Further tags

ΠΑΣΟΚοσλανγκικὴ λέξις τῆς Ἀντρεϊκῆς περιόδου, κατὰ κόρον χρησιμοποιηθεῖσα, ἰδίως σὲ μεγάλες, μπαλκονᾶτες προεκλογικὲς συγκεντρώσεις ἀπὸ τὸν ἱδρυτή τοῦ κινήματος. Ὑπενθυμίζω ὅτι τὸ ὄνομά του συνήθως δὲν προφέρετο Ἀνδρέας Παπανδρέου, ἀλλὰ σκέτο Ἀντρέας ἀπὸ τοὺς εὐμενῶς διακειμένους, ἢ σκέτο Παπαντρέας ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους.

Στὸ χρονοντούλαπο λοιπὸν τῆς ἱστορίας ἐπρόκειτο σταθερῶς νὰ τοποθετηθῇ ἡ δεξιά, ἡ ἀλλέως πέως καλουμένη καὶ ἐπάρατος. Αὐτὲς οἱ ἐκφράσεις εἶχαν κάνει τότε ἐντύπωσι στὸν κοσμάκη, καὶ κάποιοι ἄρχισαν νὰ τὶς λένε στὰ καφφενεῖα κι έτσι. Δὲν ἄργησε ὅμως νὰ γενικευθῇ ἡ χρῆσι τους μὲ εἰρωνικὸ περιεχόμενο, καὶ ὄχι πολὺ ἀργότερα νὰ ἀτονήσῃ.

Τὸ ἰδεολογικὸ περιεχόμενο τῆς ἐκφράσεως συνίσταται στὴν ἰδέα περὶ γραμμικότητος τῆς Ἱστορίας. Ἡ Ἱστορία νοεῖται ἐδῶ μὲ τὴν θεολογική, μαρξιστική της ἔννοια. Ἡ κατάστασι, ποὺ θὰ προέκυπτε μετὰ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς δεξιᾶς μέσα στὸ χρονοντούλαπο, ἐβιώνετο ὡς κάτι τὸ μόνιμο καὶ ὁριστικό, μὲ παραδείσιο χαρακτῆρα, διότι ἔτσι θὰ ἐξησφαλίζετο ἡ διαρκὴς εὐτυχία τοῦ λαοῦ, ἐφ' ὅσον «στὶς 18» θὰ ἐνεκαθίστατο πλέον ὁ «Σοσιαλισμός».

Ἡ δεξιὰ ἐθεωρεῖτο ὑπὸ μεγάλης μερίδος τοῦ λαοῦ ὡς ἐπάρατος, διότι, στὸ πλαίσιο τῆς γενικότερον ἐπικρατούσης ἐν Ἑλλάδι μεταπρατικῆς (κομπραδόρικης, τὸ ἔλεγε ὁ Ἀντρέας, ὁ Καραμπελιάς, ὁ Ψιρούκης κλπ ἐξωκοινοβουλευτικοί) ἰδεολογίας, ἔλαβε πάντοτε θέσεις ἐξυπηρετοῦσες τὸν ξένο παράγοντα. Τὸ τραγικὸ εἶναι ὅτι καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἔπραξαν τὸ ἴδιο, στὸν βαθμὸ πού, κάποια στιγμή, τοὺς ἐνηγκαλίζετο ἡ μεταπρατικὴ ἀστικὴ τάξις (τὸ ἐντόπιο στήριγμα τοῦ ξένου παράγοντος), ἢ ἡ ἐξ ἀνατολῶν Ἄρκτος.

Τὸ πλῆθος:
«Στὶς 18 Σοσιαλισμός» (bis)
Ὁ Ἀντρέας:
«Ναί, λαὲ τῆς Θεσσαλονίκης, λαὲ τῆς Ἑλλάδας, στὶς 18 θὰ φέρουμε τὸ σοσιαλισμό καὶ ἡ δεξιὰ θὰ καταδικαστῆ στὸ χρονοντούλαπο τῆς Ἱστορίας».
(Ἰαχὲς καὶ ἀλλαλαγμοὶ χαρᾶς, ἀπὸ κάτω).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Διάσημη φράση που δηλώνει την συχνή σεξουαλική επάφη μεταξύ του πομπού και του δέκτη. Εναλλακτικά, δηλώνει την ένταση την σεξουαλικής επαφής.

  1. - Τι με κοιτάς έτσι, ρε βλαμμένο;
    - Θα σε πάω τρένο, ρε μαλάκα...

  2. (Δασκάλα) - Φτιάξτε μια πρόταση με την λέξη τρένο.
    (Μαθητής) - Τον Νίκο τον πάω τρένο...

Το αγαπητό μεταφορικό μέσο... (από PANOS13, 15/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνώνυμο του χαλαρά του οποίου μάλιστα συνήθως έπεται στον λόγο ή, σπανιότερα, προηγείται. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάτι είναι απολύτως σίγουρο, εξασφαλισμένο και θα γίνει (ή έγινε) γλυκά-γλυκά, χωρίς καμμία απολύτως προσπάθεια ή κούραση.

Σε ό,τι αφορά την προέλευση, η προφανής αναφορά είναι στο σβήσιμο της μηχανής του αυτοκινήτου στην κατηφόρα, όπου το τουτού τσουλάει όμορφα, άκοπα και αθόρυβα.

Μια άλλη εκδοχή, πιο αμφίβολη αλλά και πιο ψαγμένη, παραπέμπει στην υψηλή τέχνη της ανδρικής κομμωτικής. Ο όρος σβηστά εδώ αναφέρεται στα μαλλιά πίσω στο σβέρκο και εννοεί ότι ο κουρέας δεν αφήνει ευθεία, μονοκόμματη γραμμή στο ύψος του γιακά, συνήθως με τη μηχανή, αλλά δουλεύει τσίκι-τσίκι το ψαλίδι ώστε το μάκρος εκεί να βαίνει βαθμιαία μειούμενο και η γραμμή να σβήνει αχνά - στα αγγλικά to taper off. Αυτό το στιλ συμβατικά θεωρείται πιο απαλό, πιο άνετο, λιγότερο απότομο και αυστηρό.

Τη χρήση της λέξης έτσι την έχω ακούσει μόνο από Σαλονικιούς, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει απαραίτητα και κάτι. Είναι δε χρήση απολύτως τρέχουσα.

  1. - Τι έγινε, πρώτε; Το πηδοπόρευσες το Μαράκι, τελικά;
    - Χαλαρά, μεγάλε, σβηστά... Έπεσε τηλέφωνο με το που ήρθε από Βρυξέλα και η δουλειά μας έγινε γουίθ δη ουάν...

  2. - Ρε συ, θα τα πάρουμε τα λεφτά; Αυτός χρωστάει σε όποιον μιλάει Ελληνικά...
    - Ναι ρε, βέβαια, σβηστά, άστο που σου λέω... χαλαρά θα τα δώσει... εμένα μ' έχει ανάγκη ο καριόλης και θα πέσει...

(από johnblack, 14/01/10)

Βεβαιωτικά επιρρήματα και φράσεις: αβλεπί, αεράτα, άκοπα, ανοιχτά, για πλάκα, γκαραντί, εύκολα, κανονικά, σβηστά, στάνταρ, χαλαρά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έτσι λέγεται η δημόσια ή ιδιωτική υπηρεσία, όπου βρίθουν οι όμορφες και καλοβαλμένες γυναίκες. Δηλαδή ο χώρος, όπου εκδηλώνεται η μουνοθύελλα.

Για παράδειγμα, μπαράκι είναι μια Δ.Ο.Υ. με φρέσκες ασεπατζούδες ή stagiaires, η Ευελπίδων την άνοιξη (οι δικηγορέσσες τα πετάνε όλα όξω), η Φιλοσοφική στου Ζωγράφου (όταν έχει μπαζοαπαγόρευση στο δακτύλιο της Ούλωφ Πάλμε), όλα τα ιδιαίτερα γραφεία πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών, των μεγαλοκαρχαριών (γιατρών-δικηγόρων-οικονομολόγων-μπισνεσμάνων κλπ) καθώς και όλα τα καταστήματα καλλυντικών.

Σε τέτοιες υπηρεσίες, μ’ ένα μικρό σκρίνιο με ποτά, ένα σιφόν στην εταζέρα, απαλή μουσική και ο Μούτσιος να χαμογελά πονηρά «ας πιούμε κάτι» με δυο ποτήρια στο χέρι, η απελευθέρωση του ω(ρ)αρίου δεν θα ήταν κακή ιδέα...

- Με στείλανε να παραδώσω τα απόρρητα σήματα προσωπικά στο ναυαρχούκο κι έπαθα πλάκα!
- Δηλαδή; Έφαγες καμιά καμπάνα;
- Όχι ρε! Καθόμουν και περίμενα στο διαγγελείο μέχρι να με φωνάξουνε και πρέπει να πέρασαν απο μπροστά μου και δέκα μοντέλες πιλαφίνες! Μιλάμε, το ΓΕΝ είναι σκέτο μπαράκι, φίλος!
- Άτιμη ιεραρχία! Εμας περνούν μπροστά μας και του ναυαρχούκου περνάνε απο κάτω του...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Καμία σχέση με το «ντεκαπάζ», παρ' ότι κάνει ωραία ρίμα. Χαρτοπαικτικός όρος της πόκας, που αφορά την αναδιοργάνωση ενός τραπεζιού αφού συμπληρωθεί κάποια ώρα παιχνιδιού ή στην περίπτωση που κάποιος καινούριος (ή κάποιοι) θέλουν να μπουν σε ένα τραπέζι που παίζει για αρκετή ώρα.

Ντεκαβάζ σημαίνει ότι τελειώνει το παρόν παιχνίδι, εξαργυρώνονται οι μάρκες (γίνεται κάβα) και ξεκινάει καινούριο παιχνίδι με τους ίδιους παίκτες, ή με καινούριους και με καινούριο αρχικό κεφάλαιο, ίδιο για όλους. Δηλαδή οι κερδισμένοι παίρνουν τα κερδισμένα λεφτά, τα βάζουν στην τσέπη και ξεκινάνε όπως και οι χαμένοι (ή και οι καινούριοι παίχτες) με το ίδιο ποσό «πάνω στο τραπέζι», καινούρια παρτίδα.

Disclaimer
Ο όρος αυτός είναι ελληνικός (μάλλον) και αποτελείται από το γαλλικό «de» (δηλώνει τέλος, βγάλσιμο από μία κατάσταση, απόσυρση), τον όρο «κάβα», και την γαλλική κατάληξη -αζ (για το εύηχο του πράγματος). Δηλώνει ότι ξαναγίνεται κάβα (η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, σε ευρηματικότητα, και σε ελπίδα για ρεφάρισμα!!).

  1. - Βλέπω ότι είστε τέσσερις. Να μπω κι εγώ;
    - Τέσσερις είμαστε, αλλά πρέπει να δείξεις φως, και αρκετό!!
    - Γιατί, το παραγαμήσατε πάλι;
    - Κοίταξε, για να μπεις τώρα, πρέπει να βάλεις κοντά στα τετρακόσια. Στο τραπέζι, όπως τα έχω υπολογίσει, χοντρικά παίζουν 1200 ευρώ.
    - Να μου λείπει το βύσσινο...
    - Ας ερχόσουν από την αρχή, που ήταν η κάβα εκατό. Τώρα η κάβα είναι τετρακόσια. Ή περίμενε, αν έχουν όρεξη, να πάμε για ντεκαβάζ.
    - Φωνάξτε, αλλά πριν τις τρεις.

  2. - Καλησπέρα, όλοι οι καλοί μαζεμένοι...
    - Πολλά λες, ξεκινάμε;
    - Άντε, τα ίδια με χθες;
    - Μέρες που 'ναι, λέω να ανεβάσουμε την κάβα. Εκατό για ξεκίνημα, και μίνιμουμ μετά ένα τριαντάρι. Αντίρρηση κανείς;
    - Μέσα, αλλά για να μην το γαμήσουμε, ας βάλουμε όριο. Πρώτο ποντάρισμα ένα ευρώ, δεύτερο 2 ευρώ, και μετά όποιος θέλει ας τουφεκά... - Και στις δύο, ντεκαβάζ, χωρίς διαμαρτυρίες, αλλιώς χαμηλώστε την κάβα, ή δηλώστε ώρα λήξης.
    - (ομοβροντία) Καλώς!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όρος που απεδόθη στη γνώστη αλυσίδα ταχυφαγείων, κατα την περίοδο 2001-2002 δηλ. κατά την μετάβαση της χώρας από την δραχμή στο ευρώ, λόγω της πολιτικής που ακολούθησε να αλλάξει τους τιμοκαταλόγους της μόνο προσθέτοντας την υποδιαστολή μετά το πρώτο ψηφίο, προς αποφυγή δύσκολων μετασχηματισμών προφανώς...

-Καλά ρε μαλάκες πώς είναι δυνατόν το ίδιο σάντουιτς με της παναγιάς τα ράμματα που έπαιρνα 380 φράγκα τώρα να κάνει 3,80 ευρώπουλα;;;;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η σύγχρονη βερζιόν του γένους των μοχθηρών αντιπάλων των προγονών μας Τιτάνων, που σήμερα, παρά τις γονιδιακές τους προσμίξεις με τους νωχελίμ, διατηρούν κάποιες από τις παναρχαιές τους δυνάμεις. Οι σύγχρονοι άτλαντες κυκλοφορούν ανάμεσά μας και με τα προσωνύμια τίγκας και κάργας, και βέβαια καταφέρνουν να φέρουν εις πέρας εξαιρετικά δύσκολες αποστολές με ακατανόητο τρόπο.

  1. - Μαλάκες, τελευταία εξεταστική Σεπτεμβρίου πέρασα 12 μαθήματα!!
    - Ποιός είσαι ρε πούστη, ο Άτλας!!!

  2. - Άσε μαλάκα γιατί ήρθε και η μάνα της δικιάς μου στο σπίτι για κάποιες μέρες και τραβάω τα βυζιά μου!!
    - Φορτώθηκες γυναίκα και πεθερά στην πλάτη ρε θηρίο!! Μα καλά ποιός είσαι ο Ατλας;;!!

(από Abas, 13/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Περιορισμένης διάδοσης ευφυές λογοπαίγνιο, που συμπεριλαμβάνει όλα τα ηχητικά εφέ που συνοδεύουν καταληκτικές και καταλυτικές απαντήσεις εντός μιας αντρικής συζήτησης όπως το κλάσιμο και το ρέψιμο.

- Τί θα γίνει ρε παπάρα;; Θα σηκωθείς ποτέ να φύγουμε;; Αργήσαμε!!
- Δε γαμιέσαι ν' ασπρίσεις; Από τις 10 η ώρα θα πάμε μπουζούκια, με τις γιαγιάδες;;
- Τελείωνε!!!
- Πρρρρρρρρρρρρρρρρρτσσσσσσσςςςςςς!!!!! Τσίμπα και τη μουσική απόκρουση και παράτα με στην ησυχία μου, να καυλαντίσω με κανά μουνάκι στο φέης!!

Butthole Surfers φορέβα! (από MXΣ, 13/01/10)(από Jonas, 13/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τις δύσκολες νύχτες της υπερέντασης, όπου 2-3 και πλέον ταυτόχρονες σκέψεις και άλλα λαμόγια της ανησυχίας εισβάλλουν από και προς το υποσυνείδητο του καθυπνιζομένου, υπάρχει (άκουσον άκουσον!) προσφιλέστατη συνήθεια η καταμέτρησις των φύλλων του ρολού του κώλου, προκειμένου για την νευρομυική χαλάρωση και την επακόλουθη υπνηλία.

Συνώνυμα: νανούρισμα, νύσταγμα.

Σας την παραθέτω λοιπόν, όπως μου την παρουσίασε η αξιολογότατη και λατρεμένη ηθοποιός, κα Θέμις Μπ., στον ακόλουθο διάλογο (που είχαμε κάνει κάποτε)!

- Τι έγινε Θέμις; Τι κόκκινα μάτια είναι αυτά; - Άσε, Stevie Ray, έχω αϋπνίες και μετράω κωλόχαρτα μπας και κοιμηθώ λιγάκι... - Τα «d...» τα δοκίμασες; - Ναι! 50 φύλλα παραπάνω! Την έχω πέσει για πλάκα με την πάρτη τους! - Ατέλειωτη ευχαρίστηση!

Εδώ μπλέκουν λίγο οι προτιμήσεις... πχ. τι θα αξίωνε κανείς στη ζωή του περισσότερο; Καλό ύπνο ή καλό χέσιμο; Σας το αφήνω για εσωτερική κατανάλωση...

Βλ. και προβατάκια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η έκφραση αυτή χρησιμοποιείται για να περιγράψει ότι κάτι μυρίζει τόσο άσχημα που η μυρωδιά είναι ανυπόφορη (π.χ. ένα δωμάτιο), όπως θα μύριζε και μια ψόφια γάτα.

- Ρε συ πόσο καιρό έχεις να καθαρίσεις το σπίτι σου;
- Γιατί ρε, τι έχει;
- Τι έχει; Ψόφια γάτα μυρίζει ρε, πως ζεις σε αυτό το αχούρι;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified