Τα ψέματα, οι λόγοι κενοί περιεχομένου.

Παράγωγο του φουμάρω, δηλ. καπνίζω. Φούμαρο=καπνός, λόγια που απομακρύνονται όπως ο καπνός. Προέλευση από τα λατινικά, συναντάται και σε πολλές λατινογενείς γλώσσες ακόμα και σήμερα.

  1. Αποσπάσματα εφημερίδων:
    «Φούμαρα» οι μελέτες. Aυτό υποστηρίζει ο Mιχ. Φυτούσης, πρώην Πρόεδρος της ΔEYAX επικαλούμενος επιστολή του TEE.

2.«Φούμαρα και μεταξωτές κορδέλες» ήταν οι υποσχέσεις των υπουργών Οικονομίας Νίκου Χριστοδουλάκη και Υγείας Κ. Στεφανή, σχετικά με το θέμα της κάλυψης των ελλειμμάτων των εφημεριών, αφού μόνο στο ΠΠΝ Ρίου, που το έλλειμμα φθάνει τα 340.000 Ευρώ, το ποσό που πρότειναν δεν ξεπερνάει τις 30.000 Ε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ανακατεμένα, χωρίς καμιά απολύτως τάξη, αχταρμάς. Και οι δύο λέξεις είναι αρχαία επιρρήματα που έχουν την κατάληξη –δην, την οποία συναντούμε και σε πολύ γνωστά επιρρήματα.

Το φύρδην παράγεται από το ρήμα φύρω, συμφύρω πιο συχνά, που σημαίνει ανακατεύω. Το μίγδην παράγεται από το ρήμα «μείγνυμι», δηλ. ανακατεύω. Πρόκειται για λέξεις συνώνυμες και όταν χρησιμοποιούνται μαζί σημαίνουν πολύ ανακατεμένα, χωρίς καμιά απολύτως τάξη: π.χ. Είναι όλα φύρδην μίγδην, καρέκλες, βιβλία, βάζα, πιάτα, τρόφιμα.

- Ρε, τι θα γίνει τελικά με την ασφάλισή σου, μίλησες με τον εργοδότη σου;
- Μίλησα, αλλά δεν βγάζεις άκρη, φύργδην μίγδην, άρτσι μπούρτσι και λουλάς. Άλλα του λέω, άλλα μου απαντάει. Γάμησέ τα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η κοπέλα -σχεδόν όλες είναι γυναίκες- που έχει την ευθύνη να βρει και να κλείσει τους διάφορους μαϊντανούς οι οποίοi θα εμφανισθούν στα τηλεοπτικά παράθυρα για τον γνωστό σωκρατικό διάλογο με τον εισαγγελάτο του καναλιού. Είναι δημοσιογράφοι, συχνά έμπειρες, αλλά από τη στιγμή που θα εξειδικευθούν στο ρόλο της κλείστρας, οι δημοσιοκάφροι τις θεωρούν, εννοείται, παιδιά ενός κατώτερου θεού.

Συνώνυμο: παραθυρατζού. Δες και: σουπερατζού

Πίσω από κάθε τηλεπαράθυρο κρύβεται μια «κλείστρα». Με τσαμπουκά ή κλάμα, με θεμιτά (ή και αθέμιτα) μέσα, πείθουν τους καλύτερους... μαϊντανούς να εμφανιστούν στα δελτία για να μας δώσουν τα φώτα τους. (Ελευθεροτυπία, 09/03/2003)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έτσι ονομάζουμε το κατά συρροήν (ή κατά ρυπάς) κλάσιμο σε κλειστό χώρο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία αφόρητης ατμόσφαιρας, που ομοιάζει με θάλαμο αερίων.

- Δεν έκλεισα μάτι χθες. Είχαμε φασολάδα και ο αδελφός μου πλάκωσε το κλανίδι, οπότε έγινε η σφαγή του Μάι Λάι...

Βλ. και κλανιά

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το πολύ καλής ποιότητας χόρτο, από την Κρήτη. Το ουσιαστικό (χόρτο ή μπάφος) παραλείπεται, όχι μόνο για slangικούς λόγους, αλλά για να μην καταλάβει ο κόσμος για τι πράγμα μιλάνε.

- Παίζει καθόλου κρητικό;
- Μπα, δυστυχώς όχι. Μόνο αλβανικό της κακιάς ώρας.

Σχετικά: μαύρο, νταφού, νταμίρα, σκάν(γ)κ, μπάφος

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μετά από πολύ δυνατό χασμουρητό.

-Τι νύστα είναι αυτή ρε φιλαράκι.
-Το πήγα σερί χθες και είμαι κομμάτια (χασμουρητό). Θα σκίσουμε το στόμα μας...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Καταστρέφω, αχρηστεύω.
  2. Αποκαλύπτω πρόωρα.
  3. Τρελαίνομαι
  4. στον αόριστο μόνο: χρησιμοποιείται ως απειλή (συνώνυμα: τη γάμησες, την έβαψες, την έκατσες), που πιθανόν να βαστάει από τα χρόνια της Ιεράς Εξέτασης όταν έκαιγαν τις μάγισσες και τους κακοί στην πυρά...
  1. Τό 'καψε ο πατέρας σου το αμάξι. Δεν τον άκουγες τι φασαρία έκανε για να το ξεπαρκάρει σήμερα το πρωί;

  2. - ...και στο τέλος τον σκοτώνει και παντρεύονταιαιαιαι...
    - Ε ρε μαλάκα, την έκαψες την ταινία, τι μου λες το τέλος της; Τι θα πάω να δω εγώ τώρα;

  3. - Είδες μια ξεκωλόγρια που τραγουδούσε σήμερα στους μπάτσους «κάτω στο γιαλό κάτω στο περιβόλι», «νεραντζούλα φουντωτή» κλπ;
    - Α η κυρία Ειρήνη είναι αυτή. Τό 'χει κάψει τελείως, χρόνια τώρα.

  4. Κακομοίρα μου, μην του πεις κουβέντα απ 'όσα σού 'πα, κάηκες!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πέρδομαι και το δηλώνω στην υπόλοιπη παρέα για να...
- εκτιμήσει την προσφορά μου
- λάβει τα μέτρα της
- πείσω για την ειλικρίνεια και αγάπη μου σε αυτούς
- δω τις φάτσες τους
- φτιάξω ατμόσφαιρα
- βγάλω την υποχρέωση απέναντι σε άλλους που έχουν κεράσει ήδη...

- Να κεράσω άλλη μια;
- Βάστα κερνάω εγώ τώρα... πράοορτς!...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

O βρικόλακας σύμφωνα με τη βιβλιογραφία είναι ο νεκρός που, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, βγαίνει τις νύχτες από τον τάφο του και γυρίζει ανάμεσα στους ζωντανούς για να τους πιει το αίμα και γενικότερα να τους βλάψει.

Η έννοια κλειδί για το συγκεκριμένο ορισμό, είναι η αφαίρεση αίματος από έναν ζωντανό οργανισμό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η λέξη έχει χιουμοριστική χροιά.

Ως βρικόλακα στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρούμε κάποιον/α νοσοκόμο/α μιας νοσοκομειακής μονάδας που ασχολείται με την αιμοληψία. Η αιμοληψία βέβαια απ' αυτόν τον βρικόλακα, είναι εθελοντική κι όχι επιβεβλημένη (κλασσική έννοια).

Σε μια εταιρεία έχει έρθει μονάδα εθελοντικής αιμοδοσίας. Οι υπάλληλοι παίρνουν 2 μέρες άδεια απ' αυτήν την υπόθεση:
Πέτρος: Γιάννη, έλα ρε, ο βρικόλακας δε θα μας περιμένει για πολύ. Σε λίγο φεύγει.
Γιάννης: Πάμε να δώσουμε το πολύτιμο αίμα μας. Δυο μέρες είναι αυτές. Θα την περάσω ζάχαρημε τη Λίλιαν.
Πέτρος: Δεν τα ξέρεις καλά τα πράγματα φίλε. Εγώ στη γνώρισα, μαζί θα πάτε; Μαζί μου θα ‘ρθει.
Γιάννης: Κάνουμε κανα πικάντικο;

Έχω και μία κάρτα αιμοδοσίας κι όποτε θέλουν αίμα οι βρικόλακες απ' το νοσοκομείο, όλο και μου γράφουν, αλλά αυτή μάλλον δεν θα χρησιμέψει.
Δες.

Σε ένα πάρτι - όργιο οι βρικόλακες γεμίζουν τα ποτήρια τους με αίμα από ζωντανούς ανθρώπους, που έχουν ανοιχτές τις φλέβες τους (όπως γίνεται με την... αιμοδοσία)!
http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=3417914&publDate=15/6/2006

(από GATZMAN, 29/01/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει «ευνουχίζω» στην κυριολεξία, δηλαδή «κόβω» ας πούμε το το τρίτο το μακρύτερο και μετά μένουνε τα άλλα δύο, οι δύο όρχεις, σε μια κάπως φανταστική εικόνα. Χρησιμοποιείται ως απειλή σε οποιαδήποτε περίσταση.

«Μου έκανε τα τρία δύο» σημαίνει «μου τον έσπασε», με έπρηξε!

– Τώρα στο ντέρμπι θα σας σκίσουμε!
– Θα σας κάνουμε τα τρία δύο!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified