Further tags

Ατυχής κατάσταση, αντιξοότητα, το κακό, η μη επιθυμητή εξέλιξη. Συνώνυμο με τις λέξεις: μαλακία, γκέλα.

- Τι θα γίνει τελικά, θα πάμε αύριο για αντρικό ποτό;
- Άσε, έγινε πέτσα. Έχει γενέθλια μια φίλη της Δώρας και πρέπει να πάμε εκεί.
- Ου μωρή λούγκρα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αντί για το «ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα».

Μπορεί να ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους (όπως πολλά από τα συνθήματα με υπογραφή Α σε κύκλο).

Η πιο πιθανή εκδοχή για μένα είναι:

'Ηρθαμε να αλλάξουμε τον κόσμο (κοινωνία κλπ) του σήμερα και να φέρουμε τον κόσμο του αύριο (π.χ. αναρχική κοινωνία).

Ήρθαμε, δηλαδή, εμείς οι εκπρόσωποι της κοινωνίας του μέλλοντος (τα αύρια) να γκρεμίσουμε ό,τι εκπροσωπεί το γερασμένο σημερινό κόσμο (τα σήμερα).

Παρόμοιας λογικής είναι πολλά συνθήματα που γράφτηκαν κατά την εξέγερση του Δεκέμβρη '08.

  • Είμαστε εικόνα από το μέλλον
  • Ιστορία ερχόμαστε, κοίτα τον ουρανό
  • Παλιέ κόσμε, πλέκουμε ένα σάβανο για σένα

Ήρθαν τα αύρια να διώξουν τα σήμερα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν χρησιμοποιείται πέρα από την δόκιμη, ιατρική του σημασία, οι ερμηνείες ποικίλουν. Παραμένει πάντα όμως η κυριολεξία της ετυμολογίας, δηλαδή, μια λεπτή διαδικασία με χρήση γυμνών, και όχι μόνον, χεριών.

Ορισμός 1: κατάλληλος για όλους

H λεπτή, ίσως ύπουλη, εκμαίευση αποτελεσμάτων ή στοιχείων σε πάσης φύσεως περιστατικά, ανακρίσεις και αστυνομικές επιχειρήσεις, μέχρι αθλητικά γεγονότα (αντώνυμο: σφαγείο).

Ορισμός 2: μόνον δι' ενηλίκους

Συνθηματικό τηλεφωνικών συνομιλιών μεταξύ ανδρών για τις περιπτώσεις εμπλοκής σε κατάσταση που χρήζει σιέλου και υπομονής. Επιλέγεται σε περιπτώσεις όπου δεν πρέπει να ειπωθούν συγκεκριμένες λέξεις προ ανύποπτης μυξοπαρθένας, ή σε περιπτώσεις όπου τα εκστομιζόμενα φίδια και αρχιδιλίκια υπό του επιτήδειου πέφτουλα έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο και τον παρουσιάζουν ώς τον μεγάλο καρδιολόγο Βυθούλκα (βλ. Βλάσσης - Απαράδεκτοι).

  1. - Τι έγινε ρε στο μάτς;
    - Το χειρούργησε ο Μπριάκος!
    - Πέναλτυ;
    - Όχι ρε. Απλά έδωσε 4 ανύπαρκτες κάρτες από την αρχή και και κάθισε η ομάδα!
    - Κανονικό χειρουργείο δηλαδή...

  2. - Πού είσαι, ρε μαλάκα; Δε θα 'ρθεις από 'δω;;
    - Θα αργήσω λίγο... έχω ένα χειρουργείο....

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Το προφυλακτικό. Ερμηνεία εμπνευσμένη από το κλασικό απόσπασμα της ταινίας «Ποιος θα πηδήξει τη γοργόνα;», όπου πρωταγωνιστεί ο θρυλικός Μπόκολης. Εκεί γίνεται αναφορά στις φανταστικές «Καπότες Κόκορα»*.

  2. Καταχρηστικά, συνώνυμο του λούτσου όπως αυτός χρησιμοποιείται στη φράση «Θα ρίξω έναν...»

**Βλέπε μύδι.*

  1. - Λοιπόν κάλεσα το Λίλιαν για να δούμε τον Πουτανικό σε Blu-Ray το βράδυ. Θα φάω καλά απόψε μου φαίνεται, χε χε χε.
    - Φιλαράκι κάνε ότι θέλεις αλλά μην ξεχάσεις τον κόκορα. Το Λίλιαν έχει πάρει τη μισή υδρόγειο!

  2. - Και τι έγινε με τη Σούζη όταν μείνατε μόνοι σας στο υπνοδωμάτιο;
    - Έ, της έριξα έναν κόκορα και ησύχασε η λυσσάρα! Αμάν πια, δύο μήνες με κυνήγαγε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αηδιαστική μυρωδιά που σε χτυπάει στην μούρη και κάνει τα μάτια σου να τσούζουν με το που μπαίνεις σε ένα κλειστό δωμάτιο. Μυρίζεται συνήθως σε δωμάτια φτηνών ξενοδοχείων αλλά και φοιτητών.

Στα ξενοδοχεία είναι προϊόν πλημμελούς καθαριότητας και στα δωμάτια φοιτητών επίσης λόγω παρατεταμένης κλεισούρας. Στα ξενοδοχεία και αλλού επικαλύπτεται με αποσμητικό σπρέι και στα φοιτητο-δωμάτια ενίοτε με μπάφους.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει με σιγουριά τις διάφορες μυρωδιές που εμπεριέχονται αλλά σίγουρα περιλαμβανουν: αρχιδίλα, κωλίλα, μουνίλα, κλανίλα, αυνανίλα, πουτσίλα, μπεκρίλα και άλλες σωματικές οσμές του προηγούμενου ένοικου. Ενίοτε δε ο προηγούμενος αφήνει την σκιά του σαν τον εσταυρωμένο στο σεντόνι...

Σημείωση συντάκτη: ό,τι κάνετε εσείς σε ένα κρεβάτι ξενοδοχείου, το έχουν κάνει πολλοί άλλοι πριν από σας! (πολλές φορές στα ίδια σεντόνια!)

Urban legend: όχι, οι τρίχες στα ρουθούνια δεν καψαλίζονται από την δωματίλα. Από μπάφους, ίσως.

Λήμμα αφιερωμένο στην ironick.

- Πωπω, ρε μωρό! Βρωμάει δωματίλα εδω μέσα! Ποιός μπίχλας λες να 'μενε εδώ πριν απο μάς; - Και τι περίμενες ρε ΜΧΣ, με 40 γιούρο στο Ναύπλιο, σουίτα; Άσε που μυρίζει σαν το σπίτι σου... Σκάσε ένα μπάφο, κι όλα καλά!
- Κι αυτό σωστό!

(αληθινή ιστορία)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Να μην συγχέεται με την πρώην περιοχή Κοκκιναρά ή την ομώνυμη λέσχη αντισφαίρισης).

Με το ουσιαστικό «πολιτεία» ο σύγχρονος νεοέλληνας αναφέρεται, κυρίως προ των ραδιοτηλεοπτικών καμερών και μικροφώνων, σε διάφορες από μηχανής θεότητες (το ανάλγητο κράτος, η εξουσία, οι 300, ο Θεός, ο Μπρους Ουΐλις, ο Τσακ Νόρις, ίσως και ο Μάκης) που θα έπρεπε να έχουν προβλέψει το κακό πριν συμβεί, και θα έπρεπε να έχουν μεριμνήσει για κάθε είδους ινφορτούνα που μπορεί να συμβεί και στον τελευταίο -πλην όμως φορολογούμενο- πολίτη. Βεβαίως, το καταληκτικό αυτό χωνευτήρι ευθυνών παραμένει πάντα από απρόσωπο έως φάντασμα, ενώ κατά στιγμές παίρνει και την μορφή σούπερ ήρωα, εγχώριου και εισαγόμενου (οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι, ο Πολέμαρχος του Θεού του Λιακό κλπ.). Το πρόδηλο αποτέλεσμα είναι βεβαίως η μη ανάληψη ευθύνης από κανένα υπαρκτό πρόσωπο, πολίτη ή πολιτειακό αξιωματούχο.

Πιθανή προέλευση:

Από τα βάθη της τουρκοκρατίας όπου ο ελληνόφωνος πρώην πολίτης της Ανατολικής αυτοκρατορίας δεν αισθάνθηκε ποτέ σα στο σπίτι του επί οθωμανικής κατοχής, δεν του πολυάρεσε ίσως και η διατήρηση της εξουσίας του παπαδαριού και συνεπώς δεν ένιωσε ποτέ μέρος του κράτους αλλά παρέμεινε «νοικοκυραίς» ραγιάς, κρυφοφοροφυγάς αλλά σκυφτός για το χαράτσι, και κατ' εξαίρεση αιχμάλωτος μιας ανατολίτικης πραγματικότητας.

Εδραίωση στη συνείδηση:

Λίγο το προτεκτοράτο του 1821, το γαλλικό, ρωσικό και αγγλικό κόμμα, η κεντρική εξουσία του Καποδίστρια, οι Βαυαροί, και γενικώς κάποιοι άλλοι που όριζαν επί μακρόν τις τύχες των νεοβαφτισμένων Ελλήνων οδήγησαν στην απρόσωπη πολιτεία που νομοθετεί, εκτελεί και δικάζει αυτοβούλως και απαρτίζεται από άλλους πάντοτε (μάλλον από το Άλφα του Κενταύρου...) έφτιαξαν την «Πολιτεία» που φταίει για τα στενά πεζοδρόμια, το νέφος, τη βροχή το'να τ'αλλο τι να λέμε τώρα.... Και γενικώς την μη αίσθηση του Έλληνα για οτιδήποτε δημόσιο... ακόμα και τα πάρκα!

Φράση πασπαρτού λεχθείσα υπό ωρυόμενης κυρα-σκάφης:
-Που είναι η πολιτεία να φροντίσει;;;

(όπου φροντίσει, και μεριμνήσει, να ενσκύψει πάνω στα προβλήματα του κοσμάκη κλπ.)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τα παράπονα, οι αυστηρές επιπλήξεις, το ξέχεσμα, ιδίως όταν ο αποδέκτης όλων αυτών δεν μπορεί καν να μιλήσει για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, πράγμα που συμβαίνει κατεξοχήν στα στρατόπεδα ανάμεσα σε φαντάρους/κατώτερους και ανώτερους ή στον εργασιακό χώρο, ανάμεσα σε υφιστάμενους και προϊσταμένους.

Ο ενεργητικός τύπος είναι ρίχνω σκατό ή σκατώνω, ενώ ο παθητικός τρώω/ακούω σκατό.

Βλέπε και τρώω το σκατό.

  1. (από εδώ)
    «Να σημειωθεί ότι ναι μεν έχεις κοντά σου (δίπλα σου κυριολεκτικά) τον Ταξίαρχο, αλλά δεν πρόκειται να ασχοληθεί με εσάς, αφού όλον τον καιρό θα τριγυρνά στις υπόλοιπες μονάδες του νησιού για να ρίχνει σκατό στα στρατόπεδα και τους διοικητές που δεν γουστάρει.»

  2. (φαντάρος πάει να μπει στους θαλάμους και τον προλαβαίνει άλλος) - Σειρά πρόσεχε, είναι πάνω ο στρατοπεδάρχης και σκατώνει κόσμο!
    - Ωχ, τον πούλο τον τρεχάτο!

  3. (στο ΚΨΜ)
    - Φτιάξε μου έναν καφέ γιατί δεν την παλεύω μία...
    - Τι έγινε;
    - Άσε, δυο ώρες έχω κοιμηθεί μόνο και άκουσα και μισή ώρα σκατό από τον διοικητή στην πύλη...

  4. (σε ένα γραφείο μεταξύ συναδέλφων)
    - Λείπει ο διευθυντής σήμερα...
    - Επιτέλους, να και μια μέρα που δεν θα φάμε σκατό!

(από gaidouragathos, 28/03/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Απάντηση στην προσφιλή των νεοελλήνων ερώτηση «από πού είσαι;» (βλ. και «τίνος είσαι συ;»), προκειμένου να διαμορφώσουν άποψη (sic) για το ποιόν κάποιου.

Η έκφραση λέγεται με καζαντζίδικη περηφάνεια και υπονοεί καταγωγή πάνω απ’ το αυλάκι = καλό παιδί (αλλά άτυχο).

Βέβαια, καίτοι πάνω απ’ το αυλάκι είναι και η Αθήνα κι ο Πειραιάς, που ανήκουν στη Στερεά Ελλάδα (Ρούμελη), ωστόσο αποκαλούνται συλλήβδην καταχρηστικά «χαμουτζία». Καίτοι ουδείς αμφισβητεί (ούτε ασχολείται με) το αν οι νησιώτες και οι Κρήτες είναι «καλοί αθρώποι» ή όχι, την έκφραση φαίνεται να έχουν οικειοποιηθεί αποκλειστικώς οι βορειοελλαδίτες.

Περί του ποίοι και γιατί θεωρούνται «καλοί αθρώποι» στην Ελλάδα, για να μην πλατειάζουμε (και για να μην ρίξω κανά γαμώσταυρο), ας λάβει τον κόπο ο αναγνώστης να κοιτάξει τα λήμματα-σχόλια-ορισμούς: απέκης, Eίδες Bλάχο; Σ' είδε πρώτος!, μένω στον τόπο κ.α.

- Απο πού είσαι, πατρίδα;
- Απο ’κεί που βγαίνουνε οι καλοί αθρώποι.
- Όπα της! Καρντάσι είσαι βρέ; Εγώ είμαι τεμέτερον απο την Αριδαία! ΠΑΟΚάρα και τα μυαλά στα κάγκελα!
- Εγώ Μανιάτης απο τον Πειραιά...
- Μμμμ... Μπερδεύτηκα τώρα...
- Να σε ξεμπερδέψω εγώ άμα θές!

Έργα Ισθμού: Σκάβοντας το λάκκο τους... (από HODJAS, 29/01/10)Κουίζ: Ποιά είναι η καλή και ποιά η κακή μεριά? (από HODJAS, 29/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αργκοτικό επίρρημα, που σημαίνει αέρα-πατέρα, αβέρτα-κουβέρτα, αβάδιστα, αβασάνιστα, αβλεπί, άνετα κλπ δηλαδή με την έννοια της ταχύτητας ή/και της αφθονίας (μπόλικα).

Η λέξη παίζει με την προέλευση εκ των ρημάτων:

  • Κάμνω (έκαμνον-καμούμαι-έκαμον-κέκμημαι-εκεκμήκειν > κόπος, κάματος, καματερό κλπ, δηλ. άνευ κόπου / ξεκούραστα και
  • Κόπτω, τόσο υπο την έννοια της χρονικής συνέχειας (δηλ. αδιάκοπα) όσο και της ταχύτητας γραμμής παραγωγής αγαθών (π.χ. βιβλίων, φύλλων λαμαρίνας κλπ), που διατίθενται στην λιανική πριν προλάβουν να υποστούν φινίρισμα (άκοπα) βλ. και εκφράσεις κόβω μονέδα/κοστούμι κλπ.

    Χρησιμοποιείται συχνά με το ρήμα «φεύγω», με την έννοια της ταχύτατης εμπορικής διάθεσης στην αγορά λόγω αυξημένης ζήτησης (π.χ. φεύγει το εμπόρευμα = ξεπουλάω).

  1. Ο κυρ-Μανώλης άνοιξε μπάνικο πατσατζήδικο απέναντι απ’ τη μπουζουκλερί και κονομάει άκοπα κάθε βράδυ απ’ τους ξενύχτηδες.

  2. - Πώς είσαι έτσι ρε σαν κλαμμένο μουνί;
    - Πήγαμε στο γωνιακό ουζερί με το Μάκη χτές το μεσημέρι για κανα μεζέ, έτυχε κάποιος Κρητικός απο την καρσινή παρέα να’ χει γενέθλια και κέρναγε ρακές άκοπα. Περιττό να σου πώ οτι γίναμε φεκλόνια. Πήγαμε 12 το μεσημέρι και γυρίσαμε σπίτι 12 το βράδι. Μεροκάματο χτυπήσαμε εκεί μέσα...

  3. - Μήπως έχετε Gauloises;
    - Έφερα χτές δυο κούτες, αλλά έχουνε γίνει μόδα τώρα και φεύγουνε άκοπα. Πριν απο μισή ώρα πούλησα το τελευταίο...
    - Gitanes;
    - Ζητάν παιδάκι μου, αλλά πού να τα βρείς;

Βεβαιωτικά επιρρήματα και φράσεις: αβλεπί, αεράτα, άκοπα, ανοιχτά, για πλάκα, γκαραντί, εύκολα, κανονικά, σβηστά, στάνταρ, χαλαρά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έτσι τη βγάζει ο μέσος 'Ελληνας αγρότης στον λίγο ελεύθερο χρόνο που διαθέτει. Καμιά μπαλίτσα στο τοπικό, άντε να δούμε Κολινδρό ή και λίγη Βέροια, λίγο μπουτάκι, μιας και χωρίς φράγκα στα κωλόμπαρα των Φαρσάλων παραπάνω από μπουτάκι δεν θα δεις, άντε και μπαρμπούτι, μπας και ρεφάρουμε και δούμε και λίγο κιλοτάκι... Διότι για να χ.... τα παιδιά δεν το βλέπω κα Μπατζελή...

Εθεάθη σε τοίχο, σε χωριό έξω από τη Λιβαδειά.

- Πώς την περνάτε εδώ παιδιά;

- Μπάλα, μπούτι και μπαρμπούτι, Σίσυ μου. Μπάλα, μπούτι και μπαρμπούτι! Καλά που ήρθες εσύ, μπας και το δούμε τσάμπα για λίγο...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified