Το άτομο που μιλάει πάρα πολύ άσχημα, που στον λόγο του, χρησιμοποιεί λέξεις ή εκφράσεις άσεμνες, προσβλητικές, μη πρέπουσες, αγοραίες και βωμολοχίες.

(Χαλές = Τουαλέτα)

Είναι αυτός ένα χαλιόστομα....! Άμα αρχίσει δεν σε ξεπλένει ούτε ο Νιαγάρας...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατεπείγουσα μέθοδος για τη αφαίρεση φράντζας-κουρτίνας, άραχνου μακιγιάζ και κλαψομούνικου ύφους, εν όψει εισόδου στην οικία ή την εργασία του γονέα ή σε οιονδήποτε χώρο είναι απαραίτητη η ευπρεπισμένη εμφάνιση.

Η αποτυχία της μεθόδου μπορεί να επιφέρει από απλούς κακεντρεχείς σχολιασμούς και βλέμματα, έως καρδιακά κι εγκεφαλικά επεισόδια σε εγγύτερα πρόσωπα (μητέρα, πατέρας και λοιποί συγγενείς).

- Θα πάμε σπίτι σου αργότερα;
- Πρέπει να κάνουμε emoκάθαρση πρώτα, διαφορετικά η μάνα μου θα πάθει ταμπλά....

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το μέλος ή οπαδός της ομάδας Πανιώνιος. Βλ. και εδώ.

Σχετικά λήμματα: νιόνιος, Πλαταιείς.

Οι «πάνθηρες» έκαναν το μπρέικ… (Εδώ).

(από Khan, 21/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published

Ο μπάτσος ειδικών αποστολών που κυκλοφορεί αντακάβα (under cover, παραλλαγμένος/ιν κόγκνιτο) στα στέκια των παρανόμων, διεισδύει στις συμμορίες και συγκεντρώνει εκ των ένδον στοιχεία για το συνδικάτο του εγκλήματος και την ιεραρχία των προσώπων μέσα σ' αυτό.

Πλείστες αμερικλάνικες ταινίες έχουν αντλήσει τη θεματολογία τους από τις εν λόγω αστυνομικές επιχειρήσεις, με κορυφαίες το Donnie Brasco (βασισμένο στην αληθινή ιστορία του Joseph Pistone, με τον Johnny Depp στον ομώνυμο ρόλο) και, φυσικά το θρυλικό Serpico με τον Al (fonso) Pacino στον ρόλο του πράκτορα Frank Serpico, ερμηνευμένο με τέτοια επιτυχία, που χάρισε την ταυτωνυμία «Σέρπικο» σε κάθε μπάτσο του συγκεκριμένου είδους.

Ο Σέρπικο παίζει συχνά την ζωή του κορώνα-γράμματα καθώς, αν αποκαλυφθεί ο διπλός ρόλος του από τους γκάνγκστερ τους οποίους συναναστρέφεται, είναι πολύ πιθανό να βρεθεί με ένα τρίτο μάτι, ενώ και στις περιπτώσεις που φέρει σε πέρας την αποστολή του, δεν τον αναμένει παρά μια πενιχρή αμοιβή (στα όρια της δημοσιονομικής λιτότητας) και μια ζωή στην εξορία με νέο πιστοποιητικό γέννησης και υπό πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων.

ΥΓ: Ρισπέκ στη salina για το λ. σεκιουριτάς

  1. Έλληνες «Σέρπικο» κατά των εμπόρων ναρκωτικών. (εδώ)

2.«Σέρπικο» κατά φοροφυγάδων (εδώ)

Ο Frank Serpico κατά την τελετή αποφοίτησης του από την Αστυνομική Ακαδημία (από allivegp, 21/04/12)Ο Frank Serpico επί τω έργω, under cover (από allivegp, 21/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Με πρότυπο τον γερμανοτσολιά σχηματίζονται λέξεις με δεύτερο συστατικό την λέξη τσολιάς, οι οποίες σημαίνουν ότι κάποιος είναι οιονεί δοσίλογος, τσολάκογλου ένα πράμα, ή, έστω, ότι πρακτορεύει τα συμφέροντα μιας ξένης δύναμης και προδίδει το έθνος. Το πρώτο συστατικό αυτών των λέξεων δηλώνει σε ποιον προδίδει ο προδότης.

Χρησιμοποιείται και στον αθλητισμό για να δηλώσει μικρές ομάδες που υποτίθεται ότι χάνουν επίτηδες για να ωφεληθούν μεγαλύτερες ομάδες, στις οποίες είναι υποτελείς. Υπάρχουν επίσης και τσολιάδες που δεν είναι πουλημένοι σε έθνη-κράτη, αλλά σε άλλου τύπου εξουσιαστικές δυνάμεις, είτε του εξωτερικού, είτε και του εσωτερικού.

Παραθέτω και την συχνότητα χτυπημάτων στον γούγλη, σήμερα 21/4/2012 (διπλή επέτειο της 21.4.1941 και 1967) ως ένα τελείως σχετικό στατιστικό στοιχείο.

- αγγλοτσολιάς : 176
- αθηνοτσολιάς : 1
- αλβανοτσολιάς : 5
- αμερικανοτσολιάς (άκα ΗΠΑνθρωπος) : 4240
- αριστεροτσολιάς : 3
- βαζελοτσολιάς : 2
- βουλγαροτσολιάς : 1 - γαλλοτσολιάς : 1
- γαυροτσολιάς : 36
- γερμανοτσολιάς : 98300
- γιωργοτσολιάς : 4
- δεξιοτσολιάς : 1
- εβραιοτσολιάς : 43
- ελβετοτσολιάς (περισσότερο γνωστός ως ελβετόψυχος) : 1
- ισπανοτσολιάς : 0, βλ. σπανιώλης
- ιταλοτσολιάς : 3
- κινεζοτσολιάς : 7
- νατοτσολιάς : 1
- πασοκοτσολιάς : 7
- ρωσσοτσολιάς : 4
- σουηδοτσολιάς : 3
- τουρκοτσολιάς : 462
- τραπεζοτσολιάς : 74

Άλλοι τσολιάδες ουχί δοσίλογοι: βλαχοτσολιάς, παπαροτσολιάς, σαρματσολιάς. Ο αλβανοτσολιάς μπορεί να είναι είτε ο εξυπηρετών τους Αλβανούς, είτε ο αλβανικής καταγωγής ψευτο-Έλληνας μη δοσίλογος τουναντίον εθνικά υπερήφανος.

  1. Για αυτο λεω να φουνταρεται και οι δυο σιχαμενοι 5φαλαγγιτες-Αθηνοτσολιαδες. (Εδώ).

  2. περυσι περηφανος βαζελοτσολιας ... φετος λαθραναγνωστης ολυμπιακων εφημεριδων ... με μια λεξη -διαχρονικα και με συνεπεια- ΠΑΟΚ ! (Από zoo.gr).

  3. Κλεινοντας,χαιρομαι που δεν μπηκες στην ανοητη λογικη(;) περι γερμανοτσολιαδων κλπ φαιδρων.Αν υπαρχει γερμανοτσολιας,αυτος ειναι καθενας που αντι να αναλυσει τις αιτιες και εντοπισει τους ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥΣ ενοχους,τους απαλλασσει,βαφτιζοντας ενοχους ΑΛΛΟΥΣ!Απο ιδιοτελεια,ή,συνηθως,βλακεια,δεν εχει σημασια.Το να λεει ομως οτι ο εξωθεν ελεγχος ειναι προσβλητικος(συμφωνω!),ομως η εδω διαφθορα ειναι περιπου...φυσιολογικη,ε,με συγχωρεις αλλά ιδου ποιος ειναι ο γερμανοτσολιας!«Η,καλυτερα,ποιος ειναι ο...ελβετοτσολιας! (Εδώ).

  4. Αμερικανοτσολιάδες, ελβετόψυχοι, αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι, ελεύθεροι, πολιορκημένοι, επαγγελματίες, ήρθεν η ώρα σας. Δούρειος Ήχος με τον Τζίμη Πανούση.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επειδή οι εμπορικές ονομασίες όμως είναι συνήθως μακρόσυρτες και δυσνόητες και τελειώνουν σε -εξ χρησιμοποιείται ο όρος για να δηλώσει φάρμακο για αποβολή. Εναλλακτικά το χάπι της επόμενης μέρας.

Προς φαρμακοποιό: «Κανα αποβολέξ έχετε;»

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παραπλήσιο με το κάνει την πουτάνα με αλλουνού κώλο, ή: «έξω απ’ το χορό πολλά τραγούδια λέγονται».

Όταν λοιπόν κάποιος/-α: • ξεκινάει και κατηγορεί κάποιον/-α για λάθος χειρισμούς σε κάποια υπόθεση, ή
• μιλάει χωρίς να λαμβάνει υπόψη όλα τα δεδομένα, ή
• αναφέρεται σε γεγονός που δεν συνέβη στον ίδιο, ή
• δεν κινδυνεύει σε κανένα επίπεδο από τις συνέπειες των λόγων του και δεν θα υποστεί τις δυσκολίες που θα προκύψουν από τα λεγόμενά του όταν περάσουν στο επίπεδο της εφαρμογής, συναντάμε αυτήν την έκφραση που βρίσκει μεγάλη εφαρμογή στην καθημερινότητα, καυτηριάζει την κλασική νοοτροπία του φραπέλληναπου έχει άποψη (όπως και κωλοτρυπίδα) για όλα και για όλους, θέλει να γίνει πρωθυπουργός ή έστω πρόεδρος σε κάτι και φυσικά δηλώνει ανεμπόδιστα ότι θέλει.

Ενέχει σεξιστική, αλλά περισσότερο περιπαιχτική διάθεση για το τρίτο φύλο, παρά ευθεία προσβολή, καθώς το ζητούμενο δεν είναι οι σεξουαλικές προτιμήσεις του καθενός, αλλά η αβασάνιστη και απερίσκεπτη διατύπωση απόψεων εκ του ασφαλούς, με βάση το ότι δεν μπαίνει το μαχαίρι στο κόκκαλο, το αγγούρι στον ποπό και τα λιμά...

Γιατί όπως λένε και στο χωριό μου, τον πούστη με τον κώλο αλλουνού είναι εύκολο να τον κάνεις. Εδώ.

(από Khan, 20/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γαλλοφλώρικη έκφραση εκ του je ne sais quoi, που σημαίνει «δεν ξέρω τι», ή, ευρύτερα, «αυτό το κάτι το πώς το λένε;» ή «αυτό το ξερωγώ». Θα το μετέφραζα και ως αύρα.

Το λέμε για αυτό το κάτι το άπιαστο, το οποίο υπερβαίνει ένα σύνολο ιδιοτήτων κάποιου. Δηλαδή για να είσαι κάτι, λ.χ. επαναστάτης, Λατίνος εραστής, Σλάνγκος Δράκος, σελεμπριτόνι, μεταλάς, άνθρωπος του υποκόσμου, νταβατζής, άνθρωπος του μόχθου ενίοτε δεν φτάνει να εξασφαλίσεις αντικειμενικές ιδιότητες, αλλά πρέπει να έχεις και αυτό το κάτι το άπιαστο, μια αύρα σχετική. Αντιστρόφως, μπορεί να μην συγκεντρώνεις όλες τις απαιτούμενες ιδιότητες, και όμως να έχεις το ζενεσεκουά, οπότε ακριβώς λόγω αυτού του λ.χ. επαναστατικού ζενεσεκουά, να σε βλέπουνε όλοι και να λένε «να, ένας επαναστάτης». Το ζενεσεκουά είναι κάτι που ή τό 'χεις, ή δεν τό 'χεις, κι ακόμα κι αν το αποκτήσεις στην πορεία, θα έρθει ως χάρισμα εκεί που δεν το περιμένεις, και χωρίς να έχεις κοπιάσει γι' αυτό. Ή θα έρθει, ακριβώς όταν πια θα έχεις απελπιστεί ότι δεν πρόκειται ποτέ να το αποκτήσεις.

Γι' αυτό η έκφραση χρησιμοποιείται συνήθως ως «έχει αυτό το ζενεσεκουά», ή «καλός είναι, αλλά του λείπει αυτό το ζενεσεκουά». Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτός που έχει το ζενεσεκουά έχει τσαμπουκά, αρχίδια, νεφρά, άλλοτε έχει μια σχετική -φατσα, αλλά συνηθέστερα το ζενεσεκουά είναι κάτι πολύ πιο ευαίσθητο και κρύφιο.

Πάσα (Δ.Π.): Vrastaman.

  1. Προτείνω να εισάγουμε κι ένα άλλο είδος αντωνυμίας στο υπουργείο παιδείας, ή στον κ. Μπαμπινιώτη ή δεν ξέρω που αλλού:
    Την κλάση των Ζενεσεκουά αντωνυμιών, οι οποίες θα φανερώνουν αυτό το κάτι μπουρδέλο.
    Πχ, «νοιώθω ζμουτ σήμερα».
    Ή, «πω πω … μόλις την είδα έγινα παρασυμπαθητικόνος«, κλπ. (Εδώ).

  2. - Αν μας μιλούσαν για το «Βράχμα» ή το «Άτμαν» ή την ᾿« Παγκόσμια Υπερβατική Συνείδηση», θα μάγευαν τα αυτιά μας;
    - Ε ναι, όσο να πεις, «Άγιο Πνεύμα»... του λείπει ένα γκλαμούρ, μια δόση εξωτικού μυστηρίου, ένα ζενεσεκουά... (Εδώ).

  3. Έχουν ένα κατιτίς τα ποζεράδικα, μια χαζοχαρουμενιά να την πεις, ένα ζενεσεκουά τελοσπάντων. (Εδώ).

  4. μπορει εκ πρωτης οψεως να φαινεται μισοριξια και παρλιακο (και φοραει ολο ριγε) αλλα εχει θεικο κεφαλι και ενα αναμφισβητητο ζενεσεκουα. (Κι αν ήσουν ο Αρίστος (Ωνάσης);).

  5. Που να έχει αυτό το επαναστατικό ζενεσεκουά… Γιατι δε βάζεις κάννα μπουρλότο σε καμιά φάμπρικά; Γιατί δε ρίχνεις και εσύ κάννα γκαζάκι στον Δημοσίας Τάξεως; (Εδώ).

  6. Ψηφιακή κλάκα δεν μπορούν να οργανώσουν οι οπενγκόβενοι, δεν έχουν το απαιτούμενο ζενεσεκουά. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Κατάσταση στην οποία περιέρχεται άτομο που προκαλεί την τύχη του κάνοντας διάφορες παπαρίτσες σε κάποιον, ο οποίος μετά απο όλα αυτά, του τάζει γαμήσι δίχως αύριο αν τον πιάσει στα χέρια του, λόγω του εκνευρισμού που του προκαλεί. Η έννοια βέβαια εμπεριέχει ποιητικά στοιχεία, διότι η υποσχόμενη πράξη που θα είναι τόσο βάρβαρη ώστε να μην υπάρχει αύριο για το αντικείμενο, λαμβάνει αυτή τη χροιά ώστε να μεγεθύνει το παραγόμενο αποτέλεσμα.

-Έτσι και σε πιάσω στα χέρια μου, θα φάς ένα γαμήσι δίχως αύριο!

Ενα γαμήσι δίχως αύριο το γαμήσι αυτό (από GATZMAN, 19/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

αζνάρωτος. (Στα Λημνιά) Αζωνάρωτος, ο χωρίς ζώνη, αλλά και αυτός που βγήκαν τα πουκάμισά του απ’ το παντελόνι του, ο αμπλαούμπλας, ο κουζουλός, ο άγριος.

Και αξεζνάρωτος.

*Ήρτε αξεζνάρωτος για καυγά = Δηλ. με λυμένο το ζωνάρι για καυγά, έτοιμος.

*Αζνάρωτ’ και αβράκωτ’ = Δηλ. χωρίς προίκα.

*Αζνάρωτος Φακιώταρος = Αγροίκος τσοπάνης από την περιοχή Φακός.

*Αζνάρωτος Πορπόργιανος = Άγριος Πουρπουλιανός.

*Σαν αζνάρωτος γαμπρός = Καυλωμένος.

Ήρτε προυινιάτκα αζνάρωτος κι καυλωμένος για τζουμχούρ.

«Αζνάρωτ’ η βρακούδα σ’
στο μεγ’ντάν’ η μπεγλεμπούδα σ’
τα κδουνέλια πέρα δώθε
κι όσο σ’ερτ η γιόροξ μπώθε».

«Γαμπρός μας αξεζνάρωτος
και αξεβρακωτένιος
ο κώλος τ’ έναι μαλλιαρός
κι ο πούτσος του μπρουτζένιος».

(από Τσακ εις την μέσην, 05/07/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified