Further tags

Είμαι ολοκληρωτικά φαλακρός. Προσαρμόζω τον εξοπλισμό μου ανάλογα με τις συνθήκες.
Εναλλακτικά "σφουγγαρίζω τη πλατεία".

-Είδα τον Παύλο χτες ρε, αγνώριστος, τον θυμάσαι πρώτο έτος με τις αλυσίδες, τα αμάνικα και τη μαλλούμπα;
-Τι έγινε κυριλέ;
-Ράφλας έγινε.
-Τι λες ρε μαλάκα; Μαδάει κι αυτός;
-Ρε χτενίζεται με χαρτομάντηλο.

Got a better definition? Add it!

Published

Μούσκεμα εις την σουρδική διάλεκτο (Κοζανίτικα).

-Πού πάμε με τέτοια βροχή; Μπλιόμα θα γίνουμε!

Got a better definition? Add it!

Published

Σαρκαστική έκφραση που συμπληρώνει κάθε εξωτερίκευση οιδιπόδειου συμπλέγματος.

-Άσε ρε είμαι άρρωστος, έχω αναγκάσει τη συγκάτοικο να κάνει τη μαμά μου τώρα.
-και ο Οιδίπους σε μια γωνιά τραβάει μαλακία με τα γόνατα...

Got a better definition? Add it!

Published

Το αποτέλεσμα μετράει. Μπορεί η Μπαρτσελόνα να είχε 5 δοκάρια αλλά να έχασε από τη Χετάφε με στραβόκλωτσιά.Τα δοκάρια δε τα με μέτρησε κανένας διαιτητής.

Άσε πέρασα το μάθημα με 5.3. Δε πειράζει το πλεκτό μετράει

Got a better definition? Add it!

Published

Έτσι λέγεται η χρεωκοπία, η πτώχευση, η οικονομική καταστροφή, η μεγάλη οικονομική ζημιά, από κακή η από μη συνετή οικονομική διαχείριση. Από το τούρκικο μπατμά (batma) που σημαίνει ναυάγιο.

Ο πατέρας προς τους γιους του που έχουν αναλάβει πρόσφατα τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης:-Λεβέντες μου περικοψτε τα έξοδα γιατί θα πάθουμε κάνα μπατμά. λεζάντα εικόνας

Got a better definition? Add it!

Published

Επιθετικός προσδιορισμός μουσικής, ρούχων, χώρου και γενικότερα κάθε αντικειμένου που έχει φάνκυ, κίνκυ ή αισθησιακά χαρακτηριστικά, τέτοια ώστε θα μπορούσε να ταιριάζει με την ατμόσφαιρα ενός κωλόμπαρου. Εναλλακτικά όμως μπορεί να προσδιορίζει όλα τα παραπάνω ως χαρακτηριστικά ενός κωλομπαρά, ενός δηλαδή πληθωρικού ομοφυλόφιλου.

-Τσέκαρες καινούργιο κομμάτι Σνουπ Ντογκ;
-Ναι ρε, τέρμα κωλομπαρίστικο μπιτάκι.

-Να σου πω, να βάλω τις κωλομπαρίστικες τιράντες με τις μπανάνες;
-Σοβαρέψου ρε Στέφανε σε κηδεία πάμε!
-Ναι αλλά θα 'ναι κι ο Νικολάκης εκεί πέρα...

Got a better definition? Add it!

Published

Ξεκουράζομαι, αράζω, κοιμάμαι ,την πέφτω. Αν και συνήθως υπονοεί υπερβολική κούραση ή μέθη, πολλές φορές χρησιμοποιείται καταχρηστικά για κάθε τύπου ύπνο.

-Είσαι για άλλο ένα ματσάκι;
-Όχι ρε, να σου πώ να κρασάρω εδώ για βράδυ; Βαριέμαι να τρέχω σπίτι τώρα.

Got a better definition? Add it!

Published

Η χαρακτηριστική οργισμένη και ανούσια στιχομυθία κάτω από δημοσιεύσεις σε αθλητικές, ειδησεογραφικές ή φοιτητικές ιστιοσελίδες. Παίρνει το όνομά της από τα οπαδικά σχόλια σε αθλητικές σελίδες και τα ηχομιμητικά μπε + φαπ + -σμα, όταν γίνονται αναφορές σε πρόβατα των διοικήσεων ή σε ξύλο μεταξύ οπαδών αντίστοιχα.

- Διάβασες το άρθρο για τη σφαγή στο ντέρμπυ;
- Ναι ρε, κλασική παραγκίσια διαιτησία... και κλασικά στα σχόλια από κάτω πέφτει το μπεφάπιασμα του αιώνα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Περιγράφει μια ακραία κατάσταση χαράς ή λύπης όπου ο χαρούμενος/λυπημένος εκφράζεται τόσο έντονα ώστε το σώμα του δεν αντέχει άλλο και «σπάει».
Εναλλακτικά εμφανίζεται ως συντομογραφία: "σπάω"

Συνώνυμα: λύθηκα στα γέλια , έκλασα στα γέλια / πλάνταξα στο κλάμα

-Πες μου ρε ξανά τι σου απάντησε όταν την ρώτησες με τι ισούται η μέση τιμή της ορμής;
-Mε 3i
-Aχααχχαχαχαχαα έχω σπάσει ρε Λαχανά!
-Μη γελάς ρε, όταν της είπα ότι κόπηκε έσπασε στο κλάμα, μια ώρα κάναμε να τη συνεφέρουμε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός/η που έχει πρήξει τους μύες του/της από την υπερβολική άσκηση στο γυμναστήριο. Συνήθως χρησιμοποιείται για άτομα που κυρίως βρίσκονται στους πάγκους με βάρη. Σύνθετη λέξη από τα πρήξιμο + -iser(en/fr) στην ελληνοποιημένη μορφή του, το οποίο αποτελεί αντιδάνειο του αρχαιοελληνικού -ίζειν επίθημα το οποίο χαρακτηρίζει δράση. Εναλλακτικά εμφανίζεται ως πρησκαλάιζερ για λόγους ευηχίας.

-Ακόμα διάδρομο κάνεις ρε;
-Γάμησε με τι να κάνω; Δε βλέπεις τον πρησκαλάιζερ εκεί πέρα, έχει παντρευτεί τον πάγκο!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified