Further tags

Κλασικότατη παροιμιώδης έκφραση. Ελπίζω να φανώ αντάξιος του εγχειρήματος. Πάμε:

Σημαίνει πως άλλος διαπράττει μια ανομία ή ανευθυνότητα και άλλος τιμωρείται γι’ αυτήν (παράδειγμα 1). Μπορεί, ωστόσο, σε μια νοηματική παραλλαγή, να δηλώνει ότι άλλος έχει επωφεληθεί από ή απολαύσει μία κατάσταση, χωρίς αυτή να είναι παράνομη ή ανήθικη κι άλλος καλείται να καταβάλει το κόστος, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα τιμωρία (παράδειγμα 2).

Σε κάθε περίπτωση, αυτός που εκστομίζει την ατάκα το κάνει με αγανάκτηση κατά του θράσους τού «γαμιά» και, νιώθωντας ο μαλάκας της υπόθεσης, προσπαθεί να δημιουργήσει το ρητορικό υπόβαθρο για να αποτινάξει από πάνω του συνέπειες και ευθύνες που δεν του αναλογούν (για την σχετική ψυχολογία βλ. και το λήμμα «πίσω γορίλα!»).

Όσο για την προέλευση, ας μου επιτραπεί να τολμήσω δύο πολύ λογικές υποθέσεις που εντοπίζονται στην κυριολεκτική σημασία: Αφενός, το ενδεχόμενο κάποιος επισκέπτης σε μπουρδέλο να κληθεί να πληρώσει το σεξ που έκανε άλλος, είτε εντελώς αυθαίρετα και άδικα, είτε γιατί αυτός που γάμησε είναι της παρέας του θύματος και αποδείχτηκε άφραγκος ή την κοπάνησε μες στη σούρα του ή και τα δύο. Αφεδύο, να μιλάμε για τον σύζυγο που, σύμφωνα με τα παλιά στερεότυπα, πληρώνει το κόστος διαβίωσης και καλοπέρασης της γυναίκας του, ενώ αυτή η άκαρδη τον απατά (το άτυπο ανδρικό αντίστοιχο του αλλού τρως, αλλού πίνεις, και αλλού πας και το δίνεις). Διαλέγετε και παίρνετε.

Πρβλ. και τα γαμησιάτικα, με ενδιαφέρουσα εκεί ανάπτυξη και σχολιασμό, τα οποία πιθανώς αποτελούν και την αυτονομημένη συνέχεια της έκφρασης (δηλαδή με την πλήρη μορφή να είναι: άλλος γαμεί κι άλλος πληρώνει τα γαμησιάτικα). Επίσης πρβλ. πληρώνω τη νύφη, εκεί που μας χρωστούσανε μας πήραν και το βόδι, και κερατάς και δαρμένος.

Για λόγους πληρότητας αλλά και για να εντοπίζεται ευκολότερα στην αναζήτηση, καταγράφω και τον ασυναίρετο τύπο: άλλος γαμάει κι άλλος πληρώνει.

  1. - Ποιος ήτανε ρε σειρά και βαράς προσοχές στο τηλέφωνο;
    - Ο υπόδικας... Μάγκες την κάτσαμε! Στάμπαρε με τα κυάλια από το διοικητήριο το σκοπό να έχει πετάξει εξαρτήσεις, κράνος, όπλο, τα πάντα όλα και να καπνίζει. Όλο το φυλάκιο έχουμε μια κατοστάρα φι να τις μοιραστούμε.
    - Ποιος μαλάκας είναι τώρα έξω και μας έκαψε; Παιδιά δεν παίζει, εγώ έχω άδεια μεθαύριο, θα βγω παραπονούμενος. Άλλος γαμεί κι άλλος πληρώνει δηλαδή; Γκατάλαβα!

  2. - Αα - α - ΑΨΟΥ! (πλάτς!)
    - Φύγε ρε πούστη μακριά! Θα μας κολλήσεις τίποτα κι είμαι κι εγχειρισμένος άνθρωπος!
    - Ωχ φίλος, λες να είναι καμιά περίεργη ασθένεια από το ταξίδι;
    - Εσύ τουλάχιστον γύρισες όλη την Αυστραλία, γάμησες και δυο μουνιά παραπάνω, είδες καγκουρώ, ντίγκο, μαλακίες, ευτυχισμένος θα πας. Εγώ τι φταίω ν’ αρρωστήσω; Άλλος γαμεί κι άλλος πληρώνει;

  3. Από εδώ:
    «Αλλα νομιζω,οτι δεν πρεπει να κανουμε γενικευσεις,γιατι εγω πχ,ουτε μαιμου πτυχιο πηρα,ουτε εκαψα κανα δασος,ουτε καταπατησα κανα οικοπεδο,αρα,γιατι να πληρωσω και εγω ;
    Και σαν κι εμενα,υπαρχουν χιλιαδες αλλοι.
    Δηλαδή, άλλος γαμεί, κι άλλος πληρώνει;»

Σ.ς.: Αν, σύμφωνα με τα συμφραζόμενα, τιμωρείται μεν δικαίως και ο φταίχτης αλλά αδίκως και ο αθώος, η χρήση της έκφρασης γίνεται καταχρηστικά, αντί της πιο ταιριαστής «μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά». Αν ο ομιλητής πιστεύει ότι η τιμωρία των πρώτων είναι αμελητέα γι’ αυτούς, η έκφραση χρησιμοποιείται με την επικρατούσα σημασία της.

  1. Κυνικός αστεϊσμός με την κυριολεκτική σημασία της έκφρασης από εδώ:
    «Το παιδί έρχεται να ολοκληρώσει τη γυναίκα και να πλουτίσει τον ψυχικό της κόσμο –εις βάρος του αφεντικού της: άλλος γαμάει κι άλλος πληρώνει

  2. Πιο συμπαθητικός προβληματισμός άντρα από εδώ:
    «[...] και της άλλης της βγαίνουν τα μάτια έξω στον τοκετό. Μπαϊλντίζει 9 μήνες, της φεύγει η μαγκιά, την τρώει η κλεισούρα και εμείς [σ.σ. εννοεί οι άντρες] μιλάμε κι όλα!

Με λίγα λόγια άλλος γαμάει, και άλλος πληρώνει...»

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η συμμορία, η φατρία, η ομάδα, το κόμμα.

Το χρησιμοποιούσε η παλιά μαγκιά για να δείξει ότι κάποιος ανήκει σε έναν κύκλο π.χ. διαρρήκτες, παραχαράκτες, κλεπταποδόχοι κλπ.

Μερικές φορές μπερδέυεται με την λέξη γκεζί

Ακούγεται στο τραγούδι: «Το ταράφι και η πιάτσα»
Στ.: Γ. Καλαμαριώτης
Μουσ.: Γ. Πλέσσας
Ερμην.: Γ. Ντουνιάς

«... το ταράφι και η πιάτσα
θέλουν μόρτη από ράτσα...»

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκτός από τον κλασικό ξηρό καρπό, που χρησιμοποιείται ενίοτε και για την άρση του «ανήθικου» των ανδρών, στην μάγκικη αργκό σημαίνει στεναχώρια, βάρος στην καρδιά, ιδίως μετά από ερωτική απογοήτευση.

Κι όπως κατηφορίζαμε για το τσαρδί μας, μου πετάει δύο εξατμίσεις που μου έκανε την καρδιά Ιζόλα:

- Τι έχεις ρε και κάνεις σαν κλαταρισμένο λάστιχο;
- Άσε ρε. Έχω φουντούκι!
- Με την Μαριώ ρε;
- Ναι, γειά!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πέφτει η απόδοση μου στην δουλειά μου, στις επιδόσεις μου στο σεξ, στο καράτε ή αλλού, γενικώς δηλαδή κατάσταση όπου το υποκείμενο έχει μια νωθρότητα ή ψυχολογία και αποδίδει λιγότερα από τα προηγούμενα και αναμενόμενα.

Έκφραση που πιθανολογώ ότι προέρχεται από την jargon των χαρταετών και των χρηστών τους.

Στους χαρταετούς, ο αντικειμενικός σκοπός του παίχτη είναι να καταφέρει όσο τον δυνατό να φτάσει τον αετό του όσο πιο ψηλά γίνεται, καλούμπας και ανέμου επιτρέποντος αλλά και να πάρει κεφάλι, δηλαδή να ξεπεράσει όλους τους άλλους αετούς. Καμιά φορά, λόγω αδέξιων και κακών χειρισμών ή λιγοστού ανέμου, το σκοινί κάνει κοιλιά, δηλαδή δεν είναι καλοτεντωμένο, με αποτέλεσμα να χάνονται πολύτιμοι, εχμ, πόντοι με αποτέλεσμα να χάνεται η πρωτοπορία.

Παράλληλες ετυμολογήσεις της έκφρασης:

  • Για προφανείς λόγους από τους ανθρώπους που με το πέρασμα του χρόνου αφήνουν κοιλιά (καταραμένο DNA!)
  • Από τα graphs στα μαθηματικά και την στατιστική όπου με κοιλιές παρουσιάζονται, π.χ., τα δεδομένα μη σταθερών αποδόσεων.

- Τι έπαθε ο Μήτσος, έχει κάνει κοιλιά τελευταία…
- Άσε, έχει μπλέξει μ’ένα μωρό και του τα΄χει μασήσει όλα…
- Ναι, αλλά κι αυτός βλέπω δεν έχει αφήσει κοψίδι για κοψίδι!

- Το λαπτόπι μου έχει κάνει κοιλιά τελευταία… Σέρνεται…
- Αφού του έχεις φορτώσει ρε μαν ένα κάρο μαλακίες! Κάνε κανά delete, μόνο καφέ που δεν ψήνει…

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παλιά περιπαιχτική έκφραση, έναντι κάποιου που φορεί ρούχα που δεν είναι στο νούμερό του (π.χ. «πλέει» μέσα στο πανωφόρι ή είναι κοντά τα μπατζάκια κλπ).

Ανάγεται στη νεότερη ελληνική ιστορία, όταν οι συμπατριώτες μας φορούσαν τα ρούχα των τεθνεώτων (τους έκαναν-δεν τους έκαναν - πού φράγκα για μεταποίηση τώρα;), ένεκα πενίας.

Στις φυλακές, προ της καταργήσεως της θανατικής ποινής, όταν «έριχναν» (=εκτελούσαν) κάποιον, οι σύντροφοί του εκτελεσθέντος στο κελλί, έβαζαν προς τιμήν του τα ρούχα του πάνω στο ράντζο του για καιρό...

- Ρε σύ, τί είν’ αυτό που φοράς;
- Σ’ αρέσει;
- Καλός ο μακαρίτης, θεοσχωρέστονε!
- Τί, μου είναι μεγάλο;
- Εμ βέβαια βρε όργιο, χωράνε τρείς σαν και σένα εκεί μέσα!
- Ρε γαμώτο, δεν άδειαζε η Μαρίνα και πήγα μόνος μου για ψώνια...
Λές να μου το αλλάξουν;
- Ξέρω ’γώ; Αλλιώς κόφτο και κάν’το κουβέρτα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στους Η/Υ σημαίνει τα άλλ' αντ' άλλων αποτελέσματα που οφείλονται, συνήθως, σε λανθασμένο λογισμικό (βλ. software). Χρησιμοποιείται ενίοτε και ο συγγενής όρος «αρκούδες», που όμως σημαίνει κυριολεκτικά τα τερατώδη ψέμματα, τις ανακρίβειες.

  1. Ρε Μήτσο, έκανα τις ρυθμίσεις τού KDE όπως μου είπες και μου βγάζει αρκούδια. Δε γαμιέται, παλιά μου τέχνη κόσκινο, ξαναγυρνάω σε Gnome.

  2. Μετά την αλλαγή που έκανες στα εκτυπωτικά, η μισθοδοσία βγάζει αρκούδες.

  3. Το σλανγκρ μου έβγαζε αρκούδια χθες, αλλά ήταν το character set. Το γύρισα σε UTF-8 και συνήλθε.

Αρκούδια (από panos1962, 09/11/09)Μετά τις τελευταίες ρυθμίσεις στο Adobe Photoshop (από panos1962, 09/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ακούγοντας τη λέξη φακίρης, το μυαλό μας πηγαίνει:

  • Σε ασκητές ινδικής καταγωγής με εξαιρετικές ικανότητες. Στο C.V. (βιογραφικό) τους βλέπουμε πως κάνουν πυροβασία, κολατσίζουν φωτιές (πυροφαγία), την πέφτουν σε κρεββάτι με καρφιά, γητεύουν φίδια, αιωρούνται στον αέρα. Επίσης ασχολούνται και μ' άλλα κόλπα ζόρικα που κάνουν στην Ινδία αλλά και με λοιπές γκελεριές. Για... φακιριές δες και εδώ.
  • Σε τέτοια άτομα. Σε άτομα δηλαδή που ξαπλώνουν πάνω σε τέτοια καρφιά.
  • Σε τέτοια άτομα. Σε άτομα δηλαδή που μπορεί να γητεύουν τέτοια φίδια.

    Εδώ όμως δε θα μιλήσουμε για φακίρηδες... αλλά για κάποια άτομα που τη βγάζουν φακίρικα. Αλλα για ποιο άτομο θα μπορούσαμε να εκφέρουμε την ατάκα;

Μιλάμε για κάποιο άτομο που:

  1. Είναι μια ζωή τσίρος κωλοβελόνης, λες κι είναι φακίρης που ζει ασκητικά υποβάλλοντας την αφεντιά του σε στερήσεις με στόχο να αποκτήσει την αγιότητα... Λέμε τώρα. Για την περίπτωση αυτή, βλ. παρ. 1.

  2. Έχει γίνει ολιγαρκής περιορίζοντας τις ανάγκες του (αγοραστικές, σιτιστικές, κλπ). Έτσι τρώει ελάχιστα και πρόχειρα, ενώ γενικότερα ζει κάνοντας λιτότητα στερούμενος καθημερινές ευκολίες και απολαύσεις. (π.χ: κάνει αιμοσταγή δίαιτα γιατί είναι οχτακόσια κιλά αηδία, περιόρισε δραστικά τα έξοδα του γιατί η οικονομική στύση, ή η προηγούμενη σπάταλη ζωή του τον έχει οδηγήσει στα... χρέη, έχει τις μαύρες του και στερείται τα πάντα, άλλοι συγκυριακοί λόγοι, κλπ). Για την περίπτωση αυτή, βλ. παρ. 2.

Συναφής έκφραση: Τη βγάζω σπαρτιάτικα.

  1. - Αχ... Αυτή η Δήμητρα, απο μικρή τη θυμάμαι να τη βγάζει φακίρικα...
    - Δηλαδή;
    - Μια ζωή σαμαροπαΐδα και οι ανάγκες της πάντα ελάχιστες. Το αντίθετο από μένα δηλαδή... χα χα χα!

  2. - Πάμε έξω απόψε; Άντε μέχρι πότε θα τη βγάζεις φακίρικα;
    - Άστα. Από τότε που χώρισα δεν έχω όρεξη για τίποτα.

(από GATZMAN, 09/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαράτσι αποχής από την τεκνοποιία.

Κατά τον 16ο αιώνα, στην νήσο Χίο, η οθωμανική αρχή δεν άφηνε ευκαιρία που θα της απέφερε έσοδα από φόρους να πάει χαμένη. Γιατί λοιπόν να εξαιρεθούν οι χήρες; Όσες λοιπόν είχαν χάσει τον άνδρα τους νέες, αν στη συνέχεια δεν ξαναπαντρεύονταν για να κάνουν παιδιά -αν δεν μετείχαν δηλαδή στην τεκνοποιία της κοινότητας- τιμωρούνταν με την υποχρεωτική καταβολή ειδικού φόρου για την αποχή, που ονομάζονταν από τους ντόπιους αργομουνιάτικο.

- Δεν φτάνει που 'χασε τον Παναή στη θάλασσα η Μαριώ, έχει τώρα τρία κουτσούβελα να φροντίζει και το αργομουνιάτικο να πληρώνει.
- Πολύ συμπονετικό σε βλέπω βρε Τζώρτζη, μην έχεις βάλει τίποτα κατά νου; ... Είναι και νοστιμούλα!

Η Μαριώ ... μόνη ... πληρώνει (από spydel, 09/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτή που κάνει κάτι επώδυνο, αλλά και εύκολο συγχρόνως, και αφού τελειώσει γκρινιάζει. Επίσης λέμε και την γκόμενα που αρνείται επίμονα αλλά στο τέλος κάθεται.

Το άκουσα στο νοσοκομείο - γυναίκα μετά από μικροεπέμβαση, όταν ξύπνησε:
- Αχχχ αχχχ βαχ...
- Σκάσε μωρή πουτσοκαμωματού!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η φράση μας έρχεται απ' το Βυζάντιο και σχετίζεται με τη διαπόμπευση των τιμωρημένων (μέθυσοι, αντάρτες, μοιχοί, λαμόγια της εποχής, κλπ) στο γάιδαρο καβάλα, όπου τους διαπόμπευαν χτυπώντας τους. Όσο για τους βυζαντινούς, την έβρισκαν άγρια να πηγαίνουν στις πλατείες και να παρακολουθούν τέτοιες «πολιτιστικές εκδηλώσεις».

Επειδή το κούρεμα ήταν δηλωτικό μεγάλης προσβολής, οι πρωταγωνιστές αυτών των παραστάσεων (οι τιμωρημένοι... ντε) κουρεύονταν πριν διαπομπευτούν.

[I]Πότε λέγεται η ατάκα [/i];
Όταν μια λεκτική αντιπαράθεση καταλήγει σε αδιέξοδο. Είναι σαν να καταδικάζουμε κάποιον επειδή είπε κάτι προσκρούει στην δεοντολογία μας και του αξίζει η διαπόμπευση ... Λέμε τώρα! Για αυτό και του λέμε να πάει να κουρευτεί.

[I]Γιατί εκφέρεται η συγκεκριμένη ατάκα[/i];
Για να απαξιώσουμε τις συγκεκριμένες απόψεις του. Γι αυτό θέλουμε και καλά να απαλλαγούμε από την επίδραση του, εγκλωβίζοντας την (φυλακίζοντας την) και καλά ώστε να μην επιδρά πλέον πάνω μας. Παράλληλα εκτονωνόμαστε. (βλ. παρ. 1,2).

[I]Πώς μπορεί ο άλλος να αντιδράσει όταν ακούσει την ατάκα;[/i];
Παίζεται. Εξαρτιέται από το χαρακτήρα, την ηλικία, την προηγούμενη σχέση των εμπλεκομένων αλλά και από τη σημαντικότητα του θέματος. Έτσι:

Παρατήρηση: Δεν είναι απίθανο αργότερα, να σκεφτούμε αλλά και να ξανασκεφτούμε την προηγούμενη συμπεριφορά του. Οπότε, ο εγκλωβισμός της αρνητικής επίδρασης, που λέγαμε παραπάνω, πάει περίπατο.

Σημείωση:
1. Εναλλακτικά, μπορεί να λεχθεί ως: «άει να κουρεύεσαι!», «πήγαινε κουρέψου», «τράβα κουρέψου» κ.α..

  1. Η έκφραση «άστον να κουρεύεται» έχει ανάλογη σημασία, δηλαδή: Παράτα τον τον μαλάκα, χες' τον, γράφτον εκεί που δεν πιάνει μελάνι, μην του δίνεις σημασία, ησύχασε εγκλωβίζοντας (φυλακίζοντας) την όποια κακή επίδραση του πάνω σου, ώστε να ησυχάσεις και να ηρεμήσεις. (βλ. παρ. 3).

Ωστόσο ενδέχεται επίσης να λέμε εμμέσως και στο συνομιλητή μας: Νταξ... έχεις πρόβλημα με το μαλάκα, μας τα πες, σ' ακούσαμε, αλλά πλιζ μη μας τα πρήζεις άλλο.

  1. - Ίσα μωρή αδερφή Τερέζα.... άσε τα παλικάρια να σφαχτούν με την ησυχία τους. Κάτι τέτοια έκαναν και οι Λουδοβίκοι, με τα σεις και τα σας και όταν ήρθαν οι βάρβαροι, κατέβασαν τα βρακιά....
    - Ρε άντε κουρέψου.
    Δες

  2. Άντε κουρέψου που θα πουλήσεις και εξυπνάδα. Κνώδαλο.
    Δες

  3. Ρε εσύ... πολύ σκοτίστηκες με το μαλάκα. Ας' τον να κουρεύεται... Νισάφι πια!

Ταινία: Νόμος 4000. Η φάση του κουρέματος του τεντιμπόη (από GATZMAN, 08/11/09)Άντε cut your hair, ρε (από Jonas, 09/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified