Further tags

Επιφέρω βαρέα τραύματα στο πρόσωπο κάποιου. Περιπτωσιολογία:

  1. Τραύματα από αιχμηρό αντικείμενο: νύχια, δόντια, μαχαίρια, ξουράφια, πριόνια, κομμάτια από καθρέφτη κλπ (slashing weapons). Γνωστό και ως χαράκωμα («θα σε χαρακώσω ρε πούστη!»).

  2. Eγκαύματα: από το απλό τσιγάρο που στο σβήνουν πάνω στο δέρμα μέχρι κάρβουνα, λαβίδες τζακιού, φλογοβόλα. Ειδική περίπτωση εγκαύματος: από άκουα-φόρτε.

  3. Τραύματα από μη αιχμηρό αντικείμενο: μπουνίδια, κλοτσίδια, χτυπήματα από τηλεφωνικό κατάλογο κλπ. (Bludgeoning weapons). Συνήθως δεν προκαλούν αιμορραγία, παίζει όμως να σου σπάσουν κανά οστό, π.χ. κανά σαγόνι ή ζυγωματικό.

Συνώνυμα: χαλάω τη μόστρα ή χαλάω τη βιτρίνα. Αυτά εντούτοις αναφέρονται συνήθως σε πιο λάιτ καταστάσεις, π.χ. σπάσιμο μπροστινών δοντιών από ντιρέκτ. Το κατέβασμα μάπας είναι χοντρό πράμα με το οποίο δεν ξεμπερδεύεις εύκολα. Το αποτέλεσμα σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις είναι αποκρουστικό. Η φάτσα παραμορφώνεται, σε φάση που μόνο καμιά μάνα σου θα σε αναγνώριζε (και αν). Για πλήρη αποκατάσταση κατεβάσματος μάπας απαιτούνται πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις.

Το απόλυτο, αρχετυπικό και κυριολεκτικό κατέβασμα μάπας είναι η φάση που ξεκολλάει όλο το δέρμα του προσώπου και πέφτει μπροστά, σαν γδαρμένο τομάρι ζώου. Εκεί πας σούμπιτος για ολική πλαστική προσώπου, αν θες να αποκαλείσαι στο εξής άνθρωπος. Τέτοιες περιπτώσεις ολικού κατεβάσματος έχουν κατά καιρούς αναφερθεί ως αποτέλεσμα επιθέσεων άγριων θερίων (τίγρεων, αρκούδων) σε ανθρώπους. Το θερίο χώνει τα νύχια του ψηλά στο κούτελο και τους κροτάφους και γδέρνει με φορά προς τα κάτω. Και δεν μένει κολυμπηθρόξυλο. Μαζεύεις τη μάπα σου με το κουταλάκι.

  1. Στις ζούγκλες της Βεγγάλης, οι επιθέσεις τίγρεων σε ανθρώπους δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Στα τιγρόνια οφείλονται οι περισσότεροι σακάτηδες που θα συναντήσεις: άλλος με κομμένο χέρι, άλλος χωρίς πλευρά, άλλος με κατεβασμένη μάπα.

  2. Πριν καμιά δεκαριά χρόνια, σε αγώνα μπάσκετ του Άρη Θεσνίκης, ο πρώην διεθνής Ντίνος Αγγελίδης άρχισε τα γαλλικά μ' έναν τουμπανιασμένο αράπη της αντίπαλης ομάδας. Ως κλασικός έλληνας, ο Ντινάκος νόμιζε πως το πράμα θα περιοριστεί στο σπρέχεν, ο αράπακλας όμως είχε άλλη άποψη. Του σκάει στην ψύχρα ένα άπερκατ και του κατεβάζει τη μάπα. Ή μήπως του την ανεβάζει; Θρυμματισμός κάτω γνάθου, κατάγματα σε δεν ξέρω πόσα σημεία. Χειρουργεία επί χειρουργείων, λάμες και κόντρα λάμες και ο ανιχνευτής μετάλλων των αεροδρομίων να βαράει σα τρελός όταν πάει ο φουκαράς ο Ντίνος να περάσει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ήταν σφιγμένο και δεν επέτρεπε μετακινήσεις, αλλά τώρα λασκάρισε, ξέσφιξε και είναι ένα βήμα πριν το ξεβίδωμα: λασκάρισε η βίδα του σημάνει ότι τρελάθηκε η, αλλιώς, του έστριψε.

Και μου ήρθε, τέλη κυκλοφορίας φίλε μου, 1.821 ευρώπουλα! Τι να κάνω ο άνθρωπος, με τιμωρούν που δεν έχω χρήματα να πάρω καινούργιο, τους έχει λασκάρει στα οικονομικά επιτελεία και προσπαθούν να μας τα κλέψουν από όπου μπορούν. Αλλά δεν μου έστριψε να τα πλερώσω, θα αλλάξω κινητήρα από 2000 cc σε 1800 cc και θα πάρουν μόνο 351 ευρώπουλα οι ΗΛΙΘΙΟΙ που σταμάτησαν την απόσυρσή για να πληρώσει ο κοσμάκης τα αυξημένα τέλη κυκλοφορίας! Και αντί να δώσουν, θα πάρουν αλλά λογάριασαν χωρίς τον ξενοδόχο: οι παραδόσεις πινακίδων είναι πολλαπλασιασμένες αυτές τις μέρες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Απαραίτητη προϋπόθεση για χρήση της παραπάνω έκφρασης είναι η προηγούμενη διατύπωση ορισμένου αιτήματος ή άποψης από το συνομιλητή και η ύπαρξη κάποιας μορφής του ρήματος «μπορώ» μέσα σε αυτή.

Η έκφραση μπορέλι καταδεικνύει την αδυναμία εκπλήρωσης του προαναφερθέντος αιτήματος εκ μέρους του ομιλητή ή τη διαφωνία του ως προς τις απόψεις του συνομιλητή.

Προέρχεται από τη ρίζα του ρήματος «μπορώ», ενώ ο αγαπημένος πρώην παίκτης του Παναθηναϊκού μπορεί να αντικατασταθεί και με άλλα (πάντα σχετικά με μπάλα) ονόματα.

Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δίνεται στην ηχητική ομοιότητα του επιλεγμένου όρου με τη μορφή του ρήματος «μπορώ» που έχει προηγηθεί, ενώ, για έμφαση ή ειρωνεία, προτιμάται η «ξερή» χρήση (βλ. παραδείγματα).

  1. (Χρήση μέσα σε πρόταση, φιλικά - εδώ στο τηλέφωνο)
    - Έλα ρε Γιάνναρε... Απεργούνε οι ταρίφες και μόλις κατέβηκα απ'το ΚΤΕΛ. Μπορείς να έρθεις να με πετάξεις μία σπίτι να μη γαμηθώ στα λεωφορεία;
    - Καλώς μας ήρθες φίλε αλλά δυστυχώς μπορέλι, το αμάξι είναι συνεργείο εδώ και δυο βδομάδες, έχω χτίσει πολυκατοικίες στην κίτρινη φάρα...

  2. (Μονολεκτική πρόταση για ειρωνική διάθεση)
    - Αν η ΑΕΚ κάνει 1-2 καλές μεταγραφές τον Ιανουάριο μπορεί να χτυπήσει πρωτάθλημα.
    - Μπορμπόκης.

  3. (Έμφαση στην ηχητική ομοιότητα}
    - Τι έγινε τελικά με το γκομενίδι που φάσωνες χτες;
    - Αν δεν ήμουν κομμάτια θα μπορούσα να την είχα πάρει σπίτι αλλά μετά από τόσα σφηνάκια μπορούσια...

Δες και και μπορέλι, χοσέ μπορέλι

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που (με μεγάλη δόση υπερβολής και αγανάκτησης) περιγράφει το τεράστιο ποσό που έχει δαπανηθεί για συγκεκριμένο σκοπό, συνήθως επί μεγάλο χρονικό διάστημα. Για την υπερβολή επί της υπερβολής, συχνά προσδιορίζεται και ο ακριβής αριθμός των πολυκατοικιών.

  1. Μάνα: Τι θα γίνει, θα το πάρεις ποτέ το proficiency; Τόσα χρόνια ιδιαίτερα, ολόκληρη πολυκατοικία έχουμε χτίσει στη Miss Carol!

  2. - Τι έγινε, το κατάφερες το Δεσποινάκι ή ακόμα σε τρέχει;
    - Τι να γίνει ρε φίλε; Δέκα πολυκατοικίες έχω χτίσει σε εστιατόρια και λουλούδια και άσπρη μέρα δεν έχω δει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιούμε τον όρο όταν θέλουμε να δώσουμε έμφαση σε κάποια ενέργεια, απόφαση ή πρωτοβουλία μας. Κάτι σαν ταρζανιά ή ταλιμπανιά ή ακόμη και βυντριά δηλαδή.

Συνώνυμος όρος είναι ο «εξτραβαγκάνζα», που δηλώνει την υπερβολή/πληθωρικότητα στην έκφραση των ενεργειών μας.

Πριν φύγει στην Αγγλία για μεταπτυχιακό, αποφάσισε να κάνει μια κίνηση-υπερπαραγωγή: Θα πήγαινε στο σπίτι της κοπέλας του και θα τη ζητούσε από τους γονείς της! Αμ δεν ήτανε γραφτό! Η κοπέλα του τα είχε ήδη φτιάξει με τον επιβλέποντα καθηγητή της, που αψήφησε την ελληνική κυτταρίττιδα, και είχε ήδη μείνει έγκυος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κλασική σχολική σλανγκ.

Κανονικά σημαίνει πεθαίνω, τα κακαρώνω, τα τινάζω, ψοφάω.

Σε σχολικά, και δη γυμνασιακά-λυκειακά συμφραζόμενα, μένω στον τόπο σημαίνει οτι - βάσει της βαθμολογίας μου - χάνω τη χρονιά αυτομάτως και υποχρεώνομαι να την επαναλάβω. Πιο απλά, μένω στον τόπο = μένω στην ίδια τάξη.

Συνήθως διακρίνεται από το απλούν «μένω». Το τελευταίο χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις στις οποίες ο μαθητής, προκειμένου να προαχθεί / προβιβαστεί στην επόμενη τάξη, οφείλει να επανεξεταστεί επιτυχώς σε όσα μαθήματα «πέφτει», σε ειδική εξεταστική το Σεπτέμβριο. Αντιθέτως, όταν κάποιος μείνει στον τόπο, δεν δικαιούται σεπτεμβριανής επανεξέτασης. Πάει κανονικά τις καλοκαιρινές διακοπούλες του, χωρίς διαβάσματα και άγχη (που λιγοστεύουν και τη ζωή btw) και του χρόνου κανονικά ξανακάνει την ίδια τάξη. [I]
- Πόσοι μείναν απ΄το Β4; Μακράν το πιο άκυρο τμήμα.
- Τέσσερις. Τρεις στον τόπο κι ο Μπαλάφας που πάει για Σεπτέμβρη.[/I]

Με ποιό όμως κριτήριο διαχωρίζονται οι εν τω τόπω μένοντες από τους απλούς μένοντες; Την εποχή του γράφοντος τουλάστιχον, το πράγμα είχε ως εξής: Αν έπεφτες (δλδ είχες βαθμό κάτω από τη βάση) σε πάνω από 4 μαθήματα, έμενες τόπο. Αν τα μαθήματα που έπεφτες ήταν μέχρι 4, πήγαινες Σεπτέμβρη...

Εννοείται πως του Σεπτέμβρη οι εξετάσεις ήταν εντελώς για την πλάκα, κι ο μόνος τρόπος για να μην περάσεις ήταν να μη θες να περάσεις (και να καταβάλεις και φιλότιμες προσπάθειες γι' αυτό). Η απόλυτη ξεφτίλα σεπτεμβριανών εξετάσεων, ήταν βεβαίως το Σεπτέμβρη του '99, μετά τη σεισμούκλα. Απ' ότι μου έχουν μεταφέρει, απλά πήγαινες, έδινες το παρών, προβιβαζόσουν και μετά σ' έδιωχναν άρον άρον οι τρομοκρατημένοι καθηγητάκοι, που είχαν κλάσει μέντες μην πέσει το άθλιο σχολειάκι από κανα μετασεισμίκ και τους πλακώσει... Παρωδία.

- Για πε ρε μαλάκα, κανας γνωστός, τι έγινε, ποιοί περάσανε;
- Μπουρμπούλιας στον τόπο, Πασχόπουλος στον τόπο, Μπαντουράκης στον τόπο, Μπουρμάς στον τόπο. Θες κι άλλα;
- Μπαλιόνας;
- Πέφτει σε τρία, C U September..
- Μπαρδάκος; - Σε τέσσερα, τη σκαπούλαρε παρά γουρουνότριχα.
- Κι ο Μότσικας; - Το' χε σίγουρο για Σεπτέμβρη και τελευταία στιγμή του σκάει αστροπελέκι το οχταράκι απ' τη Χημεία κι έμεινε στον τόπο σέκος το παλικάρι. Κρίμας...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γένους ουδέτερου.

Άτομο με το οποίο, ενώ μοιράζεστε το ίδιο κεραμίδι για οικονομικούς λόγους αποκλειστικά (βλ. οικονομική Qρίση), σας χωρίζει ένας τοίχος κι ένα απέραντο διανοητικό και πολιτισμικό χάσμα.

Η στοιχειώδης επικοινωνία μεταξύ σας ανάγεται σ'αυτή που θα'χες μ' ένα κατοικίδιο. Η ειδοποιός διαφορά από τον απλό συγκάτοικο έγκειται στο γεγονός ότι τα συγκατοικίδια είναι άκακα, άδολα και αγνά, επιφορτιζόμενα τον κύριο όγκο των οικοκυρικών εργασιών. Η διαφορά από το απλό κατοικίδιο είναι πώς με τον σκύλο σου μπορείς να δεις μια ταινία μαζί, τον συμπαθούν οι φίλοι σου και δεν ντρέπεσαι να τον κυκλοφορήσεις έξω.

Τα συγκατοικίδια, κατά κοινή ομολογία, απαιτούν συνεχή επίβλεψη (π.χ. φεύγουν διακοπές αφήνοντας τ'ασπρόρουχα απλωμένα ή το αρκουδίσιον στο φουλ, ξεχνάνε τα κλειδιά τους, μπουκάρουν στο δωμάτιο σου τις πιο λάθος στιγμές, παίρνουν ροζ τηλέφωνα τα βράδια κουλουπού).

Στην αρχή σου είχε φανεί λύση ανάγκης να μείνετε μαζί. Στο τέλος καταλήγεις να σου λείπει και να το εκτιμάς που σε ανέχτηκε τόσον καιρό.

Πρόσφατη έγκυρη έρευνα καταδεικνύει ότι στους 3 συγκατοίκους που μένουν μαζί καιρό ο ένας είναι συγκατοικίδιο.

  1. - Πωώ ρε φίλος!! Τί μπουρδέλο γίνεται 'δω μέσα; (κουζίνα) - Τί να κάνω; Λείπει το συγκατοικίδιο αφού... Αν θες νερό, έχει και πλαστικά ποτήρια.

  2. - Θα 'ρθεις ν' αράξουμε για κάνα φόμπα; - Και το συγκατοικίδιο; Δεν θα'ναι σπίτι; - Εε, τέτοια θεούσα που είν' αυτή, έχει ανοσία στα λιβάνια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκεί που περιμέναμε να τα οικονομήσουμε, τελικά τον φάγαμε τον πούλο. Αντί για διαμάντια πήραμε κάρβουνα. Άλλα περιμέναμε και άλλα πήραμε. Είχαμε υψηλές προσδοκίες αλλά δεν ευδοκίμησαν.

Τελικά διαβάζουμε ότι και τα διαμάντια είναι (από ιστό): Το διαμάντι είναι η τετραεδρική μορφή άνθρακα. Η ισχύς των δεσμών που συνδέουν τα άτομα άνθρακα σε αυτή τη διάταξη είναι η αιτία της σκληρότητας του διαμαντιού και της σχετικής μ' αυτό αξίας χρήσης του.

-Ναι ρε φίλε σου λέω, έδωσα ένα καρό χρήματα να αγοράσω το αυτοκίνητο, αλλά άνθρακας ο θησαυρός, δεν είναι να αγοράζεις μεταχειρισμένο βγήκε μπαγκατέλα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μη βιαστείτε να με κρίνετε ότι έχω κάνει ορθογραφικά λάθη στη λέξη: εκ + πίσω + κρότος.

Eίναι το κλανίδι με τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

  • Μεγάλη πίεση, 3 bar (που παράγει τον χαρακτηριστικό ήχο).
  • Μικρή διάρκεια, ίσα που φτάνει το 1 δευτερόλεπτο.
  • Μηδαμινή μυρωδιά, δόξα τον Θεό.
  • Προκαλεί πόνο συνήθως στον δράστη και γέλιο στους γύρω (αν είναι φίλοι, αλλιώς ο δράστης το κλαίει).
  • Στο 80% των περιπτώσεων είναι ακούσια και απλά ξέφυγε.

Το όνομα της το παίρνει από τον κοφτό, δυνατό ήχο που θυμίζει εκπυρσοκρότηση όπλου.

  1. (η παρέα παίζει Pro Evolution Soccer στο PS)
    — ...πρρρατς... Σόρρυ παιδιά, εκπισωκρότησα.
    — ΧΑΧΑΧΑ και νόμιζα ότι μας την πέσανε οι μπάτσοι!

  2. Άσε ρε Μαρία μου... Εκεί που τον είχα από πάνω μου να μου αλλάζει τα φώτα, εκπισωκροτεί ξαφνικά και πετάει ένα κλανίδι και με ρωτάει: «σ' άρεσε μωρή βρομιάρα μπαλότσα;!»... Να γιατί τον χώρισα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άσχημο ανώμαλο χούι ελαφρώς διεστραμμένων των πενήνταζ, εξήνταζ και εβδομήνταζ. Είναι η πρακτική κατά την οποία επωφελείται κάποιος από την πολυκοσμία και «κολλάει» σε πισινά γυναικεία, ανδρικά ή εφηβικά, με σκοπό τον επιτόπιο αυνανισμό, ή ακόμη και ετεροχρονισμένο, εφόσον οι συνθήκες δεν το επιτρέπουν. Συνήθης τόπος άσκησης του «κολλητηρίου» ήταν τα λεωφορεία, αλλά οι μάστορες του είδους το εξασκούσαν στα πιο απίθανα μέρη (ουρά στο ΙΚΑ, αίθουσες δικαστηρίων κλπ). Απ' όσο ακούω, το φαινόμενο απαντάται, σπανιότερα πάντως, και στις μέρες μας.

  1. Φύγε βρε ανώμαλε μη σου σκάσω καμιά τσαντιά! Πρωί πρωί, πού τη βρίσκεις την όρεξη για κολλητήρι;

  2. - Άσε ρε Λίτσα, μπήκα στο λεωφορείο και μου 'κανε κάποιος κολλητήρι, αλλά είχε τόσο κόσμο που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.
    - Βρε μπας και σ' άρεσε;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified