Selected tags

Further tags

Ετυμολογικά σχετίζεται με το χάρχαλο.

Κατά τον Αντώνιο Ν. Βάλληνδα (Πάρεργα: Φιλολογικά πονημάτια 1887) σημαίνει «κώδων κακοήχως σημαίνων».

Επίσης, «το βελανίδι που μαζεύεται το φθινόπωρο» (όπως αναφέρει εδώ ο xalikoutis).

Σήμερα:

1. Όταν πρόκειται για γυναίκα,

  • σημαίνει την άσχημη γεροντοκόρη, τη χοντρή και πλαδαρή γυναίκα.
  • σήμερα χρησιμοποιείται σαν το πουτάνα και τα συναφή όπως λέει εδώ ο xalikoutis. Συνώνυμο το χαρχάλω (κατά μια έννοια).

    Όμως, αρχικά, σήμαινε τη χοντρή και πλαδαρή πουτάνα που ‘χε χρόνια στο κουρμπέτι (οπότε αφενός πεπειραμένη, αφετέρου γριά, για το λειτούργημα) στυλάκι: «κλάσε λιγάκι μωρή, να βρω το δρόμο» -ίσως εδώ(;!) να έγκειται κι η πιθανή συγγένεια με το «χαρχαλεύω».

2. Τρύπα (που εύκολα συσχετίζεται με το πουτάνα).

3. Όταν πρόκειται για κάποια μηχανή (συνήθως αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας, αλλά όχι μόνο) ουσιαστικά έχει την ίδια ακριβώς έννοια με το χάρχαλο, το χάρβαλο και (κατά μια έννοια) με το χαρχάλω με έμφαση στο ό,τι κάνει θόρυβο λόγω παλαιότητας και/ή υπερβολικής χρήσης, ενώ εννοείται πως είναι προς αντικατάσταση (που θα έπρεπε να έχει ήδη γίνει αλλά αναβάλλεται για οικονομικούς λόγους) γιατί είναι ξεχαρβαλωμένη, σαραβαλιασμένη.

4. 'Οταν πρόκειται για χρήματα σημαίνει

  • το εύκολο, μαύρο χρήμα που προέρχεται από διαπλοκή,
  • τη μεγάλη μάσα, το φαγοπότι μεγάλων ποσών.

    5. Η έκφραση μ’ έφαγε η χαρχάλα κατά το Λαρ’σινό Λεξ’κό σημαίνει τον ήπια, τα ‘παιξα, τα ‘φτυσα, τα είδα όλα.

6. (Στην Κρήτη, κυριολεκτικά), η σφενδόνα. Προέρχεται απ’ τη διχάλα κι αυτή απ’ το αρχαίο χαλή (χηλή) - αφιερωμένο στον xalikoutis που το ‘χε απορία εδώ.

Παρεμπιπτόντως, απ’ εδώ προέρχονται:

  • τα Κρητικά: το χαχάλι, η χαχαλόβεργα και τα Χιώτικα: το χάχαλο, ο χάλος, το χαλούνι, ο χαχάλης (το κλαδί ή το ξύλο ή σίδερο που καταλήγει σε διχάλα –το δικράνι - αλλά και το σχήμα V),
  • η Κρητική χαχαλιά (η χούφτα - και σαν μονάδα μέτρησης μικροποσοτήτων).
  1. «…Όντας όμως πρακτικός άνθρωπος, σκέφτηκε πως αν έλεγε πως παντρεύεται για την περιποίηση του ορνιθώνα του, σίγουρα θα τον εκλάμβανε (η γριά προξενήτρα) για κανέναν αγροίκο ορεσίβιο και ασφαλώς θα του φόρτωνε καμιά χαρχάλα…»

  2. «…Παραπονείται επίσης, στον έναν από τους δυο σιδηροδρομικούς …. ότι στις τουαλέτες του τρένου που πήγε πριν από λίγο να κάνει την ανάγκη της, δεν είχε νερό. Ο σιδηροδρομικός, …., το παίρνει κατάκαρδα. -Έλα εδώ μωρή καριόλα!.. Που θα μου πεις εμένα πως δεν έχει νερό το βαγόνι!.. Που δεν ξέρεις που παν τα τέσσερα, κωλόβλαχα!.. Έλα εδώ μωρή φακλάνα. Να σου δείξω εγώ αν έχει ή δεν έχει νερό το τρένο... Γιατί φεύγεις μωρή χαρχάλα; Έλα ‘δω!....»

  3. «… η ωραία κίνηση ήταν η πάσα πριν το γκολ! Εκεί που αδειάστηκε η άμυνα! Από κει και πέρα ο παίκτης ήταν ελεύθερος πια με καθαρό οπτικό πεδίο είδε την χαρχάλα που άφησε ο πορτιέρο και με ένα καλό τωόντι σουτ έγραψε…»

  4. «…Και με αυτά τα λόγια σηκώνει το μαστίγιο και το κατεβάζει πάνω στον πισινό μου. Αυτή τη φορά, το χτύπημα δίνεται έτσι ώστε η λουρίδα να χωθεί σαν φίδι ανάμεσα στα σκέλια και να προσβάλει την χαρχάλα που χάσκει ανοιχτή…»

  5. «…Ναι, υπάρχει το ταξί. Αλλά κοστίζει περισσότερο από μια κακοσυντηρημένη χαρχάλα που δυστυχώς τα ΚΤΕΟ επιτρέπουν να κυκλοφορεί….»

  6. «…Εδώ συζητιέται αν το Samsung Omnia (WM 6.1) θα είναι καλύτερο από το iPhone και θα είναι η χαρχάλα της Nokia με το «φοβερό» Symbian Touch UI καλύτερο; Χα Χα….»

  7. «…Μα η τελευταία Νομαρχιακή απόφαση του Ψωμιάδη δεν ήταν και πάλι χαρχάλα χρήμα στον εξυπνάκο μας από την καύση σκουπιδιών; έλεος πια!! …»

  8. «…Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης επί ΠΑΣΟΚ έβγαζε από τις επιτροπές 19,000€. Αυτό είναι γραμμένο σε αγωγή Πασοκτζή Προϊσταμένου που αντικαταστάθηκε τον Αύγουστο του 2004 και ζητάει αποζημίωση γιατί αντικαταστάθηκε «παράνομα» και ζημίωσε. Γι' αυτό και το μένος της κυρίας που φαίνεται ότι είχε γλυκαθεί στην χαρχάλα. Όλα τα άλλα (διδακτική εμπειρία κλπ) είναι φούμαρα για αφελείς….»

  9. «…ο “τζάμπα” λιγνίτης δυστυχώς η ευτυχώς τελείωσε για τις επόμενες γενιές. Τώρα τα κοράκια βάλαν μάτι στα υδροηλεκτρικά Αώο, Αχελώο, Αξιό κλπ. Εκεί είναι το ζουμί και η χαρχάλα….»

  10. «…Γιατί μ’ έφαγ’ η χαρχάλα μαζί σ’ πια Νάσου. 2 χρόνια μι πιλατέβεις…»

  11. «…Η χαρχάλα στην κολότσεπη μία φέτα ψωμί με ζάχαρη ή ξυσμένη ντομάτα με ρίγανη στο χέρι, δίπλα μας το αυτοσχέδιο πατίνι με ρόδες τα μεγάλα ρουλεμάν της παλιάς αλωνιστικής και μπρος για κατηφόρες, φωνάζοντας στους άδειους δρόμους και στις όμορφες γειτονιές...»

(όλα απ’ το δίχτυ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το χάρβαλο που προέρχεται κατά μια ακόμα ετυμολογία από το άρβαλον, (απ’ τη ρίζα -ρα- > ρήγνυμι (γ>β) > ραβάσσω > αρραβάσσω (α, ευφωνικό.) > αραβέω > άραβος > αρβαλώ) που σχετίζεται ως προς τη σημασία με το ρήμα αρβελίζω που σημαίνει κόβω σε μικρά κομμάτια.

1. Σημαίνει κάτι που είναι χάρβαλο, σαράβαλο, ξεχαρβαλιασμένο, και γι’ αυτό κάνει θόρυβο.

Όπως έφη ο acg, χάρχαλο είναι το ξεχαρβαλωμένο πράγμα, κάτι που έχει προ πολλού χάσει το αρχικό του σχήμα· βρίσκοντας σύμφωνο τον xalikoutis πως χάρβαλο κατράβαλο είναι παιδική λέξη για το χάρχαλο ή το σαράβαλο (εδώ).

Όταν αναφερόμαστε σε κτίρια, οικοδομήματα ή κατασκευές σημαίνει ερείπιο, ρημάδι.

2. Για πρόσωπα είναι ένας μειωτικός χαρακτηρισμός που σημαίνει χαζός, βλάκας, μαλάκας που έχει πάρει ψηλά τον αμανέ.

Aν αναφερόμαστε σε ηλικιωμένους δίνεται έμφαση στη μεγάλη ηλικία και υπονοείται πως είναι ανήμπορος σωματικά, ξεκουτιασμένος, ραμολί.

3. Στον πληθυντικό χάρχαλα σημαίνει αρχίδια, προφανέστατα αντί του χαρχάλια.

Οι εκφράσεις μου ‘κανες τ’ αρχίδια χάρχαλα ή μου τα ‘κανες χάρχαλα είναι ταυτόσημες με τις: μου ‘σπασες/ζάλισες τ’ αρχίδια, μου τα ‘πρηξες/ζάλισες.

4. Κυρίως στον πληθυντικό σημαίνει τα άχρηστα μικρά κομματάκια, θρύμματα, σκουπίδια που προέρχονται από την κατεργασία/επεξεργασία κάποιας πρώτης ύλης για να δημιουργηθεί κάποιο χρήσιμο αντικείμενο / προϊόν.

Εξού η φράση είναι για τα χάρχαλα σημαίνει πως κάποιος ή κάτι είναι άχρηστο/για τα μπάζα, για τα σκουπίδια, για τα τσακίδια, για τον πούτσο.

5. Όταν αναφερόμαστε σε μια κατάσταση είναι συνώνυμο του μπάχαλο.

Υπάρχουν και τα κάργα σχετικά:

6. ο χαρχάλας, χαρχαλάς,

7. η χαρχάλα,

8. η χαρχάλω,

9. Τα ρήματα χαρχαλεύω, χαρχαλίζω, χαρχαλώ σημαίνουν κάνω θόρυβο ψάχνοντας, ψαχουλεύοντας, ανακατεύοντας διάφορα πράγματα αλλά και χαϊδεύω, πασπατεύω, γαργαλεύω, σκαλίζω, αφρατεύω το χώμα, μαστορεύω.

Σχετικό και το Κερκυραϊκό χαρχαλιάζω που σημαίνει «δοκιμάζω».

Όταν ένα ζευγάρι χαρχαλεύεται σημαίνει πως ερωτοτροπεί, βρίσκεται στα προκαταρκτικά.

Προέρχονται από το χαλεύω (με αναδίπλωση του χαλ-, κι ανάπτυξη υγρού στην προπαραλήγουσα λόγω της παρουσίας υγρού στη λήγουσα) που σημαίνει ψάχνω (αναζητώ, ζητώ, γυρεύω, θέλω –από το «σκαλίζω» ή το «χαλώ»: διαλύω τα ενωμένα, αραιώνω τα πηχτά, ανοίγω τα κλεισμένα).

Μια άλλη ετυμολογία τα θεωρεί ηχομιμητικά.

  1. «…είχα κι εγώ ένα χάρχαλο αμάξι εικοσαετίας που δεν το κινούσα σχεδόν καθόλου παρά μόνο αν χρειαζόταν για το παιδί...»

  2. «…Πολλοί πιστεύουν ότι είμαι ηλίθιος και μηδαμινά ταξιδεμένος που δε γουστάρω τη Σαλόνικα. Τουλάχιστον για το δεύτερο είναι πολύ σωστοί. Μα δε μπορώ το άναρχο μπάχαλο, πρασινοτσιμεντένιο με βούλες από πολιτισμό μεταφρασμένο σε δυο-τρία πέτρινα χάρχαλα σε κεντρικά σημεία…»

  3. «-σιγά ρε θείο. Και εμείς αγαπήσαμε αλλά δεν κάναμε έτσι. Κάναμε χειρότερα.
    -ρε χάρχαλο , δεν την αγάπησα. Αλλά η γυναίκα είναι απίστευτη. Σε περίπτωση που είσαι ολίγον πιτσιρικάς και ολίγον πουτανοκαψούρης, άνετα και με συνοπτικές το κάνεις το έγκλημα...»

  4. «…Ένα παιδαρέλι, ένας δανδής, ένα χάρχαλο. Δεν ηξεύρω κιόλας, αν ημπορούσε, κατά τη σκαμπρόζικη ιδέα του Βάρναλη, να γαμεί. Έχει το μυαλό ενός μεγάλου παιδιού. Ό,τι και να ειπεί είναι παρόλες και λύματα. … Ο Σιδώνιος με την ποίησή του, θαρρεί ότι θα φωτίσει τον κόσμο. Και γι’ αυτό τα δίνει όλα για την ποίηση. Και τη ζωή και το θάνατο. … Ωστόσο από το ζωηρό Σιδώνιο λείπει το καίριο. Εκείνο που δεν έλειψε βέβαια από τον Αισχύλο. Του λείπει η χάρη της αληθινής γνώσης. Του λείπει η φυσική διαλεκτική με τη σκληρότητα του κόσμου και της ζωής, που είναι ανεκλάλητα αδυσώπητη. Εντελώς αναγκαία όμως για τη μεγάλη τέχνη…»

  5. «…Εγώ έτυχε να αγοράσω απ’ αυτόν τον χάρχαλο, το φίλτρο αέρα που έχει το VTEC αφού τσακωθήκαμε μέχρι να τον πείσω ότι το φίλτρο που κάνει για το δικό μου είναι αυτό του μοντέλου 1998 (δεν υπήρχε στον κατάλογο το μοντέλο το δικό μου....και ήταν και 2003 ο κατάλογος!!!) ήθελε να του πάω και όλας το mail που μου έστειλαν απ’ την Αμερική κάποια παιδιά που μου έλεγαν ότι είναι ίδιο το φίλτρο με του 1998. Ποτέ ξανά απ’ τον τύπο γιατί το υφάκι μου την δίνει στον εγκέφαλο...»

  6. «…Αυτό το χάρχαλο ο Δεξιοκουμουνιστής όπου υπάρχει μάσα μέσα είναι. … Μας έχουν ζαλίσει τα ούμπαλα με τη μουσική του. Και λοιπόν; Όταν θέλει να προβληθεί κάνει τον κουμουνιστή μετά το γυρίζει στη δεξιά για να τα κονομήσει…»

  7. «…Όσο για τη Λάτσιο δε με νοιάζει που ήταν άουτ το γκολ. Με νοιάζει που έξυνε τα χάρχαλα του. Και το γκολ μέτρησε…»

  8. «…Ρε συ μ..1 τι πράγμα είναι αυτό με σένα ρε τρεις μέρες τώρα; τι ζόρι τραβάς και τους έχεις κάνει τ’ αρχίδια χάρχαλα των ανθρώπων εδώ μέσα; Σεβάσου ρε κακομοίρη το χώρο που σε φιλοξενεί. κι εγώ αλλόθρησκος είμαι αλλά σέβομαι το χώρο εδώ μέσα…»

  9. «…Κατά την πορεία της μεταφοράς ο αγωγιάτης-αγγειοπλάστης έπρεπε να επαγρυπνεί μην τυχόν εκτραπεί ο γάιδαρος από τη μέση του δρόμου και προσκρούσουν τα τσίκαλα σε κανένα τράφο ή δέντρο και γίνουν χάρχαλα….»

  10. «Β…ς Μ…ς – Το προσωπικό μου πουλέν εδώ και χρόνια. Κάτι όμως μου λέει, ότι θα είναι λίγο για τα χάρχαλα. Μην με ρωτάτε να σας εξηγήσω, το είδα σε όνειρο…»

  11. « Είτε αποποινικοποιήσουμε είτε όχι (την ινδική κάνναβη) το ίδιο χάρχαλο θα γίνεται. Μην την ψάχνετε…»

  12. « Μα είναι δυνατόν κάποιοι γραφειοκράτες, καρεκλοκένταυροι, δεινοσαυρίσκοι του χειρίστου είδους να εκθέτουν έτσι μια ολόκληρη χώρα και κανείς να μην κάνει κάτι επιτέλους; Δεν υπάρχει πολιτική ηγεσία, σ’ αυτό το χάρχαλο που λέγετε ΥΠΑ, να τρίξει λίγο τα δόντια;..»

  13. «…Η άμυνα όπως καταλάβατε έκανε μεγάλο παιχνίδι όμως το κλειδί ήταν ότι στη μεγαλύτερη διάρκεια του αγώνα το κέντρο ήταν συγκροτημένο κι όχι χάρχαλο…»
    (όλα απ’ το δίχτυ)

  14. - Πώς και δεν ακούγονται τα πιτσουνάκια;
    - Θα χαρχαλεύονται ακόμα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προέρχεται απ’ το ρήμα αρβαλάω: προκαλώ θόρυβο, φασαρία, συχνά βροντώντας κάτι, (κι αυτό απ’ τη ρίζα -ρα- > ρήγνυμι (γ>β) > ραβάσσω > αρραβάσσω (α, ευφωνικό.) > αραβέω > άραβος > αρβαλώ).

Κυριολεκτικά σημαίνει:

1. θόρυβος, φασαρία, αναστάτωση,

2. όλοι μαζί, ο ένας πάνω στον άλλο, αλλά και με τη σειρά / αράδα,

3. λαβή κατσαρόλας (και γενικά σκεύους). Θηλυκοποιημένο, απ’ το αρβάλι που είναι μεταλλικό κινητό χερούλι καζανιού, κατσαρόλας μεσαίου μεγέθους, χύτρας, κουβά ·όταν δεν χρειάζεται να μετακινήσουμε το σκεύος, πέφτει στο πλάϊ (κάνοντας θόρυβο - αρβαλώντας).

4. Kατά τόπους:

i) χάλκινο σκεύος περίπου σε μέγεθος κατσαρόλας που είχε τέτοια λαβή, (αρβαλωτό), ii) χάλκινο δοχείο για μεταφορά νερού, πλατύτερο κάτω απ’ ότι επάνω, (αρυβαλίδα).

Επίσης (πιο σλανγκικά):

5. Χαβαλές (όπως έφη panas στον άλλο ορισμό), πλάκα (με την έννοια κάνω πλάκα), αστειότητα, μαλακία (με την πιο αθώα έννοια του κάνω μαλακίες), μπάχαλο.

6. Είμαι χαλαρά, αραχτός, αποδιοργανωμένος, χύμα, στην κοσμάρα μου, τα ‘χω γράψει όλα στ’ αρχίδια μου. Εξού κι η φανταρίστικη έκφραση αρβάλα αρμ για το χυμαδιό.

7. Παίρνω αρβάλα σημαίνει κατατροπώνω, κατανικώ, παίρνω φαλάγγι.

Υπάρχουν και:

8. Tο αρβάλησε που σημαίνει: χάζεψε, έχει χάσει τα λογικά του και δεν ξέρει τι λέει

9. O αρβάλας: ο άγαρμπος, ο ατσούμπαλος (που λέγεται στην Άρτα).

  1. «..Αχάραγα έφθασαν στη θέση «Κοτρώνι» που ‘ναι του γέρο-Ζάβαλη τ’ αλώνι, και τι χαρά που ευρήκαν εκεί Μανιάτικη σταφίδα, απλωμένη μεσ' τ’ αλώνι. Τσαρδέψαν και άρχισαν τον χορό. Χόρευαν και τραγουδούσαν με χάρη τα νεραϊδόπουλα με τα όργανα και τα ταμπούρλα.
    Μα ο γέρο-Ζάβαλης κοιμότανε κάπου κει κοντά στ' αλώνι με τον έγγονά του, τον Γιάνναρο, για να μην του κλέψουν την σταφίδα που είχε απλωμένη να λιαστεί και να ξεραθεί. Αλλ' όμως με την αρβάλα ξύπνησε ο Ζάβαλης….»

  2. «Πολύς κόσμος στο λιωφορείο. Αρβάλα ήρθαμαν.» (απ’ το λεξικό των αρχαίων Σελλών)

  3. «…Άντε Βασιλάκη, πήρες αρβάλα τους γάμους και έχεις αφήσει τους μαλάκες (που σου συμπαραστέκονταν) να βράζουν στο ζουμί τους…»

  4. «..Πολλά σχολεία έχουν όντως σοβαρά προβλήματα και οι μαθητές αντιδρούν έχοντας αιτία, αλλά σε ακόμα περισσότερα, η κατάληψη είναι απλώς... αρβάλα και μίμηση!...»

  5. «…Πολύ ποτάκι και αρβάλα με αρκετό ξενύχτι έτσι για να ξαναγεμίσουμε τις μπαταρίες μας. Αξίζει να το ρίχνεις έξω…»

  6. «…Αγόρασα κάποτε μια ξεκλείδωτη σε AGP/PCI Albatron (AMD 754 socket) μόνο και μόνο για την αρβάλα τη δούλεψα για 3-4 ώρες και μετά την έστειλα στα σκουπίδια....»

  7. «Καμιά αρβάλα ή κάποιο αξιόλογο περιστατικό έχει ν’ αναφέρει κανείς;»

  8. –Καλά ρε παιδιά ποιός ηλίθιος στέλνει τρία ανεκπαίδευτα μπατσάκια για να ξηλώσουν χασισοφυτεία στο Ηράκλειο; Ξέρετε η ΕΛΑΣ να παίρνει συμβασιούχους;
    -Λάθος! Ο ένας ήταν υποδιευθυντής της ασφάλειας και πήγαν για παρακολούθηση όχι για σύλληψη αλλά πήγαν αρβάλα αρμ.

  9. «…Σε ρεπορτάζ τοπικού σταθμού, στο σημείο του ατυχήματος, πέρναγαν μηχανάκια με οδηγούς αρβάλα αρμ, ξεκράνωτοι κτλ. Έναν μπάρμπα με παπάκι τον ρώταγαν κι έλεγε ότι έτρεχε, και ότι δεν πρέπει να τους γράφουν για κράνος μέσα στην πόλη η τροχαία, σπάνιο φαινόμενο στην Κρήτη…»

  10. «…Εσείς πάντως να ξέρετε ότι δεν κερδίζουν πάντα οι πονηροί και πως αν φύγουμε από το σενάριο ίσως μετρήσουμε πολλά (εννοεί κέρδη) όπως και στο Αλβαλάδε όπου μετά από ένα μονόλογο των Πορτογάλων ένας Ριμπερί μαζί με κάποιους ακόμη τους πήραν αρβάλα…»

(όλα απ’ το δίχτυ).

Καζάνι όπου φαίνεται το αρβάλι (από sstteffannoss, 02/01/11)Πώς σταματά η αρβάλα!! (από sstteffannoss, 03/01/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ευχή που χρησιμοποιείται συχνά από αστειάτορες σε βρωμιάρες μέρες. Προέρχεται από διαφημιστικό των μακαρονιών Misco στην ένδοξη εϊτίλα, όπου ένας Ιταλός ευχόταν με ιταλική προφορά Migliori auguri από Misco, κρόνια πολλά. Όλα τα λεφτά ήταν το κρόνια πολλά. Το auguri (= ευχές) ερμηνεύθηκε ως αγγούρι (=φαλλικό σύμβολο) και κυκλοφόρησε η εκδοχή Μιλιόρι αγγούρι από πίσω κρόνια πολλά.

Έκτοτε χρησιμοποιείται σαν ευχή όταν τα χειρότερα έρχονται, και ευχόμαστε καλώς να μας μπει, λ.χ. ο δονητής καλή ώρα. Επίσης, σε φάσεις τύπου πώς σου φάνηκε;, όπου ο ευχόμενος εκφράζει σαδισμό για κάτι που κατάφερε εις βάρος σου. Την θέση της Μίσκο παίρνουν διάφοροι ανάλογα με τα συμφραζόμενα (συνήθως ο γαμιάς αποστολέας των ευχών που λοιδορεί τον γαμούμενο παραλήπτη της ευχής).

  1. Ι μιλιόρι αγγούρι από περαίωση, κρόνια πολλά! (Πάμε λουκέτο).

  2. ΜΙΛΙΟΡΙ ΑΓΓΟΥΡΙ (Μά μεγάλο αγγουρι)ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ .Χρόνια Πολλά. Καί ενα φιλάκι από κοντά οπως εκανε ο μάγειρας (εδώ)

Και του κρόνου! (από Vrastaman, 02/01/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οκ δεν είναι slang, per se αλλά κάποιοι μυημένοι στο pulp fiction το λένε κατά κόρον.

Αναφερόμαστε φυσικά στην τελευταία σκηνή του έργου όπου λαμβάνει μέρος η επική στιχομυθία, μέρος της οποίας παραθέτω αυτούσια.

Αυτός που κάνει γουόκ δη έρθ, στην ουσία δεν έχει κανένα πλάνο, απλά υπάρχει χωρίς να έχει προγραμματίσει τίποτα. Είτε από βαρεμάρα, είτε από στάση ζωής (βλ. χίπης*), είτε απλά λόγω συγκυριών, περιφέρεται σε μια αφηρημένη (abstract) κατάσταση χωρίς στόχο και προορισμό.

VINCENT
So if you're quitting the life, what'll you do;

JULES
That's what I've been sitting here contemplating. First, I'm gonna deliver this case to Marsellus. Then, basically, I'm gonna walk the earth.

VINCENT
What do you mean, walk the earth;

JULES
You know, like Caine in «KUNG FU». Just walk from town to town, meet people, get in adventures.

VINCENT
How long do you intend to walk the earth;

JULES
Until God puts me where he want me to be.

VINCENT
What if he never does;

JULES
If it takes forever, I'll wait forever.

VINCENT
So you decided to be a bum;

JULES
I'll just be Jules, Vincent - no more, no less.

VINCENT
No Jules, you're gonna be like those pieces of shit out there who beg for change. They walk around like a bunch of fuckin' zombies, they sleep in garbage bins, they eat what I throw away, and dogs piss on 'em. They got a word for 'em, they're called bums. And without a job, residence, or legal tender, that's what you're gonna be - a fuckin' bum!

(Τηλεφωνική συνομιλία για κανόνισμα)

- Έλα ρε, τι λέει;
- Τίποτα έδω, μαλακίες...
- Τι θα κάνεις;
- Τίποτα ρε. γουόκ δη έρθ, δεν έχω πλάνο
- Κλασικός Κώστας....

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ρήση νέας κοπής (νομίζω) που αναφέρεται στην ύπαρξη ή όχι παιδιών στη ζωή μας. Λέγεται συνήθως από αυτούς που δεν έχουν και σημαίνει ότι καλό είναι να έχεις παιδιά και να τα χαίρεσαι (εδώ ελλοχεύει υπονοούμενο κακιούλας, είναι ελαφρώς καλία η έκφραση και πάει προς το ας πρόσεχες), αλλά κι αν δεν έχεις πάλι χαίρεσαι: την ελευθερία σου.

Τώρα αν είναι παρηγοριά στον άρρωστο η έκφραση αυτή, εξαρτάται από το ποιος και γιατί το λέει. Συνήθως λέγεται για να σταματήσει η κουβέντα, ιδίως όταν σου κάνουν κήρυγμα ή όταν κάποιος γονιός σου τη λέει αρχίζοντας τα «δεν ξέρεις εσύ» κλπ μπλιάξικα.

  1. - Και γιατί δεν θες να κάνεις παιδιά, δεν σου αρέσουν; Δίνουν μεγάλη χαρά στον άνθρωπο.
    - Ε, όποιος έχει να τα χαίρεται κι όποιος δεν έχει να χαίρεται!

  2. - Πω ρε πούστη, πήζω, τρέχω και δεν φτάνω...
    - Εσύ μη μιλάς, είσαι ελεύθερος και μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Ρώτα και μας που έχουμε γαμηθεί με τα παιδιά να τρέχουμε όλη μέρα...
    - Α, κοίτα να δεις, όποιος έχει να τα χαίρεται κι όποιος δεν έχει να χαίρεται!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όλοι οι άντρες είναι ίδιοι. Αγαπημένο σεξιστικό σχόλιο των γυναικών. Τόσο ίδιοι που είναι σα να τους γέννησε μία και μόνο μάνα.

Αντίστοιχο του όλες είναι πουτάνες εκτός από τη μαμά. Ο λόγος για τον οποίον ο πατέρας δεν εξαιρείται από την γυναικεία αυτή έκφραση (ενώ στην άλλη έχουμε το «εκτός από τη μαμά»), είναι μάλλον το ότι δεν είναι πρόστυχη έκφραση, άρα μπορούμε να βάλουμε και τον πατέρα μέσα στον κορβά, δεν θίγουμε τα ιερά.

- Χθες ο δικός μου, πάνω που του μίλαγα αποκοιμήθηκε στο δεύτερο και ροχάλιζε αμέσως.
- Κι ο δικός μου δεν παραδέχεται ποτέ ότι είναι δικές του οι τρίχες στο μπάνιο.
- Κι ο δικός μου λέει πως μ' αγαπά αλλά το μόνο που θέλει είναι να γαμήσει.
- Κι ο δικός μου θέλει την ησυχία του και εκνευρίζεται όποτε τον θέλω κάτι.
- Κι ο δικός μου διαβάζει εφημερίδα και μετά δεν πλένει τα χέρια του και γεμίζει το σπίτι μαύρες δαχτυλιές.
- Κι ο δικός μου δεν θέλει να πηγαίνουμε θέατρο.
- Κι ο δικός μου νευριάζει όταν ο σκύλος ανεβαίνει στο κρεβάτι.
- Κι ο δικός μου έχει λυσσάξει να του δώσω κώλο.
κλπκλπκλπκλπ
- Μία μάνα τους έχει γεννήσει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση μεγάλης οικειότητας και τακιμιάς. (1) Είμαστε τόσο «κοντά» με τον τάδε που τα σάλια μας ανακατεύονται, μιλάω εγώ την ώρα που αυτός γελά κι όλο κάτι καταπίνεται εκατέρωθεν.

Προφ η φράση περιλαμβάνει μια αρνητική νότα δεδομένου του ότι σε φάση ρουτίνας τα ξένα σάλια δεν τρώγονται, μην πω και τα δικά σου ούτε καν, δηλαδή τι, παίζει να φτύσεις σε ένα κουταλάκι και να τα ξανακαταπιείς; Ίου! (Ισχύει και για άλλα σωματικά υγρά).

Μην αναφερθούμε σε εξαιρέσεις, ναι μεν είναι αναμενόμενο να ρουφάς αχόρταγα τα σάλια του αγοριού / κοριτσιού της καρδιάς σου, αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση δεν το αντιμετωπίζεις ως αυτοσκοπό, παρά ως παράπλευρη απώλεια για την οποία στ' αρχίδια μας κιόλας, εδώ ρουφάς άλλα κι άλλα το σάλιο σε μάρανε.

Κατά κυριολεξία: Ακούσια παίζει να φας τα σάλια άλλου, αν είσαι αξιωματικός στο στρατό, αχώνευτο διοικητικό στέλεχος κλπ, αλλά βέβαια, ό,τι δεν ξέρεις δεν μπορεί να σε βλάψει. Επίσης τα παιδάκια στα νηπιαγωγεία αρρωσταίνουν συνεχώς γιατί τρώνε τα σάλια τους ρουφώντας ίδιες πιπίλες, γλείφοντας τις ίδιες κουδουνίστρες ή, στα πλαίσια εξερεύνησης του κόσμου, μελετώντας το φαινόμενο άνοιξε-το-στόμα-σου-παιδάκι-να-παίξω-μπάσκετ-με-τη-ροχάλα. Σε αυτές τις περιπτώσεις η πρακτική είναι σλανγκ αλλά η φράση δεν είναι. (2)

Τέλος ας σημειωθεί ότι το φαινόμενο της κατάποσης ξένου σάλιου έχει ήδη καταγραφεί αλλά με άλλη έννοια και προεκτάσεις.

(1) Σιγά μη δεν πάρει δάνειο:
- Είμαστε φίλοι για δεν είμαστε;
- Είμαστε!!!
- Γροίκα το λοιπό. Άμε στην Τράπεζα και ζήτα δάνειο. Δυό χιλιάδες για μένα και δυό χιλιάδες για σένα...
- Και θα εγκριθούνε;
- Αυτό άστο σε μένα. Με το Διευθυντή τρώμε τα σάλια μας...
- Και δεν ψακώνεστε;
- Άστε τ' αστεία κι εδώ μιλάμε σοβαρά.

(2) Στρατιωτική θητεία για τις γυναίκες: Υπαινίσσεσαι πως οι νεοσύλλεκτοι είναι ένα μάτσο τσογλάνια;;; Συμπάθα με, αλλά όχι. Τσογλάνια είναι αυτοί που τρώνε τσάμπα στις λέσχες (σάλια φαντάρων τρώνε, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία). Τσογλάνια είναι αυτοί που μένουν σε σπίτια χωρίς να πληρώνουν ενοίκιο. Αυτοί που αγοράζουν σε τιμές κόστους από τα πρατήρια. Αυτοί που κάνουν τσάμπα διακοπές.

Βλ. και έχουμε φάει τα σάλια μας

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λαϊκή ρήση την οποία άκουσα όταν ήμουνα μικρή (δεν θυμάμαι πού), αλλά, προς μεγάλη μου έκπληξη, κανείς δεν την έχει ακουστά και ούτε στο ιdερνέτ την έχω βρει.

Είναι το αντίστοιχο του «ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τον εβγάλαμε», δηλαδή προεξοφλούμε την απόκτηση ενός δυσαπόκτητου αγαθού ή την πραγματοποίηση μιας μάλλον ανέφικτης για τα μέσα μας κατάστασης, λες και είναι σίγουρη η έκβαση του πράγματος: δεν έχουμε ακόμα αποκτήσει το βόδι και αγοράσαμε ήδη το σκοινί με το οποίο θα το δένουμε.

- Και την μέρα που θα κάνω τα εγκαίνια του μαγαζιού, θα φωνάξω έναν πάρτι μέικερ να τα κανονίσει όλα και δεν θα κουνήσω το δαχτυλάκι μου!
- Καλά... πριν το βόδι, το σκοινί... πάρ' το δάνειο πρώτα, βρες και τον χώρο, και τα λέμε.

Η άμαξα πριν το άλογο (από poniroskylo, 09/01/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν βλέπουμε ότι «όλοι» κάνουν κάτι το οποίο, κατά την δική μας λογική ή ένστικτο, είναι από ψιλοχοντρομαλακία έως απόλυτη καταστροφή, ή το οποίο δεν μας αφορά καθόλου και οι Άλλοι το κάνουν για άλλους λόγους... αλλά έχουμε κριτήριο μηδέν -και αυτοπεποίθηση ή θάρρος υπό το μηδέν, οπότε βασιζόμαστε στις επιταγές του συνόλου ώστε να βγάλουμε τον εαυτό μας από το δίλημμα το οποίο, αν δεν το απαντήσουμε σύμφωνα με το σύνολο, θα μας στείλει έξω από το μαντρί και μάλλον θα μας φαν οι λύκοι. Γιατί έξω από τη μάζα κάνει κρύο.

- Πού να πάω για Πρωτοχρονιά, στο Περτούλι, στην Κωνσταντινούπολη, στην Ελβετία ή στο Καϊμακτσαλάν;
- Έλα ρε μαλάκα, και συ Βρούτος, και συ με τον μπουχό;
- Μα είναι πολύ της μοδός τελευταία.
- Ζγα ρε! Χιλιάδες μύγες τρων σκατά, λες να κάνουν λάθος; Θα σιχτιρίσεις από την ταλαιπωρία και θα σου φύγουν ένα κάρο λεφτά! Πήγαινε στην Ίφκινθο καλύτερα, είναι ωραία τον χειμώνα.

(από tasurmata, 28/12/10)(από Galadriel, 29/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified