Με έχει εκνευρίσει, κουράσει κάτι ή κάποιος σε σημείο βρασμού.

Η έκφραση προκύπτει από την αίσθηση ότι την ώρα της φούντωσης νιώθεις όχι μόνο τα νεύρα σου να τεντώνονται, αλλά και ένα ξύσιμο / κάψιμο στα άντερα λες και τα τρίβει η μάνα σου με τον ξύστη της ντομάτας. Η φράση εντοπίζεται στα 80 's , είναι του τύπου «Άντε σπάσε», «ψώνιο η κατάσταση» «έφαγα φλας» και άλλες τέτοιες ρετρό ... Πρώτη φορά την εντοπίζουμε και διαδίδεται με ταχύτητες φωτός στους «Απαράδεκτους», από ποιαν άλλη ... μα φυσικά τη Δήμητρα Παπαδοπούλου, η οποία δίνει ρεσιτάλ γλωσσοπλασίας... Ακολουθεί ταγκάρισμα τσε λινκ ...

  1. (δασκάλα) Τι θα γίνει ρε παιδιά με τη φασαρία ; Μου 'χετε ξύσει τ' άντερα...

  2. (μάνα) - Ακόμα να φτιάξεις το δωμάτιό σου εεεε; Πόσες φορές πρέπει να στο πωωω;
    (παιδί) - Αμάν ρε μάνα, μου 'χεις ξύσει τ' άντερα με το κωλοδωμάτιο... Μη μου αρχίζεις το ζάλισμααα!

(από μπουρεκι, 29/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη που απαντάται κυρίως στη Β. Ελλάδα και χρησιμοποιείται κυρίως για γυναίκες μπαμπάτσικες, νταρντάνες καλοθρεμμένες, εύσωμες, ψηλές και δυνατές.

Στα παλιά τα χρόνια, μια μπαμπατζάνα γυναίκα, εύρωστη για τα δεδομένα της φτώχειας, θεωρούνταν ιδανική σύντροφος τόσο για τεκνοποίηση, όσο και για δουλειές «για τα χωράφια» και την κτηνοτροφία που απαιτούσαν φυσική αντοχή και δύναμη.

  1. Μια μπαμπατζάνα γναίκα θέλου να βόσκ' κι τα γιλάδια, όχι σα τς χτικιάρες που μπλιεκς συ...Αχαααα πρρρρρ...

  2. ...ελπιζω ο τζακ να εχει μια καλη δικαιολογια για οτι κανει... γιατι απο τοτε που ειδε την ξανθια την προστυχη την μπαμπατζανα γυναικα οτι θελει τον κανει... (εδώ)

  3. Νταρντανα γυναικα ή αλλιως μπαμπάτσκια ή οπως λενε στις Σερρες μπαμπατζάνα γυναίκα.
    (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Δειλιάζω, κάνω σαν την κότα (ή σαν την κοτούλα για μάξιμουμ προσβόλα). Το οικόσιτο πτηνό ονόματι Gallus Gallus domesticus είναι οντολογικά συνυφασμένο με την δειλία, όπως κι άλλα όντα του ζωικού βασιλείου, είναι σλανγκικά ταυτισμένα με άλλες ιδιότητες του ανθρώπινου χαρακτήρα, π.χ. η αλεπού με την πονηριά, ο σκύλος με την επιμονή, η γάτα με την ευστροφία κ.α.

  2. Διστάζω να προβώ εις μία ενέργεια, όχι τόσο από φόβο, όσο από τ' ότι το αποτέλεσμα της ενέργειας είναι σε μεγάλο βαθμό στανταρισμένο εκ των προτέρων. Ως εκ τούτου, το να δηλώσω ότι κοτεύω σημαίνει ότι βαστάω και μια πισινή για να μη φάω νίλα, τουλάχιστον έως ότου ξεπεράσω τους όποιους δισταγμούς μου και αποφασίσω να προκαλέσω την μοίρα.

Από την κότα, αρχ.< κόττος (πιθ. πετεινός, κόκκορας).

  1. Τον Φώτη τον θεωρώ φίλο και έχω Ηθική Υποχρέωση απέναντί του γιατί το Καλοκαίρι του 2008 όταν κάπως είχα συνέρθει από την εγχείρηση ήταν ο μόνος που επί τουλάχιστον 10 λεπτά με παρότρυνε να μπω να κάνω σερφ και να μην «Κοτεύω».
    (Από εδώ)

  2. Λυπάμαι κύριοι υποψήφιοι πτυχιούχοι, αλλά εγώ όταν θέλω να κοτέψω από μια μάχη απλά κοτεύω και λέω ότι δεν μπορώ να συνεχίσω... δεν ψάχνω να ζωγραφίσω ευθύνες σε άλλους για την δική μου αδυναμία. (Από εδώ)

  3. Τώρα σχετικά με το γκάζι θα τολμήσω να πω πως κοτεύω και δεν το έχω ανοίξει ακόμα. Νταξ καινούριο εργαλείο είναι, και είναι και θερίο για το μπόι μου, να μη το μάθω λίγο :) (Από εδώ)

Δεν κοτεύει μία. (από Mr. Cadmus, 29/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γαμιέμαι (όχι εγώ, η έκφραση το λέει) τόσο πολύ και με τέτοια ένταση, ώστε εξουθενώνω το πέος του εραστή μου, και οριακά του το αφαιρώ, λειτουργώντας έτσι ως μια ιδιότυπη vagina dentata. Λαδή τον «ευνουχίζω» με το να κορεστεί απολύτως από την ποσότητα του γαμησιού που μου έχει ρίξει, ώστε μετά να φύγει και να μην του σηκώνεται πια, να έχει εκλείψει η ερωτική του επιθυμία. Φωτορεαλιστικώς, φανταζόμαστε μια τέτοια δύναμη της κίνησης φίκι-φίκι, ώστε να επισυμβαίνει αποκόλληση της πούτσης. Το α' συστατικό ξε- παραπέμπει στο ξεσκίζω, αλλά με την έννοια ότι η/ο ερωμένη/-ος ξεσκίζει τον εραστή με τον κώλο. Βεβαίως, ακόμη και αν δεχτούμε ότι ο εραστής «ευνουχίζεται» ψυχολογικώς (το τσαμένο), ή κατσιάζεται, σε καμία περίπτωση δεν τον χάλασε, οπότε από την μεριά του ερώντος η έκφραση έχει θετικό πρόσημο.

Η έκφραση μπορεί να σημαίνει και μια αντιστροφή του διπόλου ενεργητικός-παθητικός, ώστε να εμφανίζεται ως ενεργών ο δεχόμενος το γαμήσι. Πλην μάλλον δεν πρόκειται για κάποια προοδευτική έκφραση νέας κοπής τ. ρίχνω δυο μουνιά, που δείχνει την θαυμαστή πρωτοβουλία της ερωμένης, παρόλο που και στις δύο περιπτώσεις έχουμε μια ενεργητικότητα του θήλεος που λειτουργεί ευνουχιστικά για το άρρεν. Ούτε και πρόκειται για κάποια εναλλακτική υπέρβαση της μονοτροπίας του φις - πρίζα. Στην έκφραση ξεπουτσιάζω έχουμε περισσότερο τον κλασικό σεξιστικό στιγματισμό της/του ερωμένης/-ου που δρα ως αδηφάγα μητρομάνα. Χαρακτηριστικό ότι η έκφραση χρησιμοποιείται συχνά για μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες χήρες, ζωντοχήρες, παπαδοξηλώτρες, που υποθέτουμε φαντασιωτικώς ότι θα μας ξεπουτσιάσουν λόγω στέρησης.

Χρησιμοποιείται, επίσης, για να πούμε ότι κάποιος είναι κωλόφαρδος, τυχερός, λ.χ. σε αθλήματα.

  1. - Ρε συ, πού είσαι χαμένος τόσους μήνες;
    - Έχω βρει μια ζωντοχήρα και μ' έχει ξεπουτσιάσει φιλαράκι.
    - Τι άλλο να πω, παρά ΚΑΛΑ ΓΑΜΗΣΙΑ! (Βλ. ζωντοχήρα).

  2. Κατάλαβα πως τον είχε ξεπουτσιάσει. Η γυναίκα αυτή έκρυβε ένα ηφαίστειο μέσα της. (Εδώ για ενήλικες).

  3. ξερει κανεις καμια εμπειρη στην ποδομαλακια!!! που να μπορει να με ξεσκισει η αλλιως να με ξεπουτσιασει;;;; (Εδώ).

  4. Μπορεί παράδειγμα να του τα έκανε και επίτηδες ο αντίπαλος ενώ αυτός με τα 16/16 σουτ τους έχει ξεπουτσιάσει. :-D (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το φιλικό / συμπονετικό / αγαπησιάρικο / κατανόησης και συμπάθειας / οίκτου / παρηγορίας / συνδυασμός των ανωτέρω, χτύπημα της παλάμης στο άνω μέρος του τριχωτού της κεφαλής κάποιου.

Δεν είναι ακριβώς ηχοποίητο (όπως στον άλλο ορισμό), είναι προφ περισσότερο η υπόθεση του «πως θα ακουγόταν αυτό το χτύπημα της κεφαλής εάν είχε ήχο». Το χτύπημα είναι απαλό, ενίοτε συνοδεύεται στο τελείωμά του από μικρής διάρκειας χάιδεμα της κεφαλής και ταυτόχρονα παρηγορητικά γλυκόλογα. Χρησιμοποιείται μόνο με αγάπη και προδέρμ.

-Έσπασε το νύχι μου σήμερα το πρωί! Μπου-χου-χουυυ! Και χθες είχα δώσει τόσα λεφτά στη μανικιουρίστα!
- Έλα μην κλαις! Έλα να σου κάνω πατ-πατ!
-Σνιφ, λυγμ! :'(
(πατ-πατ-πατ)

(από Galadriel, 29/03/12)(από Mr. Cadmus, 29/03/12)The original patpat (από Vrastaman, 31/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που παγίως χρησιμοποιείται αρνητικά, ή ερωτηματικά και εις τον μέλλοντα, για να χαρακτηρίσει την ιδιόμορφη πολιτειακή κατάσταση της χώρας μας, ως χώρας που δεν πρόκειται ποτέ να γίνει κράτος.

Πρωτίστως εκφέρεται ως διαπίστωση μετά από παρατήρηση ή σχολιασμό της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, του φορολογικού συστήματος, της χωροταξικής πολιτικής και κάθε παταγώδους έκφρασης της ανικανότητας και αναποτελεσματικότητας του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος, μέσα την πάγια δυσλειτουργία του, επιβεβαιώνει προς τους πολίτες του ότι δεν πληροί τα ποιοτικά χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου κράτους, όπως το επαγγέλλονται οι πολιτικοί του ή όπως το διεκδικούν οι πολίτες του. Περιγράφει τελικά μια νεοελληνική ου-τοπία, αυτό που δεν είμαστε και που δεν πρόκειται ποτέ να γίνουμε. Διατυπώνεται επίσης ως ρητορική ερώτηση: «πότε θα γίνουμε κράτος;», που εξυπονοεί - προκαλεί την απάντηση «ποτέ».

Ενίοτε κρίνεται κατάλληλη και για Βαλκάνιους γείτονες.

Μπορεί παραπέρα να χρησιμοποιηθεί, καταχρηστικά, ως σχόλιο για κάθε ανεπάρκεια, μειονεξία, αστοχία, σφάλμα, που πυροδοτεί τα νεοελληνικά συμπλέγματα κατωτερότητας, ή, σε σπάνιες περιπτώσεις (όταν εκφέρεται με το εσείς αντί για το εμείς), ανωτερότητας απέναντι στους γείτονες.

Ενδιαφέρον είναι ότι για την απόδοση του «etat, state, Staat» (=[καθ]εστώς) στα ελληνικά επιλέχθηκε η ρίζα «κρατ-» (δύναμη, ισχύς, Pouvoir, Power, Macht). Αλλά και το συνώνυμο (;) «πολιτεία», κατά πολύ εγγύτερο στην αρχαιοελληνική και δημοκρατική αντίληψη.

Δεν θα γίνουμε κράτος ποτέ-Δεν πάνε οι υπάλληλοι στο Σουφλί και μεταφέρουν την υπηρεσία!!! εδώ

Αστε,εμεις δεν θα γινουμε κρατος ουτε στην δευτερα παρουσια.
εδώ)

Αν πραγματι ισχυσει αυτη η διαταξη τοτε πραγματι ειμαστε για κλαμματα. Στο 2011 να ταλαιπωρουν συνταξιουχους η συγγενεις για να αποδειχθει οτι ο συνταξιουχος πραγματι ζει το θεωρω λιαν επιεικως απαραδεκτο. Μια ακομα αποδειξη οτι αυτοι που τοποθετουνται σε θεσεις για να λυνουν προβληματα του κοσμου ειναι ανεπαρκεις. Δυστυχως δε θα γινουμε κρατος ποτε.
εδώ

Και αν ποτε γινουμε κρατος να με χ@@@εις....
εδώ

Ως προς τους Βαλκάνιους γείτονες ο λημματογράφος το έχει ακούσει από κάτοχο yugo, κάθε φορά που το σαραβαλάκι του έσβηνε κι αρνιόταν να πάρει μπρος: «Α ρε πούστηδες Σέρβοι, δε θα γίνετε κράτος εσείς!» (!!!).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται έτσι υβριστικώς η Οργάνωση Νέων ΝΕας Δημοκρατίας ως μια νεολαία αγαπιόμαστε, που για βασικό ιδανικό της (κατά την άποψη πάντα των χρησιμοποιούντων την έκφραση) έχει την υλική ευζωία του «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας», και ως χώρος όπου ζευγαρώνουν δαπόσκυλα και δαπογκόμενες, ή και πολιτευόμενοι που αγρεύουν γκρούπιζ. Κι αφού γαλουχηθούν στην πΟρΝΝΕΔ, όταν μεγαλώσουν, βγαίνουν και δηλωμένα στη Συγγρού.

Αποκαλείται επίσης και ΦΟΝΝΕΔ.

Πάσα (Δ.Π.): Gatzman.

  1. Η οικονομική κρίση με τα αλκοολούχα και τσικνισμένα μάτια των νέων της ΟΝΝΕΔ...
    ΥΓ. Ο τίτλος με δόση αστεϊσμού παραφράζει τον τίτλο «Η οικονομική κρίση με τα μάτια των νέων» που δόθηκε σε πρόσφατη εκδήλωση που διοργάνωσε η ΟΝΝΕΔ. [...]
    Κατάντησε η οννεδ, πορννεδ. Ποιος σας αλλάζει τα σεντόνια στα γραφεία.... αχ και να ήξερες, ποια κοιμήθηκε εκεί. Δε θα μιλούσες καθόλου! (Γαλάζια Γενιά).

  2. ΕΔΩ ΜΕΣΑ ΜΥΡΙΣΕ ΠΟΡΝΝΕΔ!!! ΑΝΟΙΧΤΕ ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΝΑ ΦΥΓΕΙ Η ΚΛΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΜΠΟΧΑ ΤΗΣ ΤΡΙΣΚΑΤΑΡΑΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ!! (Η ΟΝΝΕΔ Κορινθίας στα Γραφεία της Συγγρού).

  3. Έχει ξεπουτσιάσει παιδάκια και παιδάκια στα γραφεία της ΠΟΡΝΝΕΔ!!! Ο δυνατότερος σκίστης γινόταν και πρόεδρος! (Γαμώσταυρος).

  4. Από τραμπούκος λοιπόν της πΟρΝΝΕΔ, από κένταυρος (αυτό με τα κέρατα) με καδρόνια ανά χείρας, τώρα πλέον αρχηγός κώματος - πλην όμως «τελείας και παύλας». Ετσι κλείνει μία φάση της μεταπολιτευτικής ακροδεξιάς και του παρακράτους της. Βέβαια, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, τι επιλογές είχαν οι άνθρωποι; (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται για λεξιπλασία τ. portmanteau που προκύπτει από τις αγγλικές λέξεις bank= τράπεζα και gangster= γκάνγκστερ (σε απλά ελληνικά). Λέγεται και banksta κατά το gangsta.

Μια λεξιπλασία απόλυτα σύμφωνη με την (ρητορική) διερώτηση του Bertolt Brecht: «Ποιος είναι μεγαλύτερος εγκληματίας; Εκείνος που ληστεύει μια τράπεζα ή εκείνος που την ιδρύει;» (Δες). Και όπως γράφει εδώ, ο όρος υπήρχε ήδη στην μπρεχτική δεκαετία του 1930, διαβόητη για την δράση τόσο γκάνγκστερς όσο και μπάνκστερς. Σήμαινε τότε και τον διεφθαρμένο ή άπληστο τραπεζίτη. Αλλά χρησιμοποιήθηκε και με ειδικότερη σημασία από οικονομολόγους, όπως ο Murray Rothbard και άλλα μέλη της λεγόμενης Αυστριακής Σχολής, για να καυτηριάσει την κατά την γνώμη τους εγγενή αδικία που ελλοχεύει σε πρακτικές όπως το κλασματικό αποθεματικό σύστημα (Fractional Reserve Banking, δες και εδώ).

Στα ελληνικά διαδόθηκε κυρίως ύστερα από την πρόσφατη οικονομική κρίση του 2008-2009 και μετά. Χαρακτηρίζει τραπεζίτες, αλλά στιγματίζει και γενικότερα τους μετέχοντες σε αυτό που γίνεται αντιληπτό ως ένα «οργανωμένο» παγκοσμίως έγκλημα, σε μια εποχή όπου ο κάθε Fitchουλας μπορεί και καταποντίζει ολάκερες χώρες στα Τάρταρα, με μοναδική προβαλλόμενη λύση τον δονητή. Και ενώ οι μερκοζί και παπαζενεσεκουά λειτουργούν ως βαφτισιμιοί των νονών- μπάνκστερς, αφήνοντας τους λαούς να καταστραφούν, οι τράπεζες σώζονται σοσιαληστικώς πως από τα κράτη στην νταβατζίστικη λογική του too big to fail.

Οι μπάνκστερς πάντως έχουν τον ύμνο τους, το τραγούδι Damn it feels good to be a banksta!, καθώς και τον δικό τους Banksta Paradise.

Σημειωτέον ότι η έκφραση χρησιμοποιείται τόσο από αριστερούς όσο και από δεξιούς, όπως ακριβώς και στις Η.Π.Α., όπου η κριτική στους μπάνκστερς γίνεται συχνότατα από τον «σκληρά εργαζόμενο» δεξιούλη (Main Street vs Wall Street), ενίοτε συνοδευόμενη από θεωρίες συνομωσίας και αντισημιτικό ντίσκουρς. Χρησιμοποιείται όμως και από ριζικούς κριτικούς του καπιταλισμού.

Trivium: Σύμφωνα με μια πολύ προχώ εναλλακτική ετυμολόγηση στα αγγλικά που έχει καταχωρισθεί στο Urban μπορεί να θεωρηθεί ότι προέρχεται από τον γκραφιτά Banksy, οπότε σημαίνει αυτόν που επαναστατεί με στένσιλ αντί για όπλα και τρομοκρατεί τους μικροαστούληδες με ό,τι αυτοί εκλαμβάνουν ως βανδαλισμό.

  1. Μπάνκερ ή μπάνκστερ;

  2. Υπάρχουν και επιπλέον ερωτήματα που δεν μπορεί να τα απαντήσει το βίντεο. Τι επίδραση έχει δηλαδή η κατανάλωση αυτού του κρέατος στους ανθρώπους. Είναι δυνατόν οι παράγοντες αυτοί που προκαλούν στείρωση στα γουρούνια να μην προκαλούν στείρωση στον άνθρωπο;
    Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι οτι η ανθρωπότητα οδηγείται σε μια παγκόσμια δικτατορία στην οποία οι πολίτες θα είναι ο εχθρός και η κυβέρνηση μαζί με τους «μπανκστερς» - τραπεζίτες, τις πολυεθνικές τους και τα τσιράκια τους στα ΜΜΕ θα διαμορφώνουν την χειρότερη φυλακή που έχει γνωρίσει ποτε η ανθρωπότητα. (Εδώ).

  3. ας συλλαβουν τους διεθνεις τραπεζιτες που τα χρωστανε και ας τους εκτελεσουν με τη δικαιολογια οτι υπηρξαν τρομοκρατες μπανκστερς. (Εδώ).

  4. ΟΙ ΙΣΛΑΝΔΟΙ ΧΡΕΟΚΟΠΗΣΑΝ ΚΑΙ ΕΠΑΝΗΛΘΑΝ ΕΜΕΙΣ ΓΙΑΤΙ ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΜΠΑΝΚΣΤΕΡΣ; (Εδώ).

  5. Προβόπουλος, ο τιμωρός των μπάνκστερς. Ο διοικητής της ΤτΕ σώζων την υπόληψιν τιμίας τραπέζης.
    Τσάκισε στα δυσβάσταχτα πρόστιμα τις παρανομούσες τράπεζες η εποπτεύουσα Τράπεζα της Ελλάδος.(Εδώ).

  6. ΜΕ ΤΗΝ ΨΗΦΟ ΤΟΥ ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΕΙΝΑΙ ΕΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΜΠΑΝΚΣΤΕΡ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΞΕΝΩΝ ΚΑΙ ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΦΤΑΝΕ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ. (Απ' το adonisgeorgiadis.gr).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άλλη μορφή της λέξης πανκιό, παίζει μόνο στο αρσενικό, απ' ευθείας εξελληνισμός του «πανκ» και ίσως η πιο κλασσική μορφή της λέξης χαρακτηρίζουσα όχι τη μουσική (που αποκαλείται αυτούσια πανκ, πανκ ροκ, ή πανκιές, στο «ακούω πανκιές») αλλά τα άτομα.

Το «πάνκισσα» δεν τό 'χω ακούσει.

- Καλά μωρέ πας καλά; Το πανκιό με τη μοϊκάνα σου καρφώθηκε απ' όλες τις γκόμενες στο μαγαζί; Θα σε βάλει να κόψεις την κοτσίδα αυτή. Πάνκη θα σε κάνει.
- Τι πανκιό και μαλακίες. Άμα τη γαμήσω γώ θ' ακούει τζαζ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κοροϊδεύω, εμπαίζω, ειρωνεύομαι, χλευάζω, εξαπατώ, παίρνω στο ψιλό, δουλεύω ψιλό γαζί, βγάζω - μεταφορικώς - γλώσσα. Ακούγεται πολύ στα Επτάνησα, λέγεται στην Κρήτη, πέρασε και στο ρεμπέτικο. Βλέπε και τη λεξη κογιόνι.

Ετυμ. < βενετ. cogionar (ιταλ. coglionare) < cogion «(κυριολ.) όρχις - (μτφ.) ανόητος, ηλίθιος» < μτγν. λατ. coleo < λατ. culeus.

ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ : Έχω παπούτσια, ασκιά, λουριά, σαρδίνια, πισιλίνες,
μία καμιζιόλα ντάντινη, μα είναι από κείνες!
Τασκέτα, όμορφα φλασκιά, ό,τι αγαπάς να πάρεις.
ΚΑΤΕΒΑΤΗΣ : Είμαι κουρέντες άθρωπος, α δε με κογιονάρεις.
ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ : Εδώ να κογιονάρουμε! Σ’ το λέω; δεν είν’ ούζο,
και α σου λέω ψέματα, να λάβω αρκουμπούζο.
(Δημήτριος Γουζέλης, από την κωμωδία «Ο Χάσης», Ζάκυνθος, 1790)

Τα ματάκια σου και τα κορδελάκια σου
με τουμπάρανε και με κογιονάρανε
Πώς μου τα 'φερες και μου την κατάφερες
και μου το 'σκασες, με το μάγκα το 'στριψες
(Ζαχαρίας Κασιμάτης, «Ωφ αμάν (Πίνω και μεθώ)»)

Με τη Μαριώ φουμάρουμε
το σύμπαν κογιονάρουμε
(Δημήτρης Αραπάκης, «Μεμέτης χασικλής»)

- Ρε σεις, πού βάλαμε το μινιντίσκ με τη συνέντευξη του Κολοκυθόπουλου;
(το μινιντίσκ είναι φάτσα φόρα στο τραπέζι)
- Το πήγε ο Στράτος στο αρχείο.
- Όχι ρε πούστη μου, εκεί μέσα γίνεται ο κακός χαμός, μόνο εγώ λείπω.
- Ε ψάξε μωρέ, πάνω πάνω θα είναι.
(είκοσι λεπτά αργότερα)
- Βρε παιδιά, δεν το βρίσκω, σίγουρα είναι στο αρχείο;
- Ναι ρε, στάνταρ λέμε, ψάξε λίγο ακόμα. Χαχαχα.
- Ρε, με κογιονάρετε;
- ΧΑΧΑΧΑΧΑ, ψάρι!
- Τι μαλάκες είστε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified