Στη γλώσσα των υπολογιστών, το φορμάτ (απ' το αγγλικό «format» που σημαίνει διαμόρφωση) σημαίνει την οριστική διαγραφή δεδομένων από έναν σκληρό δίσκο. Στην περίπτωσή μας, η ίδια έκφραση ισχύει και για την διαγραφή ανθρώπων, πραγμάτων ή καταστάσεων, απ' τον εγκέφαλο κάποιου/κάποιας, που διενεργείται υποσυνείδητα όταν η γνωριμία έχει γίνει κάτω από γρήγορες συνθήκες.

Στα πλαίσια μιας γνωριμίας, το φορμάτ μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και μετά από φάσωμα ή σεξ, ανάλογα με την ψυχοσύνθεση του ατόμου που θέλει να κάνει το φορμάτ και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται.

- Είδα ότι πήρες τηλέφωνο απ' τη μικρή το Σάββατο. Έκανες τίποτα;
- Ούτε καν. Δύο φορές την πήρα και δεν το σήκωσε. Στάνταρ έχει κάνει ήδη φορμάτ.

(από HardcoreGR, 26/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η περίοδος που ακολουθεί μετά τα πρώτα σιρόπια και κυρίως μετά τα πρώτα γκολ, όταν και θεωρούμε ότι το νέτο είναι πλέον μαζί μας, δηλαδή στα πρώτα στάδια της σχέσης. Το στρώσιμο στον άντρα είναι όταν μπαίνει σε σοβαρή σχέση.

Από αρσενικό προς θηλυκό χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις:
- Όταν είναι παρθένα.
- Όταν βρίσκεται σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση.
- Όταν είναι κολλημένη με άλλον.
- Σε μεγάλες διαφορές ηλικίας, άλλα ενδιαφέροντα ή οτιδήποτε άλλο ανησυχεί το μυαλό του ασθενούς φίλου.

Από θηλυκό προς αρσενικό χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις:
- Αν ο άντρας έχει άστατη ζωή (ποτά, γυναίκες κτλ.) και η σύντροφός του θέλει να τον βάλει στον ίσιο δρόμο.
- Αν συμπεριφέρεται άσχημα και θέλει λίγο φτύσιμο για να ζηλέψει.
- Αν είναι τεμπέλης και πρέπει να στρωθεί στη δουλειά.

  1. - Τι έγινε ρε Σάββα, το 'στρωσες το γκομενάκι;
    - Ναι. Καιρός ήταν. Μετά από τόσα ραντεβού, της έδωσα μερικές γερές δόσεις σεξ, της έσβησα τα τηλέφωνα του πρώην και τώρα μου άρχισε τους έρωτες και λέει ότι είναι ευτυχισμένη. Ε, ήθελε πρωτοβουλία το πράμα.

  2. - Μωρή λες ο άντρας σου να τραβιέται με τη Ρωσίδα που φέρνετε να σας καθαρίζει;
    - Μπα, από τότε που άρχιζα να βγαίνω με τις φίλες μου, έχει σκάσει απ' τη ζήλια του και δεν κάνει τίποτα. Τον έχω στρώσει σου λέω.

(από HardcoreGR, 26/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που κατά την έκφραση μπρίκια κολλάμε; δεν είναι όντως ικανός σε αυτό που κάνει.

Ως προς την ορθογραφία της λέξης προτείνεται η χρήση του αοριστικού θέματος του ρήματος «κολλῶ» (κολ-), ώστε να προσιδιάζει περισσότερο στη λέξη βρικόλακας και ως εκ τούτου το λογοπαίγνιο να αποκτά υπόσταση και στον γραπτό λόγο.

Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις τα πράγματα περιπλέκονται πραγματολογικά όταν έχουμε κατά νου τον εξής ορισμό της λέξης βρικόλακας, οπότε και μπορεί να αναφερόμαστε σε κάποιον/-α αδέξιο/-α νοσοκόμο/-α που για να βρει φλέβα κατακρεουργεί τον υποψήφιο αιμοδότη.

- Πήγαινε ρε Τάδε στη συνέντευξη για τη δουλειά, πού ξέρεις, μπορεί να σε πάρουν!
- Άσε ρε Δείνα, αφού με ξέρεις, είμαι μπρικόλακας... και να με πάρουν θα με απολύσουν...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάποιοι θεωρούν τις διαφορές μεταξύ πορνογραφίας και ερωτικής λογοτεχνίας θολοκουλτουριάρικες δηθενιές ανάξιες καταγραφής σε περιοχές που πιάνει το μελάνι. Σαν αδιάσειστο τεκμήριο επικαλούνται την ακούσια αιμάτωση και την αύξηση της σχετικής υγρασίας σ’ αυτές ακριβώς τις περιοχές αναγνωστών κι αναγνωστριών.

Με σλόγκαν «μ’ ένα Άρλεκιν ..ξεχνιέσαι» τα γυναικεία / αισθηματικά μυθιστορήματα της ομώνυμης σειράς καλύπτουν (απ’ το ’49 στον Καναδά, απ’ το ’79 στην ψωροκώσταινα) τις ... λογοτεχνικές ανάγκες πλείστων όσων γυναικών κάθε ηλικίας και τάξης που τη βρίσκουν με ρομάντζα και καυτά ερωτικά πάθη σε ντεκόρ εξωτικά ή και κοσμοπολίτικα κάθε άλλο παρά ιφκινθιακά.

Με ευφάνταστους τίτλους στυλάκι «Απαγορευμένη Έλξη» και τον αξέχαστο σε μια παρέα «Βαθιά στην κοιλάδα, ψηλά στο βουνό», κάργα με αφόρητα κλισέ του τύπου «..προτού προλάβει να καταλάβει τι γινόταν, εκείνος την τράβηξε κοντά του και ανασήκωσε το πιγούνι της με το δάχτυλό του. Και για μια στιγμή που κράτησε αιώνες, η Ρόουζ ξέχασε τα πάντα, συγκλονισμένη από το άγγιγμά του..» οδήγησαν πολλές στον εθισμό με τον ακαταμάχητο ...Αρλεκίνο.

Που έχει τετράγωνο θεληματικό πηγούνι, αδρά χαρακτηριστικά, δυνατά και γραμμωμένα μπράτσα, κοιλιακούς σκακιέρα, στήθος μάρμαρο, λαίμαργα χείλη, αρχαιοελληνική μύτη, αετίσιο βλέμμα, ατσάλινη θέληση, τόλμη και γοητεία, περηφάνια και προκατάληψη, καυτό μόριο αλλά υπομονή και τρυφερότητα στο ξεπαρθένιασμα, είναι ψηλός, ματσό, συχνότατα γόνος κι αγνοεί το καραφλάζ και τις καπότες (πού να του χωρέσουν άλλωστε;).

Ηθικός αυτουργός του «δεν υπάρχεις» και του «δεν υπάρχουν άντρες πια»; Εξωπραγματικών προσδοκιών οπότε και κερατωμάτων, καταθλίψεων και διαζυγίων ή απλή φαντασίωση που υποβοηθά ενίοτε σε μη προσποιητούς συζυγικούς οργασμούς;

Ο όρος έπαιξε αρκετά μεταξύ γυναικών, κυρίως στα 80ζ, άλλοτε υποτιμητικά και κοροϊδευτικά, άλλοτε συνωμοτικά όπως κι άλλοι παρόμοιας ετυμολογίας όπως ο Νόρος από τα παρεμφερή Βίπερ Νόρα.


Αφιερωμένο στον alexismpolis για την εδώ εξέλιξη του όρου.

Το πρόβλημα δεν είναι η θεματολογία του γιατί ακόμη και στο αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο που κινούνται τα βιβλία που κρύβουν βαθιά μέσα στις σελίδες τους ένα ’’Αρλεκίνο’’ μπορεί κάποιος να βρει κάτι καλό. Το θέμα είναι ότι όλα τα βιβλία του είδους γράφονται από γυναίκες και απευθύνονται σε γυναίκες με τρόπο κάθετο που δεν αφήνουν την παραμικρή ελπίδα σε άντρα, πιθανό αναγνώστη, να τους ρίξει μια ματιά παραπάνω.

(Απ’ το δίχτυ)

...σχεδόν βάναυσα... (από jesus, 26/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Με αφορμή την επέτειο της εθνικής μας παλιγγενεσίας θα ήθελα να μοιραστώ με το σλανγκεπώνυμο πλήρωμα ορισμένες εκφράσεις που διασώθηκαν από τους ιδρυτικούς μας πατέρες και οι οποίες τους καθιστούν εκτός από εθνικούς μας ήρωες και μεγάλες σλανγκαλήτρες.

- Αη-Λιας, Προφητηλίας: ο οπλαρχηγός που δεν πολεμά μαζί με τα παλληκάρια του, αλλά τους παρακολουθεί με τα κυάλια από υψωμένα σημεία των λόφων ή βουνών, ώστε να μην κινδυνεύει και σε περίπτωση ήττας να την κάνει. Η παρομοίωση αφορά στις εκκλησίες του προφήτη Ηλία, που σύμφωνα με την παράδοση τοποθετούνται στις κορυφές των βουνών. Η έκφραση στιγματίζει την δειλία του οπλαρχηγού που δεν συμμερίζεται τους κινδύνους των ανδρών του. Είναι όμως με την καλή έννοια και χαρακτηριστική του κλέφτικου τρόπου μάχης, όπου οι κλέφτες αποφεύγουν τις μάχες εκ παρατάξεως, γιατί δεν μπορούν, αλλά εφορμούν από τα βουνά και πάλι εξαφανίζονται στις δύσβατες κορυφές τους. Ειδικά, αποτελούσε παρατσούκλι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη που έβγαλε όλην την επανάστ χωρίς να κινδυνέψει άμεσα, (ενώ είχε πολλάκις και κινδυνεύσει θανάσιμα και λαβωθεί στους προηγούμενους κλεφτοπόλεμους) και που η πρώτη μέριμνά του ήταν να βρίσκει τις οδούς διαφυγής. Συμβούλευε σχετικά και τον Γ. Καραϊσκάκη, αλλά αυτός δεν τον άκουσε και αδικοχάθηκε. Ο Θ. Κολοκοτρώνης φαίνεται ότι πανηγύριζε τον χαρακτηρισμό, καθώς σε μια περίπτωση, που την είχε κάνει με ελαφρά πηδηματάκια ύστερα από μια ήττα, από μονοπάτια που ήξερε μόνο αυτός χρησιμοποίησε την έκφραση «αναλήφθηκα», παραπέμποντας μάλλον στην πυρφόρο ανάληψιν του προφήτου Ηλιού στους ουρανούς.

Παραδείγματα:
Ο Κολοκοτρώνης θυμήθηκε τα παλιά. Πάει να πιάσει τα κορφοβούνια και τους Αηλιάδες να ξαναγίνει κλέφτης!
(Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης σκωπτικά για τον κλέφτικο τρόπο πολέμου του Θ. Κολοκοτρώνη, διάλογος αναπαραστημένος από τον Δ. Φωτιάδη).

«Πηγαίνεις να φυλάξης τας κορυφάς των βουνών, ωσάν τον προφήτην Ηλίαν». (Ο ίδιος διάλογος στα Απομνημονεύματα του Κανέλλου Δεληγιάννη).

- βγαίνω στο κλαρί: γίνομαι κλέφτης στα βουνά, μάλλον δεν έχει ακόμη την μεταφορική σημασία του εκπορνεύομαι.

- το βρακί της Κατερίνας: ένα γυναικείο βρακί που ο Γ. Καραϊσκάκης το φορούσε σε όποιον αναδεικνυόταν κάθε φορά ο πιο δειλός για να τον διαπομπεύσει.

- γουναρικό: οι πρόκριτοι, επειδή φορούσαν χλιδαίες ασιατικές γούνες.

- έρχομαι με τον ζουρνά: γίνεται κάτι εύκολα και πανηγυρικά, με την συνοδεία του ομώνυμου μουσικού οργάνου, χωρίς κόπο, αλλά με «τυμπανοκρουσίες» όπως λέμε σήμερα.

Παράδειγμα: «Πρώτον εσύ [καπετάν-Νότη] όπου όλα θέλεις να έρχονται με τον ζουρνά». (Γεώργιος Καραϊσκάκης σπήκινγκ από τα Απομνημονεύματα του Κασομούλη).

- καλαμαράς: αυτός που γνωρίζει γραφή και αναλαμβάνει την γραμματειακή και γραφειοκρατική οργάνωση του Αγώνα, σε αντίθεση με τους αναλφάβητους ατάκτους πολεμιστές των οπλαρχηγών. Ως καλαμαράς μπορούσε να χαρακτηριστεί και ένας πολιτικός. Μεταξύ των δύο υπήρξε ανταγωνισμός και κάποιοι καλαμαράδες πολιτικοί κατάφερναν να παγιδεύσουν επικίνδυνους για την κεντρική εξουσία οπλαρχηγούς εξ ου και η δυσπιστία των οπλαρχηγών για τους καλαμαράδες.

Παράδειγμα:
«Βλέπετε τουτουνούς τους καλαμαράδαις; Αυτοί θα μας φαν το κεφάλι μια μέρα». (Οδυσσέας Ανδρούτσος. Και πράγματι ο Ανδρούτσος φυλακίστηκε και δολοφονήθηκε στην φυλακή του στην Ακρόπολη).

- γκενεράλ- γολέτα: ο Δυτικοευρωπαίος επικεφαλής ελληνικών στρατευμάτων που τα διηύθυνε στέλνοντας εντολές, όχι από το πεδίο της μάχης, αλλά από την γολέτα του στα ανοιχτά του πελάγους, ώστε να μην κινδυνεύσει και να μπορεί να την κάνει σε περίπτωση ήττας. Ο Γ. Καραϊσκάκης έβγαλε αυτό το παρατσούκλι για τον Άγγλο στόλαρχο Cochrane, ο οποίος έγινε αιτία της πανωλεθρίας στην μάχη του Φαλήρου. Επέμενε να δοθεί η μάχη, όπου αποδεκατίστηκαν οι Έλληνες, επειδή αυτό τον συνέφερε στο πλαίσιο ενός παιχνιδιού στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου.

- καπάκι: ανακωχή που κανόνιζε ένας οπλαρχηγός με τους Τούρκους. Ανάλογα με τις πολιτικές σκοπιμότητες των διαφόρων ελληνικών φατριών μπορούσαν να παρουσιαστούν είτε ως σωτήρια μέθοδος για να σωθεί ο άμαχος πληθυσμός και να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος, είτε ως προδοσία, όπως προσπαθούσε να παρουσιάσει ορισμένα καπάκια ο Α. Μαυροκορδάτος για να εξοντώσει ηθικά και φυσικά αντιπάλους οπλαρχηγούς.

- καπετάν-Ψωμάς: ο καπετάνιος που είχε αλώσει τις περισσότερες πόλεις από κάθε άλλον οπλαρχηγό, Ρωμιό ή Τούρκο, ήταν ο καπετάν-Ψωμάς, δηλαδή η έλλειψη ψωμιού, ο λιμός, που ανάγκαζε τους πολιορκημένους να παραδοθούν. Η έκφραση λεγόταν όταν οι πολιορκητές δεν έκαναν καμία προσπάθεια για κάτι ηρωϊκό, όπως έφοδο, επίθεση κ.τ.λ. αλλά αφήνονταν νωχελικά να πάρει την πόλη ως από μηχανής θεός ο καπετάν-Ψωμάς.

- κρεμασμένος: ο ψηλόλιγνος και μακρολαίμης. Παρατσούκλι του Μακρή από τον Γ. Καραϊσκάκη.

- κωλοπλυμένος: αυτός που δεν έχεζε στο δάσος, όπως οι κλεφταρματολοί, αλλά φρόντιζε σχολαστικά για την καθαριότητα του κώλου του και ήταν ωσεκτουτού φλώρος. Αλλά και πανούργος. Στις τάξεις των κωλοπλυμένων ανήκαν οι καλαμαράδες, οι εξ Εσπερίας φραγκοφορεμένοι και άλλοι πονηροί που παγίδευαν με τις δολοπλοκίες τους τους αγωνιστές, εξ ου και το κωλοπλύσιμο προκαλούσε δυσπιστία και ανησυχία για μελλοντικές ραδιουργίες εις βάρος των κωλοαπλύτων, που αποτελούσαν τις υγιείς δυνάμεις της Ρωμιοσύνης.

- λάδι: η έκφραση «πούλα το λάδι γιατί η τιμή θα πέσει» ήταν το σύνθημα του Γιάννη Γκούρα για να δολοφονηθεί στη φυλακή του στην Ακρόπολη ο Οδυσσέας Αντρούτσος.

- λιμπά.

- μάλωνε η ψείρα με το σκουλήκι: έκφραση του Ι. Μακρυγιάννη για την λέρα των πολιορκημένων της Αθήνας.

- μόνο με το κορμί μου: λέγεται σε δύο περιπτώσεις: α) Όταν κάποιος, ξένος ή Ρωμιός, καταφτάνει από το εξωτερικό χωρίς βοήθεια οικονομική ή στρατιωτική, αλλά μόνος του με αόριστες ρητορικές εξαγγελίες και υποσχέσεις
β) Όταν ένας οπλαρχηγός καταφτάνει στους πολιτικούς χωρίς τις δυνάμεις του, οπότε εκθέτει τον εαυτό του.

- μορόζα.

- μπράτιμος.

- νταβατζής: χρησιμοποιείτο και με την σημασία του οπλαρχηγού που προστάτευε μια επαναστατημένη πόλη, όπως λ.χ. ο Οδυσσέας Ανδρούτσος την Αθήνα.

- νταλιάνα: η ψηλή και όμορφη γυναίκα, ο μούναρος. Νταλιάνι (εκ του τουρκικού dalyan) ήταν ένα είδος εμπροσθογεμούς ντουφεκιού, οπότε η έκφραση χρησιμοποιείτο όπως το τουφέκι και το όπλο. Ο Γ. Καραϊσκάκης αποκαλούσε έτσι την Γκούραινα, την λεβεντομούνα χήρα του Γιάννη Γκούρα που είχε απομείνει στην πολιορκημένη Ακρόπολη.

Παράδειγμα:
- Μπράτιμε, είτε εσύ να μπεις στο κάστρο και να πάρεις με τη νταλιάνα του Γκούρα και το βιο του, είτε να μπω εγώ. Μα ένα φοβούμαι... Μη δε με θελήσει εμένα τον αρρωστιάρη κι αρπάξει κανέναν παλικαρά και χάσουμε μπράτιμε τόσο βιο. Σένα όμως που είσαι νιος και νταβραντισμένος, δεν θα ξεκολλήσει από πάνω σου!»
(Διάλογος του Γ. Καραϊσκάκη με τον Κριεζώτη που αναπαριστά ο Δ. Φωτιάδης. Ο σκοπός του Γ.Κ. ήταν να δώσει κίνητρα στον Κριεζώτη για να αναλάβει την επικίνδυνη αποστολή να μπουκάρει στην Ακρόπολη. O Δ. Φωτιάδης προστατεύει τον εθνικό μας ήρωα από κάθε υπόνοια κυνισμού και τονίζει εν προκειμένω την σωτηριώδη κινητροδοσία, αλλά και τον ερωτικό αλτρουισμό του).

- ξινογαλάς, ξινόγαλο: παρατσούκλι του Σαρακατσάνου Γιώργου Τζιόγκα από τον Γ. Καραϊσκάκη.

- Οθωνούπολη: έτσι λεγόταν η Αθήνα στον καιρό του Όθωνα, από όσους δεν χώνευαν ότι είχε γίνει πρωτεύουσα το χωριουδάκι.

- πουτζιαράς: ο πουτσαράς, αλλά και γενικώς το ένοπλο παλληκάρι ενός οπλαρχηγού, λ.χ. σε καταμετρήσεις στρατευμάτων, όπου απαριθμούσαν πόσους πουτζιαράδες είχε ο καθένας στη δύναμή του.

Παράδειγμα:
«Οι υπέρ του Καραϊσκάκη άρχισαν πλέον αναφανδόν να φωνάζουν, άλλος ότι αθωώθη, [...] άλλος εκθείαζεν το παρρησιαστικόν του, άλλος την ετοιμολογίαν του και ταις αστειότηταίς του. Άλλος φώναζεν: Μώρε πού ματαγίνεται άλλος τέτοιος πουτζιαράς;»
(Ο Κασομούλης διηγείται την δίκη του Καραϊσκάκη, όπου αθωώθηκε. Μεταξύ άλλων υπερασπίστηκε το διαβόητο χούι της αθυροστομίας του με την περίφημη ατάκα «Αμ δεν μπορώ να το κόψω κυρ Πάνο. Κι εσύ δα είσαι ογδόντα χρονών, μα το χούι δεν τ' αφήνεις να γαμείς»).

- πούτζος- κώλος: συνεκδοχικώς, ο πούτζος, δηλαδή ο πούτσος, σημαίνει τον ομιλητή, ή τον οπλαρχηγό και τις στρατιωτικές του δυνάμεις, ενώ ο κώλος σημαίνει τον συνομιλητή, ή τον αντίπαλο στρατιωτικό αρχηγό και τις δικές του εχθρικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Παραδείγματα:
«Εμείς εδώ μάθαμε τον κώλο του οχτρού». (Μακρής σπήκινγκ).

«Έχει και τουμπλέκια ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέταις. Όποια θέλω θα μεταχειρισθώ». (Από επιστολή του Γ. Καραϊσκάκη της 15/4/1824 στον Στορνάρη στο πλαίσιο επαπειλούμενης εμφύλιας σύγκρουσης. Τουμπλέκια είναι τα όργανα του τουρκικού ιππικού, και τρομπέτες τα ελληνικά όργανα).

- πτωματόστρωτον: ψευδολόγιος ειρωνικός σχηματισμός κατά το λιθόστρωτον, σήμαινε ότι μια αστική περιοχή είχε στρωθεί όχι με λίθους ή άλλα υλικά οδοποιίας, αλλά με πτώματα οχθρών, συμπεριλαμβανομένων και αμάχων. Χαρακτηριστικό το πτωματόστρωτον της Τριπολιτσάς, στρωμένο με πτώματα κυρίως αμάχων Τούρκων, το οποίο διαπέρασε ο Θ. Κολοκοτρώνης έφιππος, χωρίς το άλογό του να πατήσει ούτε μια φορά στο έδαφος, «από τα τείχη έως τα σαράγια» όπως διηγείται στα Απομνημονεύματά του.

- σαπιοκοιλιά: πολύ σύνηθες.

- στενόβρακο: ο φραγκοφορεμένος ετερόχθων πρωκτικάντζας σφιχτοκώλης.

- στραβαραπάδες: οι Αφρικανοί στρατιώτες του Ιμπραήμ.

- σύνδροφος: ο πούτζος του Γ. Καραϊσκάκη. Σύμφωνα με την ιδιότυπη αντίληψή του περί διπλωματίας, όταν οι Τούρκοι τον βολιδοσκοπούσαν αν θα τηρούσε το καπάκι-ανακωχή, αυτός απαντούσε περιπαικτικά ότι θα ρωτήσει τον σύνδροφό του.

Παραδείγματα:
«Ο Καραϊσκάκης με το ιδίωμά του άλλοτε τους έλεγεν (στους Τούρκους) εις τα γράμματα να ερωτήση τον σύνδροφόν του- και εννοούσε τον πούτζον του- και άλλοτε τους φιλούσε τα μέστια (=μαλακά χλιδαία παπούτσια), κατά την διάθεσιν όπου ευρίσκονταν».
(Από τα Απομνημονεύματα του Κασομούλη, τ. α΄, σ. 287. Το δέλτα του σύνδροφος οφείλεται άραγε σε υπεραστισμό- υπερδιόρθωση;).

«Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω,
κι εγώ πασά μου, ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον
κι αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω.
κι αν έλθης κατ' επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω!».
(Κασομούλης, τ. α΄, σ. 326. Απάντηση του Γ. Καραϊσκάκη στον Μαχμούτ πασά Σκόδρα, διασκευασμένη εμμέτρως από τον γραμματικό του Γαζή, που κατά πολλούς «κατέστρεψε» τον μη έμμετρο λόγο του Καραϊσκάκη).

- τεσσαρομάτης: αυτός που φορούσε γυαλιά θεωρείτο ότι είναι σαν να έχει τέσσερα μάτια. Έτσι αποκαλούσε ο Γ. Καραϊσκάκης τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Ο δε Μακρυγιάννης έλεγε σκωπτικώς για τον Μαυροκορδάτο ότι πήγε στην Δύση με δύο μάτια και γύρισε με τέσσερα.

Παράδειγμα:
- Ποία κυβέρνησις καπετάν Νότη; Το τζιογλάνι του Ρεϊζ Εφέντη, ο τεσσαρομάτης; Ποίοι τον έκαμαν κυβέρνησιν; (Γ. Καραϊσκάκης για τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο).

- τζιογλάνι: βλ. τσογλάνι και τσιμπούκ-ογλάν.

- τζίτζιλε-φίτζιλε: έκφραση του Ι. Μακρυγιάννη για τον Ιωάννη Κωλέττη.

- τζοχανταραίοι (με την μη μεταφορική σημασία).

- τουρκοζύμαρο: ο αναμειγμένος με τους Τούρκους. Το χρησιμοποιεί ο Ι. Μακρυγιάννης για τον Α. Μαυροκορδάτο.

- τουρκοτζιαμπάσηδες / τουρκογέροντες: αποκαλούνταν μειωτικά οι πρόκριτοι ως συγχρωτισμένοι με τους Τούρκους. Παρόμοιες εκφράσεις χρησιμοποίησε ο Δημήτριος Υψηλάντης σύμφωνα με τα Απομνημονεύματα του Κ. Δεληγιάννη.

- τσούπρα: γενικά το κοριτσάκι, αλλά και ειδικότερα η ανήκουσα στο χαρέμι επιφανούς Οθωμανού. Περίφημες ήταν οι τσούπρες του Αλή-πασά, που αποτελούσαν την αφρόκρεμα της ρωμέικης ομορφιάς. Αφού τις περνούσε ένα χεράκι, τις έδινε σε ικανούς στρατιωτικούς του για να τους ανταμείψει για τις υπηρεσίες του. Αυτοί το δέχονταν με ανάμεικτα συναισθήματα, καθώς ήταν και λίγο ντροπή, αλλά από την άλλη, όποια όμορφη υπήρχε σε Ήπειρο- Ρούμελη, είχε περάσει από το αληπασαλίδικο χαρέμι, οπότε το να είσαι τσούπρα του Αλή σήμαινε και ότι είχες καταξιωθεί στο σταρ-σύστεμ της εποχής. Και το να παντρευτείς πρώην τσούπρα, σήμαινε ότι είχες τελικιάσει ως σελεμπριτόνι. Λ.χ. ο Γ. Καραϊσκάκης είχε παντρευτεί την πρώην τσούπρα Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου διάσημη για τα κάλλη της. Οι ομορφότερες τσούπρες ήταν Κιρκασιανές.

Παράδειγμα:
Έλα δω μπίρο μου, να σου πω ένα χαϊρλίτικο (=ευεργεσία). Θα δώσω μια τσιούπρα μου στο παιδί σου και να το φέρεις αύριο να μου φιλήσει το χέρι.
(Αναπαραστημένος από Δ. Φωτιάδη διάλογος μεταξύ Αλή-πασα και πατέρα παλληκαριού που δεχόταν το προξενιό ως ανταμοιβή για τις στρατιωτικές υπηρεσίες του γιου του).

- φακίρ φουκαράς.

- χέζω τη μύτη: λεγόταν στο πλαίσιο βρις-οφ.

- ψαλιδόκωλος.

- ψυχογιός: πέρα από την δόκιμη σημασία του, λειτουργούσε και ως ευφημισμός για τους παίδες που είχαν για τους Έλληνες οπλαρχηγούς την ίδια λειτουργία που είχαν τα τσογλάνια για τους Οθωμανούς άρχοντες. Κάνανε δηλαδή ψυχικά αυτά τα παιδιά.

Το λήμμα αφιερούται τω ιατρώ και επαίοντι της ιστορικής σλανγκ allivegp.

Εντός του ορισμού, συν ένας διάλογος που διασώζει ο Κασομούλης, όπου ο Γ. Καραϊσκάκης αναφέρεται στον Α. Μαυροκορδάτο και αυτούς που τον ακολουθούν:

- Όπου μας διορίσει η κυβέρνησις, εκεί θέλει εκστρατεύσομεν (απήντησεν ο καπετάν Νότης).
- Ποία κυβέρνησις καπετάν Νότη; Το τζιογλάνι του ρείς- εφάντη, ο τεσσαρομάτης; Ποίοι τον έκαμαν κυβέρνησιν; Εγώ και άλλοι δεν τον γνωρίζομεν. Ή σύναξε δέκα ανοήτους και τον υπέγραψαν διά τας ιδιοτέλειάς των; Πρώτα εσύ, που όλα θέλεις να έρχονται με τον ζουρνά. Ο Σκαλτσάς που δεν είναι άλλο παρά καμπάνα μπαγκ μπαγκ. Ο Μακρής, ο μακρολαίμης, ο κρεμασμένος, όπου μόνο το κεφάλι ξέρει να ταράζει. Ο Μήτσος Κοντογιάννης, η πουτάνα, όπου αν ήτον γυναίκα, δεν εχόρταινε με 80 χιλιάδαις φοραίς την ώραν, ο ξεινογαλο-Γιώργος Τζιόγκας, όπου στραβώνει τα χείλια με το τζιμπούκι και δεν ηξεύρει τι του γίνεται, και ο αδελφός μου ο Στορνάρης ο ψεύτης. Δεν τον υπέγραψεν ο πούτζος την εκστρατείαν σας!».

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η επιτομή του ρητού «πενία τέχνας κατεργάζεται». Πρόκειται για αυτοσχέδιο τσακμάκι που χρησιμοποιούσαν οι ανήλικοι φυλακισμένοι πριν από αρκετές δεκαετίες. Αποτελείται από μια τσακμακόπετρα από αναπτήρα του εμπορίου (αυτό μας δίνει και μια ιδέα για την ηλικία της πατέντας), ένα ξυλαράκι, λίγο βαμβάκι και ένα κομματάκι από σπασμένο τζάμι.

Το βασικό πλεονέκτημα της τιριτόμπας (ή τιριτρόμπας) είναι το αμελητέο μέγεθος των τεμαχίων που την αποτελούν, γεγονός που επιτρέπει την εύκολη απόκρυψή τους σε περίπτωση έρευνας.

Η ετυμολογία της τιριτόμπας παραμένει στο σκοτάδι, το οποίο δεν μπορούν να φωτίσουν ούτε οι φλόγες της φωτιάς που μπορεί κάποιος να ανάψει με το εν λόγω εργαλείο. Λυπάμαι που σας απογοήτευσα. Πάντως, από τα σχόλια εδώ μαθαίνουμε ότι η λέξη είναι μάλλον ιταλικής προέλευσης, ενώ από τα παραδείγματα προκύπτει ότι η τιριτόμπα ήταν σε χρήση τουλάχιστον από το 1947 μέχρι το 1969, αν ληφθεί υπ' όψιν ότι οι συγγραφείς των παρατιθέμενων αποσπασμάτων ήταν φυλακισμένοι εκείνα τα μαύρα χρόνια.

Οι άλλες, θεατρικές ή φαγώσιμες τιριτόμπες κρίνονται παντελώς άσχετες, καθώς δεν συχνάζουν στα μέρη που εχρησιμοποιείτο ο περί ου ο λόγος αναπτήρας.

Τα δικαιώματα επί του ορισμού είναι ευγενής παραχώρηση (muchas gracias) του patsis, ο οποίος και τα είχε κατοχυρώσει προ τριετίας. Για τα σερβιριζόμενα στο λήμμα, αγορανομικώς υπεύθυνος είναι αποκλειστικά ο λημματογράφος.

  1. Κανόνισα [...] και του 'στειλα τσιγάρα και τιριτόμπα. Ξέρεις τι είναι η τιριτόμπα - τι λέω, πού να ξέρεις ; Σ' ένα κομματάκι ξύλο ή στο τακούνι του παπουτσιού, στο πλάι, ανοίγεις μιά τρύπα και φυτεύεις μιά τσακμακόπετρα, που μ' ένα γυαλάκι και λίγο μπαμπάκι γίνεται τσακμάκι πρώτης. 'Οσες έρευνες κι αν κάνουνε, είναι αδύνατο να σ' το βρούνε.

(Χρ. Μίσσιος «...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», εκδ. Γράμματα).

  1. Στις Φυλακές Εφήβων δεν υπάρχουν τσακμάκια. Οι νεαροί Κατάδικοι για να ανάβουν τα τσιγάρα κατασκευάζουν ένα απλοϊκό τσακμάκι : καρφώνουν σε ένα ξυλαράκι μιά τσακμακόπετρα και μετά (κρατώντας με τον αντίχειρα λίγο μπαμπάκι πλάι στην τσακμακόπετρα) τρίβουν το ξυλαράκι-τσακμακόπετρα σε ένα τζάμι. Αυτό το περίεργο τσακμάκι έχει το περίεργο όνομα τιριτρόμπα. Μέχρι σήμερα ουδείς εζήτησε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την τιριτρόμπα.

(Ηλ. Πετρόπουλος «εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη», εκδ. Νεφέλη).

Ίσκα (από Παπαντώνης, 24/03/12)(από Vrastaman, 25/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τοπικός ιδιωματισμός στην περιοχή της Αιτωαλοακαρνανίας και της Ευρυτανίας. Πρόκειται για απαξιωτικό σχολιασμό, αντίστοιχο του ευρύτερα γνωστού «κολοκύθια». Ειδικότερα και όταν ο σχολιασμός αφορά άποψη του συνομιλητή, εκείνος ως κοντραπαξία της απαξίας μπορεί να απαντήσει «φλοκ».

Η ορθή εκφορά του φλιτς, απαιτεί το λι να λέγεται με το πλαϊνό κάτω μέρος του στόματος για οξύτητα και ένα ανεπαίσθητο ι να ακολουθεί τη λέξη. Αδύναμο στο χαρτί, το φλιτς στα χείλια ενός γηγενούς των ως άνω περιοχών ή ενός έμπειρου χρήστη της τοπικής διαλέκτου μπορεί, συνοδευόμενο από τραχείς μορφασμούς του προσώπου, να εκφράσει άμεσα και παραστατικά την απαξίωση και να προκαλέσει, εφόσον απευθύνεται στο συνδιαλεγόμενο, ανασφάλεια και στιγμιαία συναισθηματική ανισορροπία.

  1. - Τσ'έδωσα τα παπούτσια στου χέρ(ι). Άι σμάνασ καμάρμ πουμόχσ πρήξ(ει) τα σκώτια.
    - Και τώρα ρε μαλάκα, ποιόσθασμαζώσει τα παιδιά.
    - Ξέρου γω μωρέ μαλάκα. Η βάβωτσ.
    - Καλά μαλάκα, φλίτσ(ι)
    - Φλοκ μαλάκα, πθκάτσω με ντπαλιοπτάνα να μβγάλει καρκίνου.

  2. - Πόσο έηχει αυτό;
    - Πεντ'ευρώ.
    - Να σ'δώσω 3;
    - Φλίτσ(ι)

  3. - Ξέρουμε το δρόμο προς την Ιθάκη. Έχουμε χαρτογραφήσει τα νερά.
    - Φλίτσ(ι) μαλάκα, πόχεις χαρτουγραφήσει τα νιρά. Τ'αρχίδιασ χαρτουγράφσες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αρχοντοσλάνγκ ή αριστο(κρατο)σλάνγκ ή μπουρζοσλάνγκ (από τους μπουρζουάδες).

Παλιακή έκφραση που παραπέμπει σε καταστάσεις ψευτοκυριλέ, από ανθρώπους ανώτερης συνήθως τάξης ή μορφωτικού επιπέδου που η κλάση τους δεν επιτρέπει σλάνγκικες εκφράσεις.

Όταν δεν θέλουν να προσβάλλουν ευθέως (π.χ. φάτηνα στον κώλο τώρα μαλάκα, εγώ στα ‘λεγα), αλλά με πλάγιο τρόπο (ίσως γιατί είναι μπροστά και μικρά παιδιά και ακούνε), θέλουν να υποδηλώσουν ότι κάποιος ελαφρόμυαλος ή αλαζόνας που νόμιζε ότι τα ήξερε όλα τον ήπιε, του ήρθε από κει που δεν το περίμενε.

Κυριολεκτικά, το αυτό.

Με άλλα λόγια:
Ρούφα την τώρα και μη μιλάς.
Σκάσε και κολύμπα.

  1. Τα λέγαμε με το Γιωργάκη να μη μπλέξει μ’ αυτή τη σουρλουλού, θα του τα φάει όλα. Τώρα με το διαζύγιο, αφού της έκανε και το παιδί, κάτσε στη μπανάνα Γιωργάκη, δεν θα του αφήσει ούτε τη γκαρσονιέρα στην Κυψέλη.

2, Θέλατε και μνημόνιο να σωθείτε από τη χρεωκοπία φραπέλληνες της μίζας και του βολέματος, κάτσε στη μπανάνα μαλάκα Έλληνα που θα πιάσεις κότσο το ντόιτς.

(από VAG, 23/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μεγάλος βάτραχος. Ο όρος χρησιμοποιείται στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και τη Λευκάδα και μεταφορικά χαρακτηρίζει τον χοντρό άνθρωπο.

- Καλά μωρή, τνείδες τμΠαπαρίζ στου μαντγουόκ;
- Σα μσάκα έγινι αυτή η κουπέλα.
- Κρίμα.

(από johny b, 23/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο πολύ αργός. Παρότι θεωρητικώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί οπουδήποτε, η χρήση του προς το παρόν είναι αυστηρώς ποδοσφαιρική.

Η αργοκαρούτα -σπανιότερα και ο αργοκαρούτας- προκαλεί τη μήνιν εξαιτίας της έλλειψης οποιουδήποτε ίχνους έντασης και ταχύτητας στο παιχνίδι του. Συνήθως πρόκειται για παίχτες κέντρου με υψηλή τεχνική κατάρτιση ή εγκεφαλικό παιχνίδι που προσπαθούν μέσω αυτών να αναπληρώσουν την αδυναμία ή την απροθυμία τους να τρέξουν. Είναι άνω του μέσου όρου ύψους και το θέαμα του μεγάλου, συρτού διασκελισμού τους, μεγιστοποιεί αισθητικά το έλλειμμά τους. Σήμα κατατεθέν του αργοκαρούτα είναι οι συνεχείς οδηγίες προς τους συμπαίκτες του για το πού πρέπει να κινηθούν. Αυτό γίνεται με το στόμα ή με το χέρι σε στάση που ομοιάζει με στρατηγό, εξού και η αργοκαρούτα πολλάκις αποκαλείται επαινετικά προπονητής στο γήπεδο.

  1. - Δεν το περίμενα ρε φίλε. Μα 5 γκολ σ' ένα ημίχρονο.
    - Πού πας ρε μεγάλε με τις αργοκαρούτες; Δε βλέπεις ότι οι άλλοι είναι φυσέκια; Σκόνη σε κάνανε.

  2. - Αυτός ο Τσάρτας, τρομερή τεχνική. Με διαβήτη την έστελνε την μπάλα.
    - Αν δεν ήταν τόσο αργοκαρούτα θα 'παιζε στη Ρεάλ Μαδρίτης ο Μπίλυς.
    - Ναι, περιπατητής. Βασικά ακόμα κι όταν μιλάει, αγκομαχώντας το πάει. Θέλει 10 λεπτά να παραγγείλει καφέ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified