Further tags

Κωμική παραφθορά (με την λέξη «σαλάμι») του «θαλαμάρχης», του πιο ηλικιωμένου φαντάρου που υποχρεούται να εκτελεί χρέη αρχηγού ενός θαλάμου.

- Πού έχει χαθεί ο σαλαμάρχης μας ρε παιδιά; Έχουμε αναφορά στις εφτάμιση!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο Λοχίας Υπηρεσίας, υπαξιωματικός ή απλός φαντάρος που βοηθάει εθελοντικά τους υπαξιωματικούς. Φοράει μπλε ή κίτρινο περιβραχιώνιο με τα αρχικά «ΛΥ».

- Πού είναι το όργανο;
- Μόλις τον έστειλα στο ιατρείο με μερικούς κωλυόμενους.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ταμπελάκι με το επώνυμο και το πρώτο γράμμα του ονόματος που φορούν οι φαντάροι.

- Μας έδωσαν και τους ρουφιάνους μας, τώρα θα τρώμε καμπάνα σε χρόνο dt.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κυριολεκτικά:
Αυτός που έχει κάγκελα στο πρόσωπο, όπως: - οι σιδηρόφρακτοι ιππότες του μεσαίωνα,
- οι παίκτες του αμερικανικού (οθεοςνατοκάνει) ποδοσφαίρου, - οι άνδρες των «ειδικών δυνάμεων αποκαταστάσεως τάξεως».

Μεταφορικά:
Διάφοροι «μερακλήδες» δήμαρχοι (π.χ. Αβραμόπουλος), που εξάντλησαν τη δημιουργική τους δραστηριότητα σε καγκελάκια, ζαρντινιέρες, φοινικοφυτεύσεις και σε άλλα συναφή έργα βασικών υποδομών. Τα έργα αυτά απέβησαν άκρως επωφελή για το περιβάλλον (τους). Ο όρος αυτός έχει συνάφεια με τον όρο «αλογομούρης»: όπως ο αλογομούρης «τάιζε τ' αλόγατα», έτσι και ο «καγκελομούρης» έτρεφε (αλλά και «ταϊζόταν» από) τους «πέριξ» εργολάβους. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί εδώ η «αλογομούρικη» κραυγή-προτροπή: «έμπαινε δυνατά απ' το κάγκελοοο!» που φώναζαν προτρέποντας τον αναβάτη του αλόγου, στο οποίο είχαν ποντάρει, να προσπεράσει από την εσωτερική.

Τέλος ο όρος «καγκελομούρης/α» αναφέρεται και στους/στις οπαδούς της α(οι/η)δού καψουρονεοδημοτικών ασ(θ)μάτων Γωγούς Τσαμπά, τους εκσταζιαζομένους με το άσ(θ)μα «τα καγκέλια», όπου, άμα τω ακούσματι της επωδού: «πωπωπωπω....(ν φορές, όπου ν τείνει εις το άπειρον) ...πωπω» φθάνουν εις πολλαπλούς οργασμούς.

Μόλις φτάσαμε στο Σύνταγμα πλακώσαν οι καγκελομούρηδες και μας σαπίσανε στο ξύλο.

Σιγά τα έργα πού 'κανε ο καγκελομούρης! Καγκελάκια και ζαρντινιέρες! Όσο για τους φοίνικες, τους φάγανε τα μαμούνια! Δε λέω φάγανε κι οι εργολάβοι με τους σκατατζήδες. Ακόμη με τους βόθρους είμαστε!

Προχτές είδα το Μαράκι στ' «Αγρίμια». Καλά, αυτή ήτανε μεταλλού και έτσι. Πότε έγινε καγκελομούρα;

(από soulto, 22/03/15)The world\'s first Po counter by Calypso Larah  (από Khan, 22/03/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τεχνική ανάκρισης. Ο Ε και ο Φ ανακρίνουν τον Χ· ο Ε υιοθετεί εχθρική στάση απέναντι στον Χ ενώ ο Φ φιλική, με απώτερο στόχο ο Χ να εμπιστευθεί τον Φ αντιδρώντας στην πίεση του Ε. Ευνόητα, ο Φ είναι ο Καλογιάννης και ο Ε ο Κακογιάννης.

Η τεχνική είναι ψιλοπασίγνωστη χάρη στην αστυνομική λογοτεχνία και, κυρίως, φιλμογραφία. Δε γνωρίζω αν η κουβέντα όντως ακούγεται στην πιάτσα, ή αν πρόκειται απλώς για ευφάνταστη επινόηση του Πέτρου Μάρκαρη (βλέπε παράδειγμα)· με μία πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο συμπεραίνουμε μάλλον το δεύτερο, αλλά όποιος ξέρει θετικά ας μας πει. Πρόκειται πάντως για μία εκδοχή του καλός μπάτσος - κακός μπάτσος που ακούγεται ενδεχομένως ομαλότερα στο αφτί ως απόδοση του αντίστοιχου αγγλικού και είπα να το θέσω υπόψιν των υποτιτλιστών ανάμεσά μας.

«[...] δέν κρατούσε λεφτά στα χέρια του. Δέν κρατούσε τίποτα. Τώρα, άν υπήρχαν λεφτά μέσα στο αυτοκίνητο, τί να σας πώ. Μπορεί και να υπήρχαν, αλλα θα τα πήραν οι δικοί σας, της Αντιτρομοκρατικής.»

«Τί λές ρε κάθαρμα;» φωνάζει ο Βλασόπουλος και πετάγεται πάνω. «Λές οτι τα παιδιά της Αντιτρομοκρατικής πήραν τα λεφτά και τα φορτώνουμε τώρα σ' εσένα, για να τους ξελασπώσουμε

«Ήρεμα, Σωτήρη.» Πιάνω τον Βλασόπουλο απο το μπράτσο και τον καθίζω πάλι στη θέση του. «Μήν τον πιέζεις. Θα μας τα πεί με την ησυχία του, το παλικάρι.»

Το παλιό κόλπο των μπάτσων. Ο Καλογιάννης και ο Κακογιάννης.

(Πέτρος Μάρκαρης, «Άμυνα ζώνης», Γαβριηλίδης 2001)

Σε άλλες γλώσσες: good cop/bad cop (αγγλικά)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ματούρ φάση 45-50+, χήρα ή ζωντοχήρα, συναντάται στην επαρχία και ευδοκιμεί ιδίως στις παραμεθόριες περιοχές όπου υπάρχουν στρατόπεδα, τρελαίνεται για φαντάρους και οι φαντάροι τρελαίνονται γι' αυτήν, δεν το κάνει για χρήματα το κάνει γιατί γουστάρει τα χοντράδια, ίσως η μοναδική περίπτωση σύγχρονης Ελληνίδας που γουστάρει με τρέλα τα φαντάρια εκεί που οι υπόλοιπες τα απαξιώνουν

Οι φανταρομάνες δεν έχουν την αποδοχή της κλειστής κοινωνίας όπου ζούνε αφού οι συντοπίτες τους τις θεωρούνε πουτάνες, ίσως έτσι μπαίνουν και αναπόφευκτα -τρόπον τινά- στο τριπάκι της συχνής συναναστροφής με φαντάρους καθώς αυτοί είναι περαστικοί και ακομπλεξάριστοι, ενώ ο περίγυρος ουσιαστικά τις έχει απομονώσει (κοινωνιολογική ανάλυση του φαινομένου).

Ως επί το πλείστον τις φανταρομάνες ανακαλύπτουν και καπαρώνουν τα επόπια και τις κρατάνε έξω από τα φώτα της δημοσιότητας και σε στενό κύκλο καθ'ότι μοναχοφάηδες.

(διάλογος ΕΠΟΠ-φαντάρου)

- Απόψε έχω διανυκτέρευση.
- Πού θα πας, θα κάτσεις σπίτι;
- Όχι ρε θα πάω στη Σούλα να ξεφορτώσω.
- Ποια Σούλα;
- Δεν την ξέρεις, μια φανταρομάνα από δω.
- Θα μου την γνωρίσεις και μένα;
- Όχι.
- 143 και σήμερα ρε
- Σκάσε.
- Δε σε χάλασε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στην αργκό του Ε.Σ. χαρακτηρίζει τον ανώτερο αξιωματικό (κυρίως με πόστο δίκα/υπόδικα) που φροντίζει τους φαντάρους της μονάδας του (τάγματος/συντάγματος κλπ) παρέχοντάς τους εξαιρετικά προνόμια όπως λ.χ. τιμητικές, άγραφες τα σου/κου, έξτρα ώρες ύπνου κλπ.

Σε αντιστάθμισμα της καλοσύνης του τις περισσότερες φορές ο φανταροπατέρας εμφανίζει ένα ιδιαίτερα σκληρό και αυστηρό πρόσωπο απέναντι στους φαντάρους, είναι λάτρης της πειθαρχίας και καμπανιάζει αβέρτα, δίχως όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν νοιάζεται, άλλωστε το κάνει για το δικό τους καλό όπως θα έπραττε και ένας πατέρας για τα παιδιά του.

(Τον όρο μου είχε μεταφέρει όταν υπηρετούσα στην βασική εκπαίδευση κάποιος λοχίας αναφερόμενος στον δίκα του κέντρου)

- Λοχία μας έχει αλλάξει τα φώτα ο διοικητής, φόβος και τρόμος.
- Πάτε καλά ρε; Ο άνθρωπος είναι φανταροπατέρας! Αλλά πού να καταλάβετε, είστε νέοι ακόμα... Περιμένετε να πάτε στις μονάδες...
- Εγώ τα έχω κανονίσει θα πάω ΓΕΣ με τη μία.
- Στρατηγός ή πολιτικός;
- Μητροπολίτης
- Αυτά είναι...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκτός από τις χειροπέδες, υπάρχουν κι άλλες δυο μεγάλες κατηγορίες βραχιολακίων:

  • Τα πλαστικά βραχιολάκια που φορούν υποχρεωτικά οι (επονομαζόμενοι και βραχιολάκηδες) θαμώνες ξενοδοχείων all-inclusive.
  • Τα βραχιολάκια γεωγραφικού εντοπισμού που φέρουν στα πόδια τους οι παραθερίζοντες ή σπουδάζοντες κατάδικοι προκειμένου να επιτηρούνται ηλεκτρονικά από τσι αρχές.

Όπως προκύπτει κι από τα παρακάτω παραδείγματα, τα βραχιολάκια κατατάσσονται σε φιλολαϊκά και αντιλαϊκά.

1.
Τσίπρας: Όχι στο βραχιολάκι στους τουρίστες!

2.
«Ναι» στη λύση «βραχιολάκι» για Ρωμανό λένε ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Συνέχεια εκ του προηγουμένου ).

Δια του παρόντος λήμματος αποδίδονται τα εύσημα του προφήτη στους βασανιστές εσατζήδες της χούντας. Ρε τους πούστηδοι, το είχανε προβλέψει. Αλλέως οι υπερατλαντικοί τσαϊτζήδες εμπνεύστηκαν από τα κατορθώματα της εθνοσωτηρίου. Διαλέγουτε και παίρνουτε, με βουτήματα ή άνευ.

  1. Θυμάμαι, έρχονταν ο στρατιωτικός, βούταγε ότι ήθελε, έκανε ότι ήθελε και σου έλεγε μετά να σταθείς προσοχή στην εξουσία! Αν διαμαρτυρόσουν για τις μαλακίες που έλεγε, ή τα όσα σούφρωνε «φάτσα φόρα», περνούσες μια βόλτα από ΕΑΤ ΕΣΑ για «τσάι» κι έτρωγες της χρονιάς σου. Σήμερα λέγεται ΓΑΔΑ. Άλλαξαν όνομα αλλά σαν το λύκο δεν άλλαξαν χούι, καθόσον «πρώτα βγαίνει η ψυχή» και μετά αυτό. Παρακαλώ περάστε

  2. Τα βασανιστήρια που επιβάλονταν στους κρατούμενους ονομάζονταν “Σχέδια” και ήταν αριθμημένα και διαβαθμισμένα ανάλογα με την αυστηρότητά τους.
    Το “Σχέδιο Ένα” ήταν ήπιο. Πέντε άντρες εισάβαλλαν στο κελί ουρλιάζοντας και κραυγάζοντας. Έσπρωχναν, έβριζαν και χτυπόυσαν τον κρατούμενο, για να τον φοβερίσουν.
    Οι βασανιστές αποκαλούσαν το σχέδιο αυτό και “τσάι πάρτι”.
    Στο “Σχέδιο Δύο”, γνωστό και ως “Τσάι πάρτι με φρυγανιές”, άδειαζαν το κελί από έπιπλα και δύο άντρες χτυπούσαν τον κρατούμενο με γροθιές, κλοτσιές και γκλομπ, ουρλιάζοντας και βρίζοντας.
    Το “Σχέδιο Τρία” ήταν η περίφημη “Δοκιμασία της ορθοστασίας“, όπου υποχρέωναν τον κρατούμενο να σταθεί μέσα σε ένα μικρό κύκλο διαμέτρου περίπου 36 εκατοστών και τον χτυπούσαν αν έβγαινε έξω από τα όριά του.
    Οκτώ φρουροί σε τρίωρες βάρδιες παρακολουθούσαν προσεκτικά τον κρατούμενο.
    Το βασανιστήριο διαρκούσε ημέρες, χωρίς να παρέχεται τροφή και νερό στον κρατούμενο.
    Τον εμπόδιζαν να πιει ακόμη και το νερό από το καζανάκι ή τα ούρα του.

Αν οι οπλίτες δεν εκτελούσαν ικανοποιητικά τα καθήκοντά τους, έμπαιναν εκείνοι στη μέση του κύκλου και ξυλοκοπούνταν αλύπητα.
και σερβιριστείτε.

Got a better definition? Add it!

Published

Ανήκει στο ιδίωμα των φαντάρων. Πρόκειται για την τελαμώνα (=ζωνάρι) που διανέμεται στους σκοπούς και περιέχει πυρομαχικά για εξαιρετικές καταστάσεις. Το κύριο σλανγκ ενδιαφέρον εντοπίζεται στην περίπτωση που έχει τη σημασία αυτοκτονώ, -δηλαδή χρησιμοποιώ τα πυρομαχικά για να αυτοκτονήσω-, οπότε χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι ένας φαντάρος δεν την παλεύει κάστανο και είναι απολύτως απελπισμένος με την κατάστασή του. Γενικότερα μπορεί να δηλώσει μια εξτρημ κατάσταση που χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν τα πυρομαχικά.

1. Αν έχεις βύσμα διάβαινε, κι αν έχεις κώλο στήσε,
κι άμα δεν έχεις τίποτα, την τελαμώνα σχίσε. (Φανταρική θυμοσοφία).

2. Σε ασκήσεις ακριβείας μια Πέμπτη μεσημέρι
σε σκέφτηκα και μού ‘φυγε το όπλο απ’ το χέρι.
Χαλάρωσε η Άλφα Ταυ, σκούριασ’ η ξιφολόγχη
το δίχτυ της παραλλαγής έμπλεξε σαν απόχη.

Φάκελος κι υποφάκελος γινήκανε κουβάρι
αγυάλιστα τα άρβυλα σαν των παλιών φαντάροι.
Με δυο μερών αξυρισά και μπίχλα στη στολή
στην τελευταία έφοδο δεν είπα αλτ τις ει.

Μου κόψανε την έξοδο ελέω νυχτερινής.
Γιατί πάλι ρε πούστη μου αργεί ο αλλαγής;
Σε μια πορεία έμεινα κει στα μισά του δρόμου
ξέχασα δε πως γίνεται και κείνο το επ' ώμου.

Το πάθος μου πολυπληθές σα μία λεγεώνα
για πάρτη σου κοπέλα μου σκίζω την τελαμώνα.
Η προβλεπέ αγάπη σου καμπάνες ελλοχεύει…
…για ένα χιτώνιο αδειανό, για μία κάποια Εύη.
(Κωλοφάνταρο στιχώνει με έμπνευση τη φανταρογκόμενά του).

3. Ποιο Φάντασμα; Το φάντασμα που, την πρώτη μέρα, έκανε την επίθεσή του στο Γιάννη το Μοσχόπουλο της διμοιρίας μας. «Ρε παιδιά, στο λόγο μου· εκεί που ήμουνα δεύτερο νούμερο, δώδεκα-δύο, θα 'χε πάει μία παρά είκοσι, ακούω απ' το ποτάμι ένα θόρυβο, ένα τοκ-τοκ-τοκ-τοκ. Έτσι ακριβώς, ρε σεις, τοκ-τοκ-τοκ-τοκ. Λέω, θα 'ναι σκύλος. Αυ­τό να ζυγώνει: τοκ-τοκ-τοκ-τοκ. Λες και χτύπαγε βότσαλο πάνω σε βότσαλο.» («Ρε συ, μπας κι ήτανε παπουτσωμένος ο σκύλος;» —σχόλιο που πνίγηκε στη γενική κατακραυγή). «Ρίχνω μια πέτρα στο νερό, αυτό εκεί: τοκ-τοκ-τοκ-τοκ. Ύ­στερα σα να σώπασε, ησύχασα και γω, λέω σκύλος ήταν κι έφυγε. Κι εκειπάνω, αρχίζουν να μου 'ρχονται πετραδάκια· βροχή τα πετραδάκια ρε παιδιά, στα πόδια μου σκάγαν. Φω­νάζω «αλτισεί», σκίζω την τελαμώνα, οπλίζω, βάνω γεμιστήρα μέσα, αυτό εκεί, να ρίχνει πετραδάκια. Λέω «αλτ, αλλιώς πυ­ροβολώ», πιο πολλά τα πετραδάκια. Και μου φάνηκε πως άκουσα κι ένα γέλιο, μα τι γέλιο, γέλιο του θανάτου, πάγωσε το αίμα μου. Τα παρατάω όλα και μπουκάρω μέσα στο φυ­λάκιο. Ρε σεις, κόντεψα να πάθω καρδιακό, αλήθεια λέω.»

Got a better definition? Add it!

Published