Το δωμάτιο ή χώρος γενικότερα χωρίς παράθυρο, φεγγίτη η κάποια είσοδο φυσικού φωτισμού.
- Με πιάνει κατάθλιψη σ εκείνο το τυφλό δωμάτιο.
Το δωμάτιο ή χώρος γενικότερα χωρίς παράθυρο, φεγγίτη η κάποια είσοδο φυσικού φωτισμού.
- Με πιάνει κατάθλιψη σ εκείνο το τυφλό δωμάτιο.
Got a better definition? Add it!
Ο πολύ τυχερός άνθρωπος. Αυτός που του 'ρχονται όλα βολικά, που δεν βρίσκεται ποτέ σ' ανάγκη. Ο τίγκα στην κωλοφαρδία.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Μου τελειώνει ο παράς, εξαντλούμαι οικονομικά. Πολύ κοντά στα: «Μένω ρέστος», «μένω χωρίς μία», «μένω στον άσσο», «μένω δίχως σάλιο», «ξετινάχτηκα» κλπ. Όμως δεν φτάνω στο σημείο να χρωστάω.
Το «με ξεπαράδιασαν» υπονοεί μερικές φορές το «μ' έπιασαν κορόιδο», ενώ άλλες πως προέκυψαν πρόσθετα έξοδα που δεν είχα υπολογίσει και δεν μπόρεσα ν' αποφύγω.
- Αυτό το τσαρδί με ξεπαράδιασε.
- Δεν έχεις ανάγκη εσύ, σου χρωστάει ο Θεός.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Από τα γνωστότατα ξάπλα + Αρντάν.
Ο υπερθετικός της κατάστασης στην οποία θέλει να βρεθεί κάθε ευσυνείδητος φαντάρος και βρίσκονται πλείστοι ασυνείδητοι δημόσιοι υπάλληλοι. Η πλήρης χαύνωση. Η νιρβάνα. Το ζεν. Η μαστούρα σε οριζοντιωμένη στάση.
- Τι νομίζει ότι κάνει έτσι ξαπλαρντάν;
- Κοιλιακούς.
- Μα καλά ρε μαλάκα, στην Πύλη;
- Μη το ψάχνεις: τσάτσαρος.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Ασφαλώς και είναι η «διακόσμηση» στα ελληνικά από το γαλλικό décor - όμως, παρέα με ρήματα όπως:
κάνω: κάνω (κάποιον) ντεκόρ σημαίνει ό,τι και τα: τον γείωσα, του το βούλωσα, κι από 'κει και πέρα (το 'παιξε) γλάστρα, τον έσβησα (και έλαμψα) - κι όλα τα παρεμφερή κι ομοειδή.
βγαίνω: βγαίνω απ΄το ντεκόρ σημαίνει παίρνω θέση (πάνω σε κάποιο ζήτημα), πήραν επιτέλους χαμπάρι πως υπάρχω, επανενεργοποιούμαι, κ.ο.κ.
έχω: έχω για ντεκόρ σημαίνει έχω για μόστρα, έχω για γλάστρα κ.ο.κ.
... είμαι: δεν είμαι (για) ντεκόρ (εγώ), το γνωστό παράπονο παραμελημένης γκόμενας.
- Μας πέθανε στην παρλαπίπα, μέχρι που ο Άρης του φρεσκάρισε τη μνήμη και τον έκανε ντεκόρ.
- Γιαδέ ρε συ ποια κελαηδάει!!
- Έχασες επεισόδια ε; Μετά την πλαστική βγήκε απ' το ντεκόρ.
- Τι κάνει δω πέρα η μικρή;
- Τίποτα, μόνο για ντεκόρ.
- Ακούς; Τα μαζεύω και φεύγω. Δεν είμαι ντεκόρ εγώ. Ακούς βρε; Φεύγω σου λέω.
- Α! ναι; Πού πας;
- Όπου θέλω!!
- Δώσε χαιρετισμούς.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Με όλα τα κομφόρ, αντζελιστί.
Ως λολοπαίγνιο, σερβίρεται κυρίως από αστειάτορες συνοδεία γαργαλιέρας.
Πάσα: Perkins.
- Ναι ναι και με όλα τα Ροκφόρ
(σχόλιο Perky, εδώ)
- σε ακριτικά νησιά δεν πάω επειδή δεν έχουν όλα τα ροκφόρ, θέλω τις ανέσεις μου!
(εκεί)
- Στας εξοχάς και ολα τα ροκφόρ..Θαλασσίτσα, τραγουδάκι, υψηλον φρόνημα, Περπατησιά αγέρωχη εις τας ερημικάς λεοφώρους των κοσμοπολίτικων νησιών...εεε Μακρονησος, Αι Σράτης..εεεε!
(παραπέρα)
Got a better definition? Add it!
Το χέσιμο.
Υπονοείται ότι το νούμερο ένα είναι το κατούρημα. Όπως λέμε και κάνω το ψιλό μου (=κατούρημα), κάνω το χοντρό μου (=χέσιμο) ένα πράμα. Η έκφραση είτε είναι αγγλιά, πρβλ. number two, είτε αποτελεί σλανγκικό καθολικό.
Trivium: O Mr Cadmus έχει διασώσει σε σχόλιο εδώ και την μπαμπαδίστικη διάκριση: κοντινό και μακρινό τηλεγράφημα . Μια σλανγκιά υπό εξαφάνιση στην εποχή που, όταν πάμε στην τουαλέτα, είναι για να κάνουμε νταουνλόουντ ένα ατάτσμεντ.
Πάσα: Jeanoir.
- Με συγχωρείτε, μια στιγμή, πρέπει να πάω στην τουαλέτα...
- Νούμερο ένα ή δύο; Θα σε περιμένουμε πολύ;
Ευφημισμοί της τουαλέτας: Άη Γιώργης, ακράτητος, αποχωρητίζομαι, αρμέγω τη μονορώγα, αρμέγω τη σαύρα, βγάζω το φίδι από την τρύπα, βγαίνω, γεννητούρια, γραμμάτιο, είμαι ευάλωτος, θηρίο, θρόνος, καθαρίζω, κάθομαι, καλλιόπη, κάλπη, κουβέντα με το δήμαρχο, μέρος, μετράω χάντρες, μου χτύπησε βαλβίδα, μπαταριά, νούμερο δύο, πάω να αδειάσω τη βάρκα, πίπιρουμ, ρίχνω μια ψήφο, ρίχνω τον οβολό μου, σκοράρω, στέλνω φαξ / φαξάκι, συνάντηση με τον πρόεδρο, σύσκεψη, χαιρετάω τον ξάδερφο, χοντρό / κάνω το χοντρό μου, ψιλό / κάνω το ψιλό μου.
Got a better definition? Add it!
Λογοπαίγνιο του «παθός και μαθός» που είναι λογοπαίγνιο του «παθών μαθών», άρα λογοπαίγνιον στο τετράγωνον.
Σημαίνει βέβαια «έπαθα κι έμαθα», αλλά όταν απευθύνεται σε άλλον ενέχει κακεντρέχεια μεγάλη, τουτέστι «τα 'θελε ο κώλος σου», «πήγαινες φυρί φυρί», «τα 'θελες και τα 'παθες», «εγώ σου τά 'λεγα«) κοκ
- Έφαγα στη μάπα ένα μποτιλιάρισμα αδερφάκι μου, άλλο πράμα!! Δε με ξαναξεκουνάει κανείς καθαροδευτέρα, με καμιά κυβέρνηση.
- Παθός και Μαθιός, μαλάκα.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Αιτιολόγηση τσέπης, σχεδόν για κάθε τι επιστητό. Ξεχάστε όλα όσα ξέρατε μέχρι σήμερα για μακροσκελείς και δυσνόητες αιτιολογήσεις.
Η φρασούλα αυτή έρχεται να αντικαταστήσει τόμους σκεπτικών αιτιολογίας και ερμηνείας ζητημάτων. Ρίξτε τη φράση και μέσα σε λίγα μόνο δευτερόπλεπτα θα δείτε να αιτιολογούνται απαγορεύσεις, παύσεις, αναβολές και κάθε είδους παραξενιές σας.
Χορηγείται τόσο σε μικρά παιδιά όσο και σε ενήλικες.
Διατίθεται σε σπρέι για τους απανταχού προληπτικούς.
Θα τη βρείτε σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες.
Κυκλοφορεί και σε γιατί δεν πρέπει και γιατί δεν γίνεται.
1.- Μα γιατί μαμά, αφού θέλω να παίξω κι άλλο;
- Γιατί δεν κάνει.
- Και γιατί παρακαλώ πρέπει να αναζητήσω εγώ και όχι η υπηρεσία σας το συγκεκριμένο πιστοποιητικό;
- Γιατί δεν γίνεται.
Ο χαβαλές: - Γιατί Τετάρτη και Παρασκευή να μη ξεριζώνω τις κωλότριχές μου;
Ο προληπτικός (σοβαρά): - Γιατί δεν κάνει.
Got a better definition? Add it!
Έκφραση που αναφέρεται στην έντονη αίσθηση του κρύου το οποίο δύναται να είναι βαθύ και τσουχτερό και ενίοτε να συνοδεύεται με ελαφρό (ή και δυνατότερο, κατά περίπτωση) αεράκι.
Το αποτέλεσμα είναι η αίσθηση έντονου μουδιάσματος στο εκτεθειμένο δέρμα, που συνήθως βρίσκεται στην περιοχή του κεφαλιού, και έχει ως επακόλουθο βουρκωμένα μάτια, μύτη κόκκινη, ρουθούνια υγρά, χείλη ξερά και αυτιά να τσούζουνε.
Επίσης, συμβαίνει συνήθως τα χέρια να είναι βαθιά μέσα στις τσέπες του παντελονιού ή σταυρωμένα κάτω από τις μασχάλες, οι ώμοι να είναι σηκωμένοι και τα βήματα να είναι μικρά, βιαστικά και να γίνονται με την κίνηση των ποδιών από τα γόνατα και κάτω ενώ μπροστά μας βλέπουμε τα χνότα μας.
Συνώνυμα: δάγκωσα τ' αρχίδια μου, γίνομαι αρχαίος, τα αρχίδια μου έχουν γίνει φακές, πουτσόκρυο, τσάφι, ψωλόκρυο κ.α..
- Δε ξέρω, άλλα αυτό το κρύο μου θυμίζει πρελούδιο του Σοπέν.
- Γουάου, γουστάρω Σον Πεν! Και γαμώ τις ηθοποιάρες, ναούμ'!
- Σοπέν είπα, αλλά ας μη το συζητήσουμε μέσα σε αυτό το κρύο.
- Γάμισέτα! Ξυρίζει! Μπρρρρρ!
Got a better definition? Add it!