φράση κατανόησης για κάποιον άμπαλο, ιδίως μετά από αλλεπάλληλες τσόλες και αμπαλίες, σαν το «σε λα βι».

Θ: Πάσα, εδώ. Που το στέλνεις ρε Μανώλη!
Λ: Η αμπαλία είναι ανίατη αρρώστια...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άλλη μια φράση αποκομμένη - αυτονομημένη από ανέκδοτο.

Χρησιμοποιείται για να δηλώσουμε ότι έχουμε φτάσει στο έσχατο όριο της ανοχής μας με τη συμπεριφορά κάποιου ή με κάποια κατάσταση.

(Η φράση αναφέρεται και ως «τη γαμάς κύριε Πρόεδρε, ή δεν τη γαμάς» ανάλογα την εκδοχή του ρήματος στην οποία αρέσκεται ο λέγων τη φράση).

Ασίστ: vip (από σχόλιο στο λήμμα κουλούρι, το - στον ορισμό Νο 2).

Το ανέκδοτο (από την Ελληνική Λίστα Ανεκδότων):

-Γιατί κατηγορούμενε βίασες την κοπέλα;
-Δεν φταίω εγώ κύριε πρόεδρε
-Αλλά ποιος φταίει;
-Αυτή
-Αυτή;
-Μάλιστα κύριε πρόεδρε Ακούστε. Προχωράμε στον δρόμο και βλέπουμε έναν κουλουρά. Της λέω θέλεις κουλούρι μου λέει όχι. Φτάνουμε στην προβλήτα όπου και εκεί έχει κουλουρά. Της λέω θέλεις κουλούρι, μου λέει όχι. Προτού μπούμε στη βάρκα την ξαναρωτάω, θέλεις κουλούρι, μου λέει όχι. όταν πια ανοιγόμαστε στο πελαγος, εκεί που καθόμασταν τι μου λέει κύριε πρόεδρε; -Τι; -Θέλω κουλούρι. Ε! τη γαμείς κύριε πρόεδρε ή δεν τη γαμείς;

  1. Σύμφωνα με έγκυρες πηγές, η φίλη σου η Άννα, ούτε τιμωρήθηκε ούτε και συγκινήθηκε. Την ξαδέρφη του Άλουγκούφη (υπουργού παραοικονομίας) σύμφωνα με το ρεπορτάζ, της έκλασαν τα αρχίδια. .... Τη γαμείς κύριε πρόεδρε ή δε τη γαμείς μετά; απ' εδώ

  2. Την αγνοείς και τρως τον κρύο λαπαδιασμένο τραχανά. Κάνεις κι ένα τσιγαράκι. Στανιάρεις. Αυτή εκεί. Βελέτζα και άγιος ο θεός. «Τη γαμείς ή δε την γαμείς κύριε Πρόεδρε;». Λογικά, τη γαμείς. Το ερώτημα όμως παραμένει. απ' εκεί

  3. Ο κ. Ματσάκης υποστηρίζει ότι η απλοποίηση της Ελληνικής γραφής «καθίσταται αναγκαία μέσα στα πλαίσια μιας τάσης ενωτικής πορείας των γλωσσών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον, μια τέτοια αλλαγή θα καταστήσει την Ελληνική γραφή πιο απλή και πολύ πιο εύχρηστη. Ιδιαίτερα όσον αφορά την χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και σε σχέση με μεγάλο αριθμό ατόμων που έχουν διάφορες μορφές δυσλεξίας. και ερωτώ! τον γαμείς κύριε πρόεδρε ή δεν τον γαμείς το γάϊδαρο τον κύπριο; και μη μου πείτε ποιος τον γαμεί, διότι ο άνθρωπος ξέρει τι λέει. είναι σε εντεταλμένη υπηρεσία. από παραπέρα

  4. ε μου λες ρε παπάρα, τους το γαμει ή δεν τους το γαμει το σπιτι μετα ο διαφωτισμος; Τον σκοτωνει ή δεν τον σκοτωνει τον θεο, το Ευρωπαϊκο πνευμα; απ`ακόμα παραπέρα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που υποδεικνύει ότι αυτό που λέμε, κάνουμε ή συμβαίνει είναι απολύτως αναμενόμενο και αδιαμφισβήτητο, ή εντελώς τελείως μη πρωτότυπο.

Συναντάται και ως «κλασικά εικονογραφημένα» και το λένε οι παλιότεροι, αυτοί που πρόλαβαν να διαβάσουν κλασική λογοτεχνία στη σειρά κόμιξ με αυτόν τον τίτλο, πχ τους 3 σωματοφύλακες και άλλα που έβγαζε ο περίφημος Πεχλιβανίδης.

  1. - Πάλι χάπια;
    - Ε, κλασικά.
    - Γιατί; Πονάκια πάλι;
    - Κλασικά. Στα έντερα.

  2. Μη με ρωτήσεις τι έγινε χθες που μαζευτήκαμε στης Αλεξίας... Κλασικά εικονογραφημένα: ο Μάκης τσακώθηκε πάλι με την Ανίτα, μετά ξέσπασε πάλι κουβέντα περί σχέσεων, πάνω κει τσακώθηκαν ο Σούλης με την Κατερίνα, και κλασικά εγώ έφυγα πρώτη κατά τις 3...

Got a better definition? Add it!

Published

  1. Βρίζω. Συνηθισμένη έκφραση: «αρχίζω / πλακώνω κάποιον στα στολίδια». Συνώνυμα: μπινελικώνω, μπινεκίλια, (ξε)χέζω / χεσίδια, κλπ
  2. Δέρνω άσχημα, πλακώνω.
  3. Λερώνω (κυρίως με εμετό).

(ασίστ Nick)

  1. - Πού είναι ο Μάκης, μέσα πάλι;
    - Ε κλασικά. Τράκαρε ο γκαντέμης με έναν λίτη, τον άρχισε στα στολίδια, και τον μπαγλαρώσανε.

  2. - Ρε τι σου 'κανε ο Μήτσος και του στόλισες τη μούρη έτσι ωραία;
    - Μου είπε «πώς είσαι έτσι ρε».

  3. Η Ελενίτσα, χθες που βγήκαμε, ήπιε τον κώλο της και όταν μπήκαμε στο αυτοκίνητο να την πάω σπίτι, στην πρώτη στροφή με στόλισε κανονικά...

Got a better definition? Add it!

Published

Είναι η ευόδωση των προσδοκιών κάθε κοπέλας (νομίζω) και κυρίως κάθε μεγαλοκοπέλας (γι' αυτό είμαι σίγουρος) για σεξουαλική ικανοποίηση.

Σαν όρος χρησιμοποιείται όταν ένα καλό γαμήσι διακόπτει επιτέλους μια ατέλειωτη περίοδο αγαμίας, με τον ίδιο τρόπο που μια αναπάντεχη καλοκαιρινή βροχούλα έρχεται ένα απομεσήμερο του Αυγούστου να ξεδιψάσει την πυρωμένη απ' τον καυτό ήλιο γη.

- Λούλα, θα πας για ύπνο;
- Τρελάθηκες; Για ύπνο είμ' εγώ τώρα; Όπου να 'ναι θα 'ρθει ο Μήτσος μου να με πάρει!
- Τι λές μωρή; Βρήκες γκόμενο επιτέλους;
- Βρήκα Τιτίκα μου!
- Και δε μου λες μωρή, σε γαμεί;
- Αν με γαμεί λέει; Είδαν δροσιά τα σκέλια μου! Αχχχ… Να θυμηθώ ν' ανάψω κι ένα κερί…

And I miss you, like the desserts miss the rain... (από Jim Blondos, 26/05/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ποκερικής προέλευσης λέξη, η σημασία της οποίας διευρύνθηκε συν τω χρόνω εντυπωσιακά. Ένας εξειδικευμένος τεχνικός όρος χαρτοπαιγνίου διάγει στας ημέρας μας έναν δεύτερο βίο, περιγράφοντας πάντοτε σύνθετα και συνδυαστικά φαινόμενα. Αναλυτικότερα:

  1. Κερδοφόρος συνδυασμός φύλλων στο πόκερ. Η απλή κέντα (straight) αποτελείται από 5 φύλλα σε αριθμητική σειρά, π.χ. Α, 2, 3, 4, 5, όχι όμως του ιδίου χρώματος. Η κέντα-φλος ή αλλιώς κέντα-χρώμα (straight flush) αποτελείται από 5 φύλλα σε αριθμητική σειρά και του ιδίου χρώματος, π.χ. 5, 6, 7, 8, 9 κούπα.

  2. Συνδυασμένη ενέργεια δύο ή παραπάνω ατόμων που στέφθηκε από επιτυχία αποφέροντας αξιόλογα οφέλη, συνήθως οικονομικής φύσεως. Η επιτυχία της ενέργειας-κέντας δεν είναι απαραίτητα τετελεσμένο γεγονός, αρκεί να εικάζεται με μεγάλες πιθανότητες. Με την ίδια περίπου σημασία χρησιμοποιείται κι ο όρος μόντα, που όμως είναι πιο γενικός.

- Kέντα κάνουν δυο φίλοι που βάζουν από κοινού λεφτά και αγοράζουν μια επιχείρηση, π.χ. παίρνουν το franchise για το everest, ή παίρνουν τον «αέρα» από κάποιο μπαράκι.
- Κέντα κάνουν (πάλι) δυο φίλοι που αποφασίζουν να συγκατοικήσουν ώστε να μοιράζονται τα έξοδα. - Κέντα κάνουν (ξανά μανά) δυο φίλοι φοιτητές που συνεννοούνται να αντιγράφει ο ένας απ' τον άλλο στις εξετάσεις.

  1. Άλλη μια λέξη για το γαμήσι, τη συνουσία. Και λέω συνουσία, διότι θέλω να δώσω έμφαση στο συν-αινετικό της υπόθεσης. Δυο άνθρωποι τα μιλάνε, τα συμφωνάνε κι αφού γίνουν αυτά πέφτει ο πήδουλας. Ένας βιασμός ποτέ δεν είναι κέντα, είναι ποινικώς κολάσιμη μονομερής ενέργεια. Εν προκειμένω, χρησιμοποιείται εναλλακτικά και το κέντημα, καθώς και το ρήμα κεντάω = γαμώ.

  2. Μεγάλη αστυνομική επιτυχία, συνήθως σύλληψη κάποιου «μεγάλου κεφαλιού» του οργανωμένου εγκλήματος, π.χ. Παλαιοκώστας. Ενέργεια που προετοιμαζόταν μεθοδικά και σχεδιαζόταν από καιρό, ενώ ήχθη εις πέρας με τη συνεργασία διαφορετικών υπηρεσιών (Ασφάλεια, Τροχαία, Άμεση Δράση).

  3. Στο χώρο των πρεζάκηδων, η κέντα είναι η σύλληψη ή κάποια άλλη ζημιά απ' τους μπάτσους, που όμως γίνεται κατά τύχη, επειδή απλά είχε καύλες ο μαλάκας ο Δίας. Δηλαδή οι μπάτσοι είχαν στηθεί για κάποιον άλλο, πιο μεγάλο (βλ. περίπτωση 4), έπεσαν ωστόσο στη φάκα τους μικρότερα ψάρια, που έκατσε να βρίσκονται φορτωμένοι με ντραγκς στο λάθος μέρος, τη λάθος ώρα. Μιλάμε για τρελή ατυχία, γι' αυτό και σε τέτοιες φάσεις πρέπει πάντα να είσαι στην τσίλια. Ποτέ δε ξέρεις που έχει στηθεί η κέντα και σε περιμένει. Αν την ψυλλιαστείς, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να πας πάσο, ήτοι να συμπεριφερθείς σα να μη τρέχει κάστανο...

  1. - Έμαθες ότι πουλιέται εκείνη η καφετέρια κοντά στον ηλεκτρικό στο Μαρούσι, που αράζαμε παλιά;
    - Α ναι ρε συ, κατάλαβα, μιλάς για την τρύπα που πηγαίναμε μετά το φροντιστήριο. Κάτσε να δεις πως τη λέγανε τώρα..
    - Τι σημασία έχει αγόρι μου πως τη λέγανε... Θα της βγάλουμε εμείς άλλο όνομα!
    - Για κάν' το μου πιο λιανά αυτό, τι εννοάς;
    - Ε να, έχεις εσύ κάτι φραγκάκια στην άκρη, θα χτυπήσω κι εγώ ένα δάνειο, στήνουμε χαλαρά την κέντα και το παίρνουμε το μαγαζί!
    - Το σκεφτόσουν πολλή ώρα αυτό;
    - Έλα ρε, σκέψου μόνο τα μουνιά που έχουμε να κεντήσουμε ως αφεντικά κι έτσι..

  2. Με τις πυτζάμες στο σπίτι τους, έπιασε τους δύο της Siemens, Σκαρπέλη και Γεωργίου σε Κηφισιά και Δάφνη, απόψε ο Γιάννης Ραχωβίτσας. Είχε ένταλμα από τον 4ο ανακριτή και το εκτέλεσε ακαριαία. Εαν δεν τους έπιανε θα τον έθαβαν ότι έκανε τα στραβά μάτια. Νωρίτερα δεν είχε ανοίξει μύτη με τα μέτρα στο Σύνταγμα στη πορεία των μουσουλμάνων. Κέντα για τον «Ραχώ». Να λέμε και κανα μπράβο. Το χρειάζονται. (Από εδώ)

  3. - Πώς κι έτσι στεγνός τώρα τελευταία; Εσύ μας κέρναγες πάντα τις καλύτερες κοακόλες όταν ερχόμασταν σπίτι σου, τι τρέχει τώρα;
    - Ξέρω γω, την άκρη μου ρώτα..
    - Ωχ, ο Σήφης ο κατσαρίδας; Τι έγινε, τον τσακώσανε; Λέγε ρε, αφού ξέρεις..
    - Οκ, αφού θες να τα μαθαίνεις όλα, έπεσε ο μαλάκας σε μια κέντα απάνω στο Σχιστό, στα γύφτικα. Για άλλον πήγαιναν και δέσανε το δικό μου, κωλοατυχία μου μέσα..

αυτή κι αν είναι κέντα. (από johnblack, 17/06/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σλανγκοπρεπέστερη απόδοση του εφαψία.

Ο εφαψάκιας πάσχει από σεξουαλική παραφιλία με ζητούμενο την μη συναινετική σωματική τριβή με αγνώστους σε στενούς και συνωστισμένους χώρους όπως σε μέσα μαζικής συγκοινωνίας, μπαρ, πολιτικές εκδηλώσεις, εκκλησίες, συναγωγές, τεμένη.

Ετυμολογία: εφαψ- (εφάπτω) -άκιας.

Αυτό που τώρα με απασχολεί είναι ένα κόκκινο πανί που έχω δει από ώρα: ένα σφιχτό άσπρο παντελόνι με υποψία στρινγκ που έχει ακουμπήσει στο πλαϊνό μέρος της διπλανής, άδειας πλέον, θέσης. Εγκαθίσταμαι εκεί. Είπαμε, θα είμαι ήσυχη. Γέρνω μόνο λίγο προς το μέρος της και την ακουμπάω με το μπράτσο μου. Υγρός σπασμός αλληλούια. Εκείνη ούτε που παίρνει είδηση τη σκοπιμότητα του αγγίγματος. Ο συρμός πέφτει σε αναταράξεις. Δε βλέπω για ποιο λόγο να μην κρατήσω αυτή τη στάση μέχρι να φτάσω στο τέλος της διαδρομής.
(Η εφαψίας)

Ο original εφαψίας δεν φοράει ποτέ εσώρουχα. Το καλοκαίρι είναι η καλύτερη εποχή για να δράσει και να θέσει σε εφαρμογή τα κρυφά εφαψιστικά του σχέδια. Θα τον βρείτε συχνά να διασκεδάζει σε καλοκαιρινά μπαράκια/clubs με σήμα κατατεθέν το αεράτο-ανάλαφρο παντελόνι (κατά προτίμηση λινό) που το επιτρέπει να λικνίζεται αισθανόμενος τις εκκρεμοειδείς κινήσεις του πέους του. Κρατώντας στο ένα χέρι το ποτό κουνιέται απαλά στο ρυθμό της μελωδίας και προσεγγίζει εκστασιασμένος το επόμενο θύμα του, συνήθως από πίσω. Πρόκειται για τη στιγμή της εφαψιστικής κορύφωσης. Ο εφαψίας δεν αποζητά το σεξ παρά μόνον αυτές τις στιγμές αμοιβαίου εφαψιστικού χορού με το θύμα που ανυποψίαστα συμμετέχει...Όταν πλέον το καταλάβει είναι ήδη αργά και ο εφαψίας θα έχει ολοκληρώσει το έργο του.
(προφίλ αναγεννησιακού εφαψάκια, εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified