Φράση unisex που θέλει να πει, όπως γνωρίζουν οι λάτρεις του καλού φαγητού, ότι τα καλύτερα για τα κάρβουνα είναι τα παϊδάκια από τρυφερά και μικρά κατσικάκια ...

Σε ελεύθερη μετάφραση για τα ωραία, καυλιάρικα πιπινάκια που είναι ακόμα φρέσκα, ζουμερά και έχουν αγνό κρεατάκι...

Ό,τι πρέπει για να τα τραγανίσεις ως το κόκαλο, όπως τα παϊδάκια απ' τα κάρβουνα, να γλύφεις τα δάχτυλά σου ...!!!

- Πωπω φιλενάδα το κυάλαρες αυτό που μας κοιτάει από απέναντι;
- Ναι , ναι , ναι ... πως , πως ό,τι πρέπει για τα κάρβουνα...
- Χαχαχαχ, είμαστε λυσσάρες μουαχαχαα...χαχα
- ΧΑχαχαχα!!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το φουριάρικο (επ. του φουρεύω), που σημαίνει άγριο ζώο (τα κρι-κρι και γενικά τα αγριοκάτσικα, πρώτος μεζές για τους καφροκυνηγούς της Κρήτης).

Χρησιμοποιείται για το γνήσιο κρητικό αρσενικό.

Φανταστείτε τον κλασσικό Κρητίκαρο με το πόδι πάνω στο βράχο (ανοιχτό μαύρο πουκάμισο, μαχαίρι στο ζωνάρι και όλα τα σχετικά), αλλά και στη πιο εκσυγχρονισμένη version). Γεμάτος μύες, δυνατός και άπιαστος σαν τα κατσίκια σε νεαρή κυρίως ηλικία. Οι φουριάριδες μαζεύονται κυρίως στα τοπικά κρητικά events, ξεχειλίζουν τεστοστερόνη με μπαλoθιές και κούπες (ζωώδη παιχνίδια κυριαρχίας του ανώτερου αρσενικού)... Συνήθως είναι καύλα δίνοντας σου ελπίδες ότι άμα σε βάλουν κάτω δε θα ξανασηκωθείς ποτές ....!!!

- Κοίτα τα φουριάρικα ετοιμάζονται να ρίξουν μπαλοθιές ...
- ΩΩΩωω τα παντέρμα... ό,τι πρέπει ζα τα κάρβουνα είναι...!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σύντμηση των λέξεων μπακ (=οπισθοφύλακας, αμυντικός) και τέρμα (συντομ. για τερματοφύλακα). Χαρακτηρίζει τον τερματοφύλακα που βγαίνει μακριά απ' την εστία του, εκτός περιοχής, και σε θέση όπου συνήθως κινείται ο κεντρικός αμυντικός.

Το μπακότερμα, είτε επεμβαίνει για να αποσοβήσει κίνδυνο στην «πλάτη» της άμυνας, είτε ανεβαίνει ψηλά για να προωθήσει το επιθετικό παιχνίδι, έρχεται σε επαφή με την μπάλα αποκλειστικά με τα πόδια ή το κεφάλι και ποτέ με τα χέρια. Το γεγονός ότι η εστία μένει αφύλακτη, κάνει το μπακότερμα επιλογή υψηλού ρίσκου, ένα πραγματικό ποδοσφαιρικό δίκοπο μαχαίρι. Στις επιτυχημένες επεμβάσεις το μπακότερμα γίνεται ήρωας, εκθέτοντας ταυτόχρονα τους συμπαίχτες του που τον αναγκάζουν να καλύπτει και δικές τους θέσεις. Στις αποτυχημένες γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος, ειδικά όταν το ρίσκο μοιάζει εντελώς αχρείαστο. Στην πιο ακραία του μορφή, το μπακότερμα δεν θα αρκεστεί σε έναν προωθημένο αμυντικό ρόλο, αλλά θα ανέβει με την μπάλα ψηλά επιχειρώντας ακόμη και ντρίπλες απέναντι στον αντίπαλο επιθετικό. Οι τερματοφύλακες που επιλέγουν αυτό το στυλ παιχνιδιού έχουν χειρισμό της μπάλας άνω του μέσου όρου για τη θέση τους, και συνήθως πρόκειται για παλαιούς επιθετικούς που το γύρισαν στο τέρμα.

Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τερματοφυλάκων-μπακοτερμάτων είναι οι Ρενέ Χιγκίτα, Φαμπιάν Μπαρτέζ, Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ από το εξωτερικό και Ηλίας Ατματσίδης (aka ο τερματοφύλακας-λίμπερο), Aντώνης Νικοπολίδης, Κυριάκος Τοχούρογλου στην Ελλάδα. Βεβαίως όλοι οι τερματοφύλακες έχουν κατά καιρούς βρεθεί σε θέση μπακότερμα.

Στο σχολικό ποδόσφαιρο το μπακότερμα δεν αφορά μεμονωμένες επεμβάσεις, αλλά πρόκειται για μόνιμη θέση καθόλη τη διάρκεια του αγώνα, είτε γιατί μια εκ των δυο ομάδων αγωνίζεται με παίχτη λιγότερο, είτε γιατί και οι δυο ομάδες αγωνίζονται με λιγότερους παίχτες από όσους απαιτούνται για να καλύψουν το χώρο και να κάνουν παιχνίδι αξιοπρεπώς.

Εναλλακτικά το μπακότερμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην κοινωνική ζωή για να χαρακτηρίσει συμπεριφορά. Επαινετικά για άτομα με θετική πληθωρική δράση, ειρωνικά για όσους επιχειρώντας να προβληθούν μπλέκονται σε ξένα χωράφια ή αναλαμβάνουν πολλά καθήκοντα ταυτοχρόνως όντας ανεπαρκείς σε όλα, καταλήγοντας να δημιουργούν προβλήματα και εκνευρισμό στους υπόλοιπους.

  1. - Αυτός ο αργοκαρούτας ο λίμπερο ούτε μια μπαλιά δεν κατάφερε να κόψει.
    - Ευτυχώς έβγαινε μπακότερμα ο γάτος και την έδιωχνε πριν χωθεί ο επιθετικός.

  2. - Πού είναι η μάνα σου;
    - Έχει βγει για ουζά.
    - Μπράβο η κυρά Μαρία.
    - Ε, δουλεύει σα σκυλί όλη βδομάδα, μετά μας μαγειρεύει, μας πλένει, μας συγυρίζει, έχει και τον πατέρα μου να τα θέλει όλα στο πιάτο. Το αξίζει.
    - Μπακότερμα η κυρά Μαρία δηλαδή.

  3. - Τί μαλάκας είν' αυτός ρε.
    - Την έχει δει μπακότερμα ο δικός σου. Χώνει τη μύτη του παντού. Χτες δεν άντεξα και του 'πα ρε Σπύρο, δεν είναι δουλειά σου αυτό, γιατί μπλέκεσαι και τα κάνεις και χειρότερα;
    - Και τί σου πε;
    - Τί να πει μωρέ ο απάλευτος. Έφυγε και καλά εκνευρισμένος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο Καναδός Justin Drew Bieber γεννημένος την 01/03/1994 (τουτέστιν μόλις ενηλικιώθηκε) είναι από το 2009 διεθνώς υπερπετυχημένος ποπ (τι άλλο) τραγουδιστής, τραγουδοποιός και ηθοποιός.

Το κοινό του είναι ορμονόπληκτα γουαναμπί πιπινάκια της ίδιας πάνω - κάτω (κυρίως κάτω) ΕΣΣΟ. Τα οποία βρίσκονται, βεβαίως – βεβαίως, στο πεοσκόπιο των εξίσου ορμονόπληκτων γουαναμπί γαμιάδων συμμαθητών, συναθλητών και γενικά των πέριξ γαμικών αρσενικών δυνάμεων.

Από τη μια λοιπόν, ο Justin με το μπέιμπυ – φέις και την αντίστοιχη φωνή, σαν ταλαντούχος, πάμπλουτος και διάσημος από τότε που μάλλιασε η δική του, επισείει ταυτοχρόνως φθόνο και θαυμασμό.

Απ’ την άλλη, η κατηγορία «είναι πούστης» αποτελεί πάγια τακτική αναντάμ παπαντάμ κάθε πούστη άντρα σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, στον πόλεμο για την κατάκτηση του εξκάλιμπερ κάθε αξιαγάμητης.

Κάπως έτσι, προέκυψε στα εφηβικά σινάφια ο πολύ κοντά στο φλωρόπουστας όρος: σαν λογοπαίγνιο του Bieber (μπιμπερό) συν το «πούστης» (στο υποτιμητικότερό του) που, δυστυχώς, αφορά πλέον όχι μόνο το συγκεκριμένο σελεμπριτόνι, αλλά κάθε έφηβο που φατσικά τουλάχιστον, απηχεί το ίδιο φλώρικο στυλάκι, ως προς το λουκ, αν μη τι άλλο.

Επιπλέον, στα χείλη πιο ψαγμένων μουσικά, πάντα της ίδιας ηλικιακά συνομοταξίας, απηχεί και μια απέχθεια για όσους γουστάρουν μια ξενέρωτη πλην πιασάρικη ποπ, υπεύθυνη για τον μουσικό εκμαυλισμό πολλών εφήβων.


Με προτροπή του Nick Sinister απ’ το ΔΠ, αφιερωμένο στην τρόικα alexismpolis – ΜΧΣ - Vrastaman για το αποφασιστικό stimulus στα εδώ σχόλια.

- ♪♪♪♪♪♪Μπέιμπε, μπέιμπε, μπέιμπε ΩΩΩ!! Μπέιμπε, μπέιμπε, μπέιμπε, ΩΩΩ!! ♪♪♪
- Σκάσε πια και μας τα ‘πρηξες με τ’ άπαντα του μπιμπερόπουστα!!
- Θα το πω στη μαμά που λες έτσι τον Justin!! - Αϊ παράτα μας με τον γκέουλα.
- Δεν είναι!!
- Είναι!!
- Δεν είναι είπα!!!
- Γιες σι ιζ!!
- Μαμάάάά!!

ν\'αγιάσ΄του χεράκισ\' ντουλάπαμ\'! (από MXΣ, 23/03/12)(από Vrastaman, 23/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που δηλώνει πως κάτι είναι από κάθε άποψη εξαιρετικό και αξίζει και με το παραπάνω, ή ακόμη πως το κάτι αυτό είναι το βασικό στοιχείο ή χαρακτηριστικό που υπερτερεί έναντι όλων των υπολοίπων. Είναι συνώνυμη στο λόγο και στη χρήση με την φράση όλα τα λεφτά.

Αρκετά παλιά έκφραση που χρησιμοποιεί την συμπαραδήλωση χαρτί = λεφτά, η οποία χρονολογείται από τις ημέρες που δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα κι η Γλυκερία αναρωτιόταν στις πίστες γιατί τα πεντοχίλιαρα δεν είναι πετσετάκια. Ωστόσο, αν και παλιά, η έκφραση λέγεται (και γράφεται) ακόμη, και είναι υφολογικά αρκετά μαγκιόρικη έτσι ώστε να γλιτώνει την κατάταξη στους μπαμπαδισμούς.

  1. Eίναι παραγωγής, αλλά σε πολύ λίγα κομμάτια. Το πλαίσιο είναι όλο το χαρτί, ο κινητήρας είναι TZR250 και η μοτοσυκλέτα εχει στήσιμο GP250. Είχα υποσχεθεί φωτό, την εχω σε βιβλίο στο γκαράζ, αλλά σήμερα με ξελόγιασε πάλι η bimota και το ξέχασα τελείως. (Από εδώ)

  2. Το διπλό πλάνο της Όλγας Τρέμη με τον πατατοπαραγωγό Ξανθόπουλο είναι όλο το χαρτί και αποτυπώνει άψογα την εικόνα της σημερινής Ελλάδας της κρίσης! (Από εδώ)

  3. Ο πορωτικότατος ήχος που ακούγεται από την σκάστρα είναι όλο το χαρτί! Πρόκειται για μία διπλοέμβολη της HKS που κάνει το Subaru στο πέρασμά του να ανασταίνει και νεκρούς! (Από εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το καμμένο υπόλειμμα. Σπανιότερα το απομεινάρι, το κατακάθι, το κουκούδι.

Διεκδικεί τη θέση του στο σλανγκρ, λόγω τοπικότητας του ιδιωματισμού για λόγους καταγραφής και μόνο. Δεν το ‘χω ακούσει πουθενά πλην της ιδιαίτερης πατρίδας μου (Γκάτζλαντ) και γίνεται πολλαπλή αναφορά σε Πασχαλινά τραπεζώματα κατά τα οποία συγγενείς συναγωνίζονται στις επιστημονικές γνώσεις τους για το ορθό ψήσιμο του οβελία, σπληνάντερου κλπ.

Ψάχνοντας την από νέτι προέλευση της λέξης, ο Κακάτσης είναι πατριδωνυμικό επώνυμο αρβανίτικης προέλευσης, ο καταγόμενος από το Κακάτσι της ΝΑ Αλβανίας (εδώ).

Ακόμα από νέτι: χάλα χάλα, Ποντιακός Χορός της περιφέρειας Κακάτσης (Αργυρούπολη). (εδώ).

  1. Βγάλτο συμπέθερε απ’ τη σούβλα, κατσίκι θα φάμε ή κακάτσι;

  2. Κακάτσι το ‘κανες γυναίκα το φαΐ, άχρηστη σα τη μάνα σου κι εσύ.

  3. Σταμάτα να βγάζεις κακάτσια απ’ τη μύτη σου, θα σου πέσει.

(από VAG, 22/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φράση που υποδεικνύει τις ιδιαίτερες προτιμήσεις των ονομαζόμενων ομοφυλόφιλων. Η παραπάνω πράξη είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη στους κυνηγούς λαγών. Εξ ου και ''το πνίγει το κουνέλι''. Εννοείται το Αρσενικό.

π.χ.- Παιδιά μιλάμε ότι ο τυπάς το καβαλάει το τουφέκι!

Βλ. και την τρίζει την όπισθεν

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επίσης και Ριντζ Φόρεστερ: Ο ωραιοπαθής και συνάμα λιγδιάρης τύπος, ο οποίος δε χάνει ευκαιρία να διαφημίσει το πέσιμο του, θεωρώντας ότι έτσι θα ανέβει στην εκτίμηση της παρέας του, εξασφαλίζοντας έτσι το αντίθετο αποτέλεσμα. Συντ.: Ριτζ / Ριντζ.

Από το γνωστό χαρακτήρα της σειράς «Τόλμη και γοητεία»

- Δε σας είπα, χθες το βράδυ που βγήκα, την έπεσα σε τρία γκομενάκια και τσίμπησα τηλεφωνάκι από όλες.
- Ποιος είσαι, ρε μεγάλε, ο Ριτζ Φόρεστερ;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο εύχοντρος χοντρομαλάκας.

Πάσα: Vrastaboy.

- Γύρω από την υποψηφιότητά μου συσπειρώνεται όλη η δημοκρατική προοδευτική παράταξη...
- Μπαμπά δεν βαρέθηκες να βλέπεις αυτόν τον χοντρομπαλάκα, βάλε λίγο Nickelodeon...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ξεπερνάω τα όριά μου και ξεσπάω. Αυτό που με συγκρατούσε δεν αντέχει πια ή απλώς επιλέγω να το καταργήσω. Η ασφάλεια λοιπόν καταργείται και εκρήγνυμαι.

Από την ορολογία των όπλων γενικά (αν και ο νους μας πάει κυρίως στη χειροβομβίδα ή στη βόμβα) όπου απασφαλίζω σημαίνει «μετακινώ τον μηχανισμό ασφαλείας ενός πυροβόλου όπλου ώστε να είναι έτοιμο για βολή».

Στη σλανγκ μεταφορά όμως δεν γίνεται τόσο μεθοδικά και ψύχραιμα το πράμα. Γίνεται εν βρασμώ.

  1. Αγαπημένη έκφραση των δημοσιοκάφρων. Ιδού μερικοί τίτλοι:

- Απασφάλισε... ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κατά του πρώην πρωθυπουργού.
- Ο Ανδρουλάκης απασφάλισε κατά του ΠΑΣΟΚ , Πάγκαλου και της Αριστεράς
- Η Φωτεινή Πιπιλή... απασφάλισε και ανταπάντησε στον Παπουτσή «Δεν έχει δουλέψει ούτε ώρα στη ζωή του»
- Απασφάλισε και δεν σταματάει ο Χρυσοχοΐδης

(από το νέτι)

  1. Ε όταν το είδα πια αυτό, δεν άντεξα, απασφάλισα, τον έβρισα, κι έφυγα από το σπίτι.

βλ. και κυκλοφορεί απασφαλισμένος

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified