Selected tags

Further tags

Κάνω την προσπάθεια να πάρω ένα αποτέλεσμα μόνο και μόνο με την παρουσία μου.

Συνήθως έχω ειδικό βάρος και ελπίζω ότι μόνο το γεγονός πως θα συναγωνιστώ σημαίνει πως θα διαλύσω και θα κατατροπώσω τον ανταγωνισμό. Ακολουθεί συνήθως παταγώδης αποτυχία.

Η έκφραση έχει τις ρίζες της στο ποδόσφαιρο, όταν μια ομάδα (συνήθως δυνατή) κατεβαίνει στον αγωνιστικό χώρο χωρίς διάθεση και ελπίζει να κερδίσει μόνο με την παρουσία της στον αγωνιστικό χώρο ακα να πάρει κανα πέναλτυ μαϊμού ή να κοιμηθεί ο Θεός.

  1. Με τη φανέλα κατέβηκε στις εκλογές η Ν.Δ., αλλά έτσι δεν παίρνονται τα ματς, ιδιαίτερα όταν ο Γιώργος Παπανδρέου έχει πάρει μεγάλους παίκτες από το εξωτερικό
    (απο εδώ)

  2. Πώς πήγαν οι εξετάσεις ρε; Το σήκωσες το πτυχίο;
    - Αλκίντια, κατέβηκα να το πάρω με τη φανέλα το ματσάκι και πήγα άπατος... φού δεν είχα ανοίξει βιβλίο...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μεταφορά στα ελληνικά του αγγλικού glory hole, βλ. εδώ, (αν και τα αρχαιόκαυλα ένστικτά μου θα προτιμούσαν το οπή του κλέους / κλεόπη/ Κλεόπας).

Πρόκειται για τρύπα που είναι ανοιγμένη στις μεσοτοιχίες δημοσίων αποχωρητηρίων ή άλλων χώρων, λ.χ. δωματιάκια σε τσοντάδικα, με σκοπό να έρθουν σε σεξουαλική επαφή οι χρήστες / ένοικοί τους. Λέγεται και τσιμπουκότρυπα, αλλά αυτός ο όρος είναι κάπως περιοριστικός, καθώς αν και οι τρύπες της χαράς προορίζονται κυρίως για στοματικό σεξ, δεν αποκλείεται να γίνει και ολοκληρωμένο σεξ, ή και πρωκτικό, καμιά φραπεδιά βρε αδερφέ, ένα τσιμπουκομάσχαλο για τους πιο κίνκι συμπολίτες μας.

Η τρύπα της χαράς έχει το πλεονέκτημα ότι προσφέρει εύκωλο σεξ με ανωνυμία και περνάς γρήγορα τα προκαταρκτικά τύπου καμάκι, μ' αγαπά δεν μ' αγαπά, ταιριάζουμε κ.τ.λ. Για όσους γκέι δεν έχουν βγει από την ντουλάπα, προσφέρει το πλεονέκτημα της ανωνυμίας. Επίσης είναι καλή για όσους είναι άσχημοι, τόφαλοι, έχουν τον ανθρωποδιώκτη και δεν έχουν αλλέως πώς ευκαιρία να γαμήσουν.

Έχει περάσει ωστόσο γενικά στην κουλτούρα, στις ονειρώξεις και στην κουλτούρα του πορνό, ενώ μπορεί να προσφέρεται και ως επιλογή σε ευαγή ιδρύματα. Όπως αποκάλυψε σύσλανγκος, όταν οι Αμερικάνοι χρησιμοποιούσαν τον κώλο τους μόνο για να χέζουν, εμείς οι Έλληνες είχαμε ήδη τρύπες της χαράς σε κωλάδικα. Δεν αποκλείεται επίσης η χρήση τους σε παρτουζάδικα νέας κοπής και σε παιχνίδια ρόλων με χαρακτήρα εξευτελισμού, κυριαρχίας- υποταγής.

Δεδομένου βέβαια ότι κυκλοφορούν και δαγκανόμουνα-κωλα θέλει αρετή και τόλμη η τρύπα της χαράς. Δεν είναι και λίγο να εκθέτεις τον πέοντα στο άγνωστο με βάρκα την ελπήδα.

Στο Δ.Π. υπό Mr Cadmus.
(σ.ς.: Δεν βρήκα χτυπήματα στον γούγλη πέρα από το lexilogia.gr, ωστόσο κάπως πρέπει να ονομαστεί αυτή η πρακτική και το τσιμπουκότρυπα δεν αποδίδει όλο το φάσμα. Πρόκειται βέβαια για σλανγκ εκ των άνω).

Στο Παρίσι υπάρχει ο (βρ)αστικός μύθος ότι σε κάποια ευαγή ιδρύματα σε προσκαλούν να βάλεις τον πέοντα σε τρύπα της χαράς, και από την άλλη βάζουν μια κότα την οποία και γαμάς. Ύστερα από λίγα λεπτά την πνίγουν με αποτέλεσμα οι επιθανάτιοι ρόγχοι της να προκαλούν μια ηδονjική αίσθηση με την οποία το δίχως άλλο τελειώνεις.

Πότε είναι η κώλαση... (από Khan, 07/12/10)... και πότε ο παράδεισος... (από Khan, 07/12/10)Στις τρύπες της χαράς δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας... (από Khan, 07/12/10)Σε περιπτώσεις μεγάλης επιτυχίας... (από Khan, 21/03/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που χρησιμοποιείται :

  1. για να εκφράσει τη δυσπιστία του ομιλούντα απέναντι στην κατάφαση, συμφωνία, υπόσχεση κλπ. που προηγήθηκε,
    ή
  2. για να παροτρύνει σε μεγαλύτερη προσπάθεια-συνέπεια, να δεσμεύσει πραγματικά τον συνομιλητή (ως προς αυτό που εκείνος ενέκρινε, συμφώνησε, υποσχέθηκε κλπ.).

Δεν ενέχει σεξιστικό υπονοούμενο / σαρκασμό, πρόκειται περί χιουμοριστικής παρονομασίας (annominatio) που προκύπτει από το συνδυασμό ελλείψεως (eclipsis, defectio) και αντίστασης (ploke, distinctio): η πλήρης πρόταση που εννοείται είναι: «(Το εννοείς το Ok, είναι ένα) Straight (εδώ »ειλικρινές«) Ok ή (είναι ένα όχι straight=) gay Ok;»

Δεν αποτελεί κατά βάση σλανγκιστική γείωση με την έννοια των τιραμισουρεαλιστών του παρόντος ιστοτόπου, γιατί δε βάζει λουκέτο και τσιμεντογαλότσα στη συζήτηση -η βασική της λειτουργία είναι διευκρινιστική ή παρωθητική (όπως ειπώθηκε).

- Λοιπόν, όπως είπαμε, στις οχτώ στη στάση, έτσι;
- Ok.
- Ok ή γκέι;
- Είπα θα 'μαι, λήξις.

Σχετικοάσχετα: οκέικ, ο-γκέι

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκφράζει ικεσία ή δουλοπρέπεια.

Πω, ρε συνεχώς κάνεις αυτό που σου λέει αυτός ο τύπος. Αν σου πει να πέσεις απ' το γκρεμό θα πέσεις. Του φίλησες πραγματικά τ' αρχίδια.

Got a better definition? Add it!

Published

  1. Στα Σκυριανά, ο γοργοπόδαρος.

  2. Στα μηχανόβια σινάφια το αλάνι της ασφάλτου. Ο μοναχικός καβαλάρης που κόβει με τα γκάζια στο φουλ περισσότερα χιλιόμετρα το μήνα απ’ ότι άλλοι στο χρόνο. Ντόπες του η ταχύτητα, η μυρωδιά βενζίνης και γράσου ακομπανιαμέντο με τους ήχους της θεάς Μηχανής. Σκληρές ροκιές παίζουν σαν υπόκρουση στις πλείστες ταινίες που τον μυθοποίησαν σαν προσωποποίηση της ελευθερίας. Φέρει τον χαρακτηρισμό με τιμή και καμάρι. Η συνοδεύουσα βρωμιά, κούραση και ταλαιπωρημένη επιδερμίδα από ήλιο κι αέρα είναι αξεσουάρ όπως π.χ. η μπαντάνα. Ό,τι έχει νοιώσει δε θα το νοιώσουν οι λοιποί φευ, ούτε με μεταμόσχευση.

Από κοντά κι ο γκαζόκαυλος οδηγός πειραγμένων οχημάτων παντός είδους.

  1. Σε διάφορα επαγγέλματα δηλώνει το αντίθετο του στρογγυλοκαθισμένου στην καρέκλα γραφειάκια – κομπιουτεράκια του κλεισμένου σε τέσσερα ντουβάρια. Αυτόν που είναι μέσα σ’ όλα, συνεχώς σε κίνηση, τον κυνηγό στη ζούγκλα του πεζοδρομίου, τον μάχιμο π.χ. ρεπόρτερ.

Στα φωτογραφικά σινάφια είν’ αυτός που αντλεί τα θέματα απ’ τη ζωή του δρόμου, που ‘ναι στην τσίτα για τη στιγμή – ευκαιρία για το μεγάλο θέμα.

Νομίζω πως κυκλοφορούν δρομιάρηδες σλαγκοανταποκριτές.

  1. – Πού χάθηκες πάλι βρε δρομιάρη;
    - Εδώ.
    - Καππαδοκία!! Για τριήμερο ρε πούστη; Έχεις τζαζέψει κάργα. Καλά τη μάχα δε τη λυπάσαι; Τι την τάιζες;
    - Πάντα τα καλύτερα και μάλιστα φθηνότερα.
    - Αν βάλω χεράκι στο καθάρισμα παίζω στα προσεχώς;
    - Στα πόσα αλλάζεις φλάντζα;

  2. «… Θα μου πεις η Nikon δεν έχεις autofocus, αλλά η φωτογραφία δρόμου γίνεται κατά κανόνα μέρα, σε άπλετο φως. Σε αυτά τα εστιακά μήκη και γύρω στο f8 με f11, το βάθος πεδίου είναι γιγαντιαίο, πόσο δύσκολο είναι να το πετύχεις; Ότι πρέπει για τον... φτωχό, ερασιτέχνη, δρομιάρη καλλιτέχνη….»
    (αγορασμένο)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μπαμπαδισμός ή και παππουδισμός, λογοπαίγνιο αλλά και διακωμώδηση ανορθογραφίας.

Συνταγή - διευκρίνjιση για τον ξένο μεταφραστή -που δεν θα το βρει πουθενά αυτό, αλλά λέμε τώρα: λέμε «ορθώς ομίλησες» (=μίλησες σωστά), αλλά για πλάκα εννοούμε και καλά «ορθός» (=όρθιος). Ωσεκτουτού, προσθέτουμε μετά το «καίτοι καθιστός» (=αν και καθιστός) και, επειδή το καίτοι είναι παλιό και δύσκολο και ακούγεται σαν το όνομα Καίτη, παίζουμε και με την λάθος ορθογραφία.

- Εμ; Δίκιο δεν έχω;
- Ορθός ομίλησες καίτη καθιστός, μουάχαχα...
- Μπρρρρρρρ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το χαλάκι στη πόρτα εισόδου κατοικίας όπου σκουπίζουν και καθαρίζουν τις σόλες των υποδημάτων τους οι εισερχόμενοι.

Χρησιμοποιείται εναλλακτικά, για ποικιλία, αντί των συνώνυμων του: πατάκι, ταπέτο εξώπορτας, τσουλάκι.

Έτσι ακριβώς λέγεται και στη Τουρκία.

- Πριν μπεις, σκούπισε σε παρακαλώ τα πόδια σου στο πασπάς.

(από iwn, 06/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο παρατρεχάμενος υπουργού, μεγαλοεπιχειρηματία ή άλλου VIP, που του αναγγέλλει την άφιξη κάποιου επισκέπτη ενώ συχνά είναι επιφορτισμένος να «κόβει φάτσες» (ελληνιστί face control, screening).

Οι πασβάντηδες ή πασβάντες, ήσαν επί τουρκοκρατίας κάτι σαν νυκτοφύλακες, ενώ στα κύρια καθήκοντα τους ήταν να αναγγέλλουν την ώρα κτυπώντας με ραβδί σε πέτρα, ενώ ήσαν εφοδιασμένοι και με ρολόι.

Στο καφενείο του χωριού: - Πω πω πω, μεγάλος και τρανός ο Μήτρος στην Αθήνα. Πέρασα από 3 πασβάντηδες μέχρι να φτάσω στο γραφείο του.

ΧΑΡΗΣ ΠΑΣΒΑΝΤΙΔΗΣ (από iwn, 06/12/10)Serkisoff (από iwn, 06/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι η λύση, η θεραπεία.

Από το τούρκικο çare που σημαίνει ακριβώς το ίδιο.

  1. - Θα παιδευτούμε λίγο, αλλά στο τέλος θα βρούμε τσαρέ με δαύτον.

  2. - Τόσα χρόνια προσπαθώ, και δε μπόρεσα να βρω τσαρέ.

  3. - Θα πάω στο εξωτερικό μπας και βρω τον τσαρέ μου.

Ασθενής, απευθυνόμενος σε νοσοκόμα:Θέλω θεραπεία--Νοσοκόμα: Που τσαρές; (Που να σε θεραπεύσω;)   (από GATZMAN, 06/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτιτιουντ Νεοέλληνα που όντως βιοπαλεύει για να εξασφαλίσει ένα βράδυ γκλαμουριάς. Περιττό να πούμε ότι οι πέντε εργάσιμες και η μία γκλαμουριά ανά εβδομάδα είναι πολύ καλή αναλογία σε εποχές κρίσης, γι' αυτό και κυκλοφορεί και στις εκδοχές μια βδομάδα ή κάθε μέρα. Επίσης κυκλοφορεί και σε γκράφιτι.

Επίσης: Πέντε μέρες στην δουλειά, για μια νύχτα γκλαμουριά και το ημισκούμπρειο: Πέντε μέρες χαμαλίκι για μια νύχτα στον Τσαλίκη.

πέντε μέρες τρως τ' αγγούρι και το Σάββατο είσαι μούρη.

εγώ αγαπητοί μου μπλόγκερς έφαγα 5 αγγούρια μέχρι στιγμής κ η μούρη μου δεν άλλαξε καθόλου, πόσο μάλλον το πορτοφόλι ή κάποιος από τους πολλούς άδειους λογαριασμούς που έχω... για να μαι και μούρη, όχι τπτ άλλο.. (Εδώ).

Αξίζουν πέντε μέρες χαμαλίκι; (από Khan, 07/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified