Further tags

Από την ονομασία των 3 πρώτων φθόγγων στη βυζαντινή μουσική, πα-βου-γα.

Συνώνυμο του αναχρονισμού, της πίστης στην παράδοση με παρωπίδες, του αποτροπιασμού έναντι κάθε τινός νεοτεριστικού σχήματος.

Χρησιμοποιήθηκε σε συγκεκριμένες περιστάσεις, κυρίως στο μεταίχμιο της μεταβολής μεταξύ παλαιότερων τάσεων σε νεότερες, με εφαλτήριο κυρίως τις καλλιτεχνικές συγκρούσεις ρευμάτων. Ιδιαίτερα στο λαικό τραγούδι, όταν εισέρρεαν τάσεις από μάμπο, τσατσά, σουίνγκ κ.α. ξένα μουσικά είδη, όπως έκαναν οι χιώτηδες της εκάστοτε περιόδου, τότε οι αμετανόητοι, οι τυφλοί πίστοί στους δρόμους τους βυζαντινούς του ρεμπέτικου κ.α. που απέρριπταν αυτήν την τάση, χαρακτηρίζονταν ως παβουγαδιστές.

Έτσι, επεκτάθηκε η χρήση του προσδιορισμού και σε άλλους τομείς.

  1. Αυτός είναι τόσο πολύ της εκκλησίας που δε μπορεί κανείς να του βγάλει το ενοχικό του αίσθημα για το προπατορικό. Έχει κολλήσει στο τροπάριο της Κασσιανής, ο παβουγαδιστής.

  2. Αυτός δε μπορεί να τραγουδήσει πιο αλλέγκρα. Έχει κολλήσει στα ισοκρατήματα και στα μουρμουρητά ο παβουγαδιστής.

  3. - Μα επιτέλους, κύριε πρόεδρε, πρέπει να κοιτάξουμε το σήμερα. Δε μπορούμε να επικαλούμαστε με παβουγαδισμούς να ξυπνήσει ο μαρμαρωμένος βασιλιάς.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σλανγκιστί: το ακριβώς αντίθετο. Με διάθεση εντελώς ειρωνική και μια στάλα απογοήτευσης, ο χρήστης αναφωνεί το λήμμα σχολιάζοντας στόχο που δεν επετεύχθη.

- Το πήρες το παπί;
- Άστα μ' έχουν ξεσκίσει με το σέρβις. Από βδομάδα σε βδομάδα με πάνε… κι από πενήντα έχει φτάσει εκατό… στα δυο κατοστάρικα θα τους πω να του βάλουν ένα σεμεδάκι στη σέλα και να πίνουν εκεί τον καφέ…
- Επιτυχία…

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εναλλακτικά:

  • ... να πας για έναν καφέ.
  • ... να πάρεις μια σοκολάτα.
  • ... να φας μια τυρόπιτα.

    Είναι οι λέξεις που κάθε εγγόνι χαίρεται να ακούει όταν πηγαίνει έπειτα από καιρό στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού.

Συνοδεύεται από το χώσιμο 50ευρου ή και παραπάνω στην τσέπη του εγγονιού, όσο πιο κρυφά γίνεται από τους υπόλοιπους, αν τυγχάνει να υπάρχουν.

Ο γενικός κανόνας προτείνει ότι το παιδί κατά την διάρκεια της πράξης πρέπει να αρνείται, φωνάζοντας: «Μα όοοοχιιι γιαγιά, δεν χρειάζεται, μα είναι πολλά, όχι δεν θα τα πάρω!!» με την μία παλάμη όρθια σε στάση άρνησης και την άλλη ανοιχτή και τεταμένη για να τα πάρει.
Η άρνηση μπορεί να κρατήσει αρκετά για ξεκάρφωμα και να εκφραστεί με διάφορους τρόπους και κινήσεις, ή και καθόλου, αν υπάρχει η ανάγκη.

Το ποσό εξαρτάται από το ύψος της σύνταξης, την ματαιοδοξία του γηραιότερου, μα κυρίως από την συχνότητα επαφής των δύο γενεών.

Αν, ας πούμε, το παιδί με ζει με την οικογένεια στην Κρήτη και η γιαγιά στην Αλεξανδρούπολη, τόπο καταγωγής της, τότε βέβαια οι αναλογίες θα είναι εντελώς διαφορετικές από ότι αν κατοικούσαν όλοι στην ίδια πόλη και οι επισκέψεις είναι συχνές.

Τώρα, όσο και να μην το παραδέχονται, όλα τα παιδιά θα ξενερώσουν αν δουν την γιαγιά να κραδαίνει εικοσάευρο, καθώς αυτό θα σήμαινε αναθεώρηση του προϋπολογισμού και βραχυπρόθεσμων σχεδίων. Και πάλι όμως, θα καταλάβουν ότι για να συμβαίνει αυτό, η γιαγιά τους ή ο παππούς τους δεν θα είναι σε οικονομική ευχέρεια για να δώσουν περισσότερα. Εκτός αν είναι κωλόπαιδα.

Τα κρατάει ειδικά για αυτό το σκοπό από την σύνταξή της ή το υστέρημά της και σίγουρα θα πονάει όταν δεν θα μπορεί να προσφέρει κάτι καλύτερο. Λες και χρειάζεται.

Είπαμε πριν ότι το κάνει κρυφά. Όσο γίνεται δηλαδή. Οι γονείς προσπαθούν να το αποτρέπουν για να μην κακομαθαίνει το παιδί, ή γιατί ξέρουν οτι σιγά-σιγά τα βάζει στην άκρη για να πάρει το μηχανάκι ή την μηχανή που του έχουν απαγορεύσει, αν είναι αγόρι. Αν είναι κορίτσι, δεν ξέρω τι στο μπούτσο κακό θα ήθελε να τα κάνει.

Βέβαια, η γιαγιά θα συνεχίσει να δίνει 50άρικα ακόμα κι αν μάθει οτι ο εγγονός της τα έκανε bungee jumping, ζητώντας του όμως πρώτα να μην ξανακάνει τέτοια πράματα. Εκτός κι αν μάθουν ότι τα κάνει «άλλα πενηντάρικα», αλλά εκεί ξεφεύγει το πράγμα.

Αν όμως μιλάμε για μηχανή τότε συνήθως αλλάζει το ζήτημα. Το επίδομα κόβεται, και μαζί με τον παππού, του τάζουν ότι θα δώσουν τα μισά λεφτά με τους γονείς για να του πάρουν αμάξι. Αν βέβαια το παιδί είναι βαθιά μηχανόβιος δεν πρόκειται να δεχθεί τέτοιο ξεπούλημα. Θα την πάρει και μόνος του. Λίγοι όμως έχουν τα αρχίδια για το κάνουν αυτό.

Τέλος, αν το εγγόνι δεν νιώθει και πολλά για τους δικούς του, είναι και ολίγον μουνόπανο δηλαδή, θα προβεί σε διάφορες ενέργειες προκειμένου η τυρόπιτα που θα αγοράσει να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερη και σύντομα μάλιστα. ΠιΧί, σε ελαφριά μορφή, θα κάνει τον σταυρό του πριν αρχίσει το φαγητό του ή θα προσπαθήσει για μια καλή πράξη. Στην εκκλησία όμως 7 το πρωί την Κυριακή δεν θα πάει για τον σκοπό αυτό, είπαμε!

Αναρτήθηκε με αμφιβολία στο ΔΠ από τον Χότζα τον οποίο και ευχαριστώ.

(Είναι ΣουΚού και η φαμίλια πήγε για μεσημεριανό τραπέζι στο χωριό...)

- Ε, Γιώργο, για έλα λίγο εδώ να σου πω κάτι...
- (Ναι, επιτέλους, πόσο να 'ναι για να δω, ωχ, γαλάζιο βλέπω, όχι ρε πούστη μου, λες; Α! Και κιτρινάκι από μέσα, ναι!)
- Να, έλα εδώ, πάρε αυτά να πας για ένα καφέ με τους φίλους σου.
- Μα, όοοοχι, γιαγιά, είναι πολλά, δεν πρέπει, κράτα τα εσύ!
- Εγώ; Να τα κάνω τι; Έλα πάρε τα, κάνε μου το χατήρι!
- Μα δεν χρειάζονται τόσα, μα μη σου λέω!

(Η γιαγιά τα χώνει στην τσέπη του εγγονού και αυτός σε μια ριψικίνδυνη κίνηση τα βγάζει έξω και της τα δίνει πίσω)

- Πάρε τα παιδί μου σου λέω, εγώ για σένα τα κρατάω, τι να τα κάνω εγώ; Πάρε τα σε παρακαλώ!
- Καλά, καλά, εντάξει, ευχαριστώ γιαγιά. Σμουτς!

(Και πηγαίνει το κοπέλι και κάθεται πίσω με τη μάνα του)

- Λεφτά σου 'δώσε πάλι, ε; Πόσα;
- Όχι πολλά. Τι σε νοιάζει εσένα;

(από jesus, 14/09/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είμαι μέσα στην ξηρή ηδονή. Ξηρασία ρε παιδάκι μου, πώς το λένε.

- Τι κάνεις ρε Γιώργο , κάνα γκομενάκι ρε φίλε:
- Άστα να πάνε , κάθε βράδυ ξεροκαβλώνω γαμώ τ' αυτιά μου τα πέτσινα. Τίποτα, ξηρασία αδερφέ μου.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όπως λέμε της πούτσας, παλικάρι της φακής κλπ.

Ειρωνική έκφραση, που περικλείει όλα τα εκατέρωθεν ad hominem ψευδο-επιχειρήματα μεταξύ των υπερμάχων Αθήνας – Θεσσαλονίκης, λόγω της γνωστής χαζο-διαμάχης περί του φύλλου/ζύμης κλπ του εν λόγω εδέσματος.

Δηλαδή μεταφορικώς σημαίνει: Μάταιος αγών του οποίου το πεδίον δόξης ενν είν’ λαμμπρόν...

Σχετικά: Διένεξη περί όνου σκιάς, καβγάς για το πάπλωμα, η μάχη για το κουραδόκαστρο, της κοντής ψωλής τα μαλλιά της φταίνε, δυο κίναιδοι μαλώνανε σε ξένο γαμιστρώνα κλπ.

Το εργάκι έχει ως εξής: Οι φερόμενοι Αθηναίοι περιπαίζουν πειραχτηριακά τους φερομένους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι τσιμπάνε και τους «αντιμάχονται» (κολακευμένοι ωστόσο που τους επέλεξαν για τετ-α-τετ σύγκρουση οι πρωτευουσιάνοι).

Όμως, και στις δυο περιπτώσεις η ύπαρξη knot-dictionary υποβάθρου δεν λείπει, αφού ούτε οι πλείστοι από τους μεν κρατάνε από τον Κόδρο, ούτε κι οι πρόγονοι των δε έκαναν ποτέ Ανάσταση στη Ροτόντα.

Τα παιχνιδάκια αυτά θα ήσαν επικίνδυνα αν δεν ήσαν γελοία κι έτσι, ακόμα και ο συμπαθής γιαουρτοφάγος Νομάρχης, δεν αποτελεί απειλή για την εδαφική αρτιμέλεια της χώρας...

(Στο τυροπιτάδικο κάπου χάμω):

- Μια μερίδα μπουγάτσα με τυρί παρακαλώ...
- Ασφαλώς ο κύριος εννοεί τυρόπιτα να υποθέσω;
- Ρε φιλαράκι, σε λέω μπουγάτσα με τυρί λέγεται αφού! Τι τ’ αλλάζετε τώρα;
- Άσε ρε λάκη τώρα, που ήρθες να μας μάθεις εσύ πώς να λέμε την τυρόπιτα στα ελληνικά...

(Τσακώνονται και exeunt)

Σ.Σ. Έτσι, και ο ένας έχασε τον πελάτη και ο άλλος έμεινε νηστικός και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...

Ζήτησε μερίδιο απο την μπουγάτσα της εξουσίας... (από HODJAS, 05/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τα samples (σαμπλς) που χρησιμοποιούνται στο χιπ-χοπ (και τα υπο-είδη του, π.χ. η low bap) και στην ηλεκτρονική μουσική (και τα υπο-είδη της).

Πω ρε φίλε, αυτή η ντραμεντμπεϊσιά είναι τίγκα στο γαμάτο σαμπλίδι!!!

Βλέπε και σάμπλα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η ανακόντα είναι ο υπερθετικός του φιδιού με την σημασία του πέοντος (βλ. άλλον ορισμό), αλλά ΚΑΙ με την σημασία του ψέματος. Είναι το υπερβολικό αλά Βαρόνος Μυγχάουζεν ψέμα που ο ψευδόμενος το γαμάει και ψοφάει αγγίζοντας τον τιραμισουρεαλισμό. Δηλαδή η γνωστή Άννα Κόντα.

Ασίστ: Τζόνι Μπλακ.

Χτες μου έλεγε την ανακόντα ότι όπως μπήκε με την μοτοσικλέτα πλαγιαστά στην στροφή, το σκουλαρίκι στο αυτί του άγγιξε το έδαφος, και μετά, από τον σπινθηρισμό που δημιουργήθηκε, μπόρεσε να ανάψει τσιγάρο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το «μου» χρησιμοποιείται δόκιμα ως κτητική αντωνυμία συμπάθειας.

Στη (δια)λεκτική όμως πάλη σλανγκικών και μη φιλοφρονήσεων, χρησιμοποιείται δίκην προγαμιαίου σάλιου: συμβολικά, κάνουμε κάποιον δικό μας πριν τον κάνουμε δικό μας.

Ανήκει στο οπλοστάσιο πολλών ευπροσήγορων φυλών (βέλτσοι, νυφίτσες, κυρα-περμαθούλες, κ.α.) με σκοπό το με-το-γάντι άδειασμα των συνομιλητών τους.

Ασίστ: ο johnblack μου.

- Εσύ αγορίνα μου αυτό κατάλαβες; Εγώ απλά ανοίγω μια κτγμ ενδιαφέρουσα συζήτηση, δεν αντιπαρατίθεμαι σε κανέναν. Κι αν έχεις άγνωστες λέξεις, λυπάμαι αλλά δεν προτίθεμαι να αλλάξω το στυλ μου γι' αυτό. Καλές γιορτές!
(εδώ)

- Eυχαριστώ πολύ καλέ μου φίλε. Σου εύχομαι ολόψυχα καλές γιορτές και ευτυχισμένος ο νέος χρόνος...
(προς μπαγαποντοδότη, εκεί)

- Καλέ μου βράστα, η ευρηματικότητά σου, οι συνειρμοί που κάνεις και η ικανότητά σου στα λογοπαίγνια είναι πράγματι απιστεύτου [...] Αλλά ως εκεί.
(παραπέρα)

- Το μόνο που έχω να πω είναι το εξής - γαμιά μου, εσύ!!!
(ΡΤΠ calling Νούλης, εδώ)

Λαβ ιζ ιν δη ερ! (από Vrastaman, 04/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

…ή αναλυτικά Φόρος Αφαιρούμενου Χρόνου. Κατά τα πρότυπα του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ΦΠΑ, ο Φ.Α.Χ. βρίσκεται και αυτός στο 19% και ολοένα και αυξάνεται. Καταβάλλεται, ή για να ακριβολογήσουμε, προκαταβάλλεται στην υπό συγκατοίκηση γκόμενα ή την σύζυγο, προκειμένου να μπορέσει ο άντρας να αφοσιωθεί σε οποιαδήποτε ασχολία – χόμπι τον ευχαριστεί. Π.χ. για μια δίωρη απουσία (120 λεπτά) από το σπίτι για ποδόσφαιρο (1 ώρα καθαρός χρόνος + 1 ώρα ντους και μετακινήσεις από και προς το γήπεδο ), ο άντρας θα αναγκαστεί να προκαταβάλλει χρονικά το 19%, δηλαδή 22,8 λεπτά σε άχρηστη ενασχόληση, ή σε δουλειές οι οποίες μπορούν να γίνουν οποιαδήποτε άλλη στιγμή.

Νανά (ώρα 18:20): Για πού ετοιμάζεσαι πάλι;
Μπάμπης (βάζοντας τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια): Σήμερα καρδούλα μου είναι Δευτέρα! Το ξέχασες; Στις 19:00 έχουμε μπάλα με τα παιδιά!
Νανά: Εεε βέβαια! Αυτά δεν τα ξεχνάς ποτέ. Τέλος πάντων, πέρασες από το σχολείο του μικρού για εκείνα τα δικαιολογητικά;
Μπάμπης: Ναι!
Νανά: Και τι σου είπαν;
Μπάμπης: Να τα πούμε μόλις γυρίσω, γιατί πρέπει να πάρω και τον Μάκη από το σπίτι του;
Νανά: Δηλαδή όταν είναι για κάτι σοβαρό, εσύ ποτέ δεν έχεις χρόνο! Έχω βαρεθεί την ανευθυνότητα σου…
Μπάμπης: Καλά, εντάξει! Λοιπόν μου είπαν ότι…
… (10 λεπτά)
Νανά: Όπως θα φεύγεις, πετάξου απέναντι να μου πάρεις την Espresso. Έχει για τον χωρισμό της Μενεγάκη.
Μπάμπης: Μα δεν θα προλάβω κούκλα μου, πρέπει να πάω και στου Μάκη…
Νανά: Το κάνεις θέμα για τα 5 λεπτά. Αν ήταν για κάποιον φίλο σου, δεν θα είχες πρόβλημα…
Μπάμπης: Εντάξει πάω!
… (8 λεπτά, αφού τελείωσε η Espresso απέναντι και χρειάστηκε να πάει μέχρι το περίπτερο)
Μπάμπης: Ορίστε! Πρόλαβα την τελευταία!
Νανά: Ευχαριστώ. Κατέβασε και τα σκουπίδια για να μην τα έχουμε έτσι στο μπαλκόνι!
Μπάμπης: Τι έτσι δηλαδή; Θα τα κατεβάσουμε το πρωί!
Νανά: Μια φορά να συμφωνήσεις με αυτό που θα σου πω, και τι στον κόσμο…
Μπάμπης: ΟΚ, πηγαίνω!
… (4 λεπτά)
Μπάμπης: Λοιπόν φεύγω!
Νανά: Μην αργήσεις! Ααα φέρε μου και από το πρώτο συρτάρι το στεγνωτήρα για να στεγνώσω τα μαλλιά μου.
Μπάμπης (πηγαίνοντας - 0,8 λεπτά): (χαμηλόφωνα) Γαμώ το Φ.Α.Χ. μου!
Νανά: Τι είπες;
Μπάμπης: Είπα, γαμώ το σφάχτη μου! Πάλι θα με ζορίζει στον αγώνα…
Νανά: Εεε τότε μην πας να παίξεις! Γιατί δεν μένεις εδώ να δούμε αγκαλίτσα τα Μυστικά της Εδέμ;
Μπάμπης: @$^#%!

(από batcic, 04/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πουλ-λή ΜούρΤζά-μπα Φρά-γκα

(Όπου πουλλή, το γνωστό και ως πολλή)

Δηλαδή, όλο φιγούρα και καθόλου αποτέλεσμα, όλο μόστρα και μηδέν εις το πηλίκον.

Λέγεται για περιστάσεις όπου, ενώ μας έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι θα γίνουμε μάρτυρες γεγονότων τόσο εντυπωσιακών που θα τα θυμόμαστε για πολύ καιρό, τελικά μάπα το καρπούζι.

Το αρκτικόλεξο εκφράζει απογοήτευση, κυρίως για τα χαμένα χρήματα που δώσαμε για να δούμε κάτι δήθεν σπουδαίο. Ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο σε τέτοιες καταστάσεις, καθώς πολλές φορές, μόνο και μόνο ο χαμένος χρόνος και η προσοχή που αφιερώσαμε είναι αρκετά για να ξεστομίσουμε το Πουλ Μουρ Τζα Φρα.

Ασίστ: Ράδιο Αρβύλα

Παράδειγμα Πουλ Μουρ Τζα Φρα είναι η κλασσική σκηνή στην οποία ο Ιντιάνα Τζόουνς βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν ιθαγενή, ο οποίος, με σκοπό να τον τρομάξει ή/και να τον μπερδέψει, εκτελεί κινήσεις πολεμικής προετοιμασίας, σχεδόν χορευτικές, και τελικά ο Ιντιάνα Τζόουνς τραβάει το πιστόλι και τον καθαρίζει στην ψύχρα.

(από Eleosman, 03/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified