Further tags

Η αμοιβαία χειροκίνητη ευχαρίστηση μεταξύ αντρών με τα χέρια τους σε στάση χιαστί. Πιο απλά: τα παλικάρια βρίσκονται δίπλα καθιστοί και τα χέρια τους διασταυρώνονται κατά την χειράντληση σπέρματος που κάνει ο ένας στον άλλο.

Προφανώς από τις λέξεις σταυρός + μινάρω (μαλακίζω). Από Πατρινό την άκουσα.

- Νικολάκη, μιας και περιμένουμε εδώ τόση ώρα δίπλα, δεν αφήνουμε τα τυπικά να κάνουμε καμιά σταυρομιναριά, να γουστάρουμε, να περάσει και η ώρα;

(από Vrastaman, 29/01/10)ordo ad fratres faciendum - παρ\' ημίν αδελφοποίησις και πιο πρόσφατα μπρατίμια ή βλάμηδες. Οι Αρβανίτες εν Αχαΐα δεν σπανίζουν... (από HODJAS, 29/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το να πουλάς μαγκιά και να προσπαθείς να το παίξεις ζόρικος, άγριος και σκληρός, μασώντας τσίχλα ταυτόχρονα.

Η τσιχλομαγκιά χαρακτηρίζει κυρίως ορισμένες κατηγορίες γκόμενας (μπουρναζογκόμενες, λάικες κλπ), καθώς και από τακουνόμαγκες, τρέντουλες και λοιπούς θηλυπρεπείς.

- Ρε συ, έχει αγριέψει ο τυπάκος, θα έχουμε φασαρίες.
- Σιγά τα αίματα ρε με τον τσιχλόμαγκα, θα γράψει υστερία κανα δίλεπτο και μετά θα πάει στην τουαλέτα να κλάψει απ' τα νεύρα του.

(από Khan, 29/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σύνθετο εκ των πόντος + έρανος.

Ή κατά το φαινόμενο της κράσης «ποντούρανος» (αλλά δεν έχω το πολυτονικό παραμύθι να βάλω κορωνίδα).
Θνησιγενής έννοια, αφού έχει προ πολλού εξαγγελθεί αρμοδίως ότι η βαθμολογία πρόκειται να καταργηθεί.

Ο έρανος βαθμολογικών πόντων εκ μέρους του σλανγκεπωνύμου πλήθους των χρηστών του σάιτοστ, υπέρ τυχόν αναξιοπαθούντος λημματοδότου, όταν υφίστανται βάσιμες υποψίες οτι κατωποντοδοτήθη υπο τινός μουλωχτού βαθμοφθόρου.

Αν ο λημματοδότης τυγχάνει φίλα προσκείμενος στην ποντερανική επιτροπή, τότε μπορεί ενδεχομένως να χρησιμοποιηθεί το περαιτέρω σύνθετο «μπαγαποντέρανος», όταν η πριμοδότηση υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο της αποκατάστασής του.

Το φαινόμενο έχει συνήθως ως εξής:

1) Ο λημματογράφος καταχωρίζει το κειμενάκι.
2) Η βαθμολογία του ορισμού – λήμματος κινείται σε φυσιολογικά και αναμενόμενα επίπεδα (αναλόγως π.χ. της φαιάς ουσίας που έχει δαπανήσει ο λημματοδότης, της πρωτοτυπίας του λήμματος, της πληροτητας του ορισμού κ.α.).
3) Εξ αίφνης, σκάνε κάνα-δυο κουλούρια απ’ το πουθενά (στα μουλωχτά με άνευ λόγο και αιτία) κι η βαθμολογία του λήμματος – ορισμού πιάνει πάτο.
4) Ο δύστυχος λημματοδότης ή διαμαρτύρεται κοσμίως ή αρχινάει την ποντοκλάψα (αν είναι λημμασμένος βαθμοθήρας) ή τις κατάρες (αν είναι τζαναμπέτης όπως ο υποφαινόμενος).
5) Εμφανίζεται τις, ρομαντικός ποντοσυνήγορος (αυτόκλητος, οσάκις ο λημματοδότης προτίμησε να σιωπήσει), ο οποίος επιτίθεται με πύρινους λόγους στους ανεμόμυλους που μειοδότησαν.
6) Ακολουθεί συζήτηση περί του «ποιοί και γιατί σκοτώσανε το Τζό» (τί θέλουν τα παιδιά μας στο Βιετνάμ;) κλπ.
7) Η σλανγκική κοινότης συγκινείται και αποθιστά το βαθμολογικό έλλειμμα με γενναιόδωρες προσφορές άστρων.

Parole αυτά, πολλές φορές ο ποντέρανος κρίνεται επιβεβλημένος, δεδομένου οτι αν ο ποντοκαζαντζίδης καταντά συχνά φαιδρή φιγούρα, ο ποντικός (που ροκανίζει πόντους στα μουγκά) είναι σίγουρα και πάντοτε ένα αηδές υποκείμενο.

  1. 12 Δεκεμβρίου 2009, ώρα Ελλάδος 14.38
    Μόλις με επισκέφθηκε ο φίλος μου και έβαλε 0 σε ορισμό και λήμμα. Για τον ορισμό, δεν πειράζει. Η εξήγηση ανήκει στην σφαίρα της ψυχοπαθολογίας. Αλλά το 0 στο λήμμα, πραγματικά είναι κρίμα. Δεν την έβγαλα εγώ τη φράση και, συνεπώς, ούτε καν με τη δική σου «λογική» έχει νόημα να την τιμωρείς. Και απορώ γνησίως τι δουλειά έχει σε αυτό το σάιτ κάποιος που εμφανώς μισεί τόσο πολύ τη γλώσσα. Μάστα και φύγε.

(Σχόλια απο ’δώ)

  1. Καρασπέκ σου εφεντίμ!
    Τίγκα στην χρησιμότατη πληροφορία (5Χ2).
    Ο κατωποντοδότης (εδώ και στην Ασπροβάλτα) να μη δεί χαρά στα σκέλια του...

(Σχόλια απο ’δώ)

  1. Πολύ καλός! γιατί μωρέ τέτοιο θάψιμοοοο;

(Σχόλια απο ’δώ)

  1. Λοιπόν, τώρα θα κάνω εν μέρει γαργάρα κάποιες πάγιες θέσεις μου και θα ξεκινήσω κουβέντα για την βαθμολόγηση του συγκεκριμένου ορισμού.
    Έχουμε τρία δαγκωτα (δηλωμένα στα σχόλια) πεντάρια και παίζει και ένα τέταρτο. Άρα δύο άνθρωποι ψήφισαν σχετικά αυστηρά (ή ένας πολύ αυστηρά). Γιατί ρε παιδιά;

(Σχόλια απο ’δώ)

Ούτε εμείς που τοὔχουμε το παραμύθι τη βάζουμε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναφέρεται σε λούκια έντονης ψυχολογικής και σωματικής πίεσης. Ποδανή διατύπωση καταστάσεων πίπας-κώλου / πίπας-κώλου-εμπλοκής.

Βλ. επίσης: κάνω το παπί, Παπί, Λοκό και Τιγκανά.

Ασίστ: Τζίζας.

- ΜΕ ΠΑΝΕ ΠΑΠΙ ΛΩΚΟ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΩ.
(εδώ)

- Έτσι γαυράκο.... παπί-λοκώ εμπλοκή σε κάτι γάυρους σαν και εσένα... παπί-λωκό λέμε....
(εδώ)

Παπί-λωκό (από Vrastaman, 28/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται για την εσχάτη ποδοσφαιρική ποινή, από φιλάθλους συνήθως άνω των 60 ετών.

Εκ του «penalty» της αλλοδαπής.

- Ρε πουλημένε... δεν είδες που του τράβηξε τη φανέλα; (προς διαιτητή)
- Μπέναλτι ρεεεεεεε…

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σα να βάζω καθρέφτη μπροστά στα μούτρα του άλλου, να τα δει να φρικάρει και να πάει από κει πού 'ρθε. Τον στέλνω δηλαδή, με ξόρκι το ίδιο του το κακό του χάλι. Το εσωτερικό, κυρίως.

Με την ίδια του την εικόνα, όταν κάποιος αναγκάζεται να την δει ολοκάθαρα, μπορεί και να τραβήξει μεγάλο ζόρι. Γιατί πάντα νομίζουμε ότι είμαστε κάτι άλλο από αυτό που οι τρίτοι βλέπουν. Είτε εμφανιστακά, είτε ψυχικοδιανοητικά.

Ε, και όπως καταλαβαίνεις, τον έστειλα καθρέφτη με όλα όσα έχει κάνει.

Got a better definition? Add it!

Published

Η πεμπτουσία του συντηρητισμού. Όποιος θέλει να διεκδικήσει κάτι παραπάνω από την κοινωνική του προέλευση, τάξη, τόπο καταγωγής, οικογενειακό επίπεδο εισπράττει αυτήν την ρητορική ερώτηση. Δεν λέω, ορισμένες φορές αυτή η ερώτηση χρειάζεται για να κολάσει κάποιον ξιπασμένο νεόπλουτο που νομίζει ότι έχει πιάσει τον Πάπα απ' τ'αρχίδια. Αλλά συνήθως την ερώτηση αυτήν την κάνουν κυρα-περμαθούλες παλαιάς ή νέας κοπής, που μόλις βλέπουν κάτι υπερβολικά νεωτερικό, προχώ ή εξεζητημένο για τα στάνταρ τους εξεγείρονται επικαλούμενες την ιδιαίτερα σ' αυτές γνωστή ταπεινή καταγωγή του τολμητία. Ε ναι μωρή, είχαμε και στο χωριό μου μανόλο, καγιέν κ.ο.κ...

  1. Δες εδώ για το «The »Είχες και στο χωριό σου...« thread», μια ατέρμονη λίστα με «είχες και στο χωριό σου».

  2. Από το phorum.gr:

Κατα τα αλλα ολοι οι αναγνωστες του vogue εδω ειναι μαζεμενοι.Ουστ ταγαρια,ειχατε και στο χωριο σας manolo

  1. - Πάω μια στιγμή να ανεβάσω ένα λημματάκι στο σλανγκ τζη αρ;
    - Μπα; Είχατε και στο χωριό σου σλανγκ τζη αρ;

"Είχες στερνόγερμα και στο χωριό σου;" Στο 9.43. (από Khan, 21/04/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αφοδεύω και ουρώ ταυτοχρόνως.

Παράγωγο: σκατούρημα.

- Άσε ρε φίλε, μ' έπιασε ένα σκατούρημα απίστευτο! Έτρεχα να βρω τουαλέτα και δεν έφτανα! Δράμα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ανεκδοτικός ιατρός, ορθοπεδικός, ρουμανικής καταγωγής.

Χρησιμοποιείται σε όλες τις περιπτώσεις ιατρών της πρώην σοσιαλιστικής βαλκανικής, που ιδιωτεύουν ή εργάζονται στα δημόσια νοσοκομεία, και ευρίσκονται στη χώρα συνήθως λόγω ασυγκράτητου έρωτος μεταξύ αυτών και κάποιου έλληνος πρώην φοιτητού εις τα προαναφερθέντα βαλκανικά κράτη.

-Αύριο πάω στο 7ο θεραπευτήριο για ακτινογραφία και ορθοπαιδικό.
-Πάρε πρώτα τηλ. να τσεκάρεις μην είναι εκεί η ρουμάνα γιατί άμα πέσεις σ'αυτη θα σε σφάξει.
-Ειναι καμιά καλή τουλάχιστον;
-Θεά!... σαν τη Βερούλη!
-Ωχχχ! ...και... πως τη λένε για να πω στο τηλέφωνο;
-Ξέρω γω... Cacosi Miniscu!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται μεταφορικά για να χαρακτηρίσουμε τα λεγόμενα κάποιου υπό αμφισβήτηση, όταν θεωρούμε ότι πρόκειται για ψέμα, ή υπερβολή. Συνώνυμο με: μούσι.

- Αύριο είπαν θα ρίξει 10 πόντους χιόνι στο κέντρο της πόλης.
- Μεγάλος παπάς! Σιγά μην πάμε και με τα σκι στη δουλειά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified