Χρησιμοποιείται για να δηλώσει υπερβολική τριχοφυΐα. Αντίστοιχο του βερμουδιάρης, αλλά για τον κορμό και το άνω σώμα.
- Πάμε για μπάνιο ρε;
- Πάμε ρε Τέο, οκ, αλλά εσύ θα σκάσεις με το πουλόβερ; Ρόμπα θα γίνεις.
Χρησιμοποιείται για να δηλώσει υπερβολική τριχοφυΐα. Αντίστοιχο του βερμουδιάρης, αλλά για τον κορμό και το άνω σώμα.
- Πάμε για μπάνιο ρε;
- Πάμε ρε Τέο, οκ, αλλά εσύ θα σκάσεις με το πουλόβερ; Ρόμπα θα γίνεις.
Σχετικά: αρκουδιάρης, βελέντζας, Γκρήκ λόβερ με τρίχα για πουλόβερ, ερωτικό χαλί, φλοκάτη, πιθήκι, τριχοφοβία, χαμένος κρίκος
Got a better definition? Add it!
Ο κουτοπόνηρος κρυψίνος. Κάτι σαν τον μουλωχτό αλλά σε πιο βλάκα. Συνήθως εμφανίζεται με καινούργιο αυτοκίνητο, γκόμενα, κινητό, υπολογιστή κτλ, χωρίς να το έχει συζητήσει καν με τους φίλους του, γιατί νομίζει ότι θα τον συμβουλέψουν κακοπροαίρετα ή θα πάνε να το αγοράσουν πριν από αυτόν.
- Τίνος είναι αυτό το i-phone;
- Του Βασίλη.
- Α το κουνάβι! Πήγε και το πήρε κρυφά ε;
- Δεν είπε σε κανέναν τίποτα ο μαλάκας.
- Φοβήθηκε μην το πάρει πρώτος κάνας άλλος...
Got a better definition? Add it!
βλ. ράφι, το
Για να μη γίνεις χου όταν θες να πεις για μια κοπέλα, που μπορεί να την ξέρει κάποιος συνομιλητής, ότι θα μείνει ή ότι είναι στο ράφι.
Got a better definition? Add it!
Ελληνοποίηση του πασίγνωστου αγγλικού όρου «shock». Δηλώνει μεγάλη έκπληξη ή θαυμασμό. Για να δοθεί έμφαση, είναι καλό στον προφορικό λόγο να προφέρεται με παχύ 'σ' (σσοκ) και στο chat να αναγράφεται ως εξής: σοκκκκκκκ. Οι χρήσεις του αμέτρητες - βλ. παραδείγματα.
- Μαλάκα, φάε αυτό το μπανόφι και κλάψε.
- Τόσο καλό;
- Σοκκκκ λέμε...
- Παίδες, χτες έβαλα ένα γκομενάκι το σοκ το ίδιο.
(σημ.: εδώ κολλάει η απάντηση: Ηρέμησε).
- Κοιτάξτε μαλάκες, έρχονται δυο μουνιά-σοκ.
ή εναλλακτικά:
- Κοιτάξτε μαλάκες, έρχονται δυο σοκ.
Got a better definition? Add it!
Το λεσβάκι, η μικρή ή / και μικροκαμωμένη λεσβία.
- Ωραία μωρό η Σήλια.
- Ποιο καλέ, το σβάκι;
- Α ναι;
- Ου καλά είσαι... Πάμε γι άλλα, καλύτερα.
Got a better definition? Add it!
Η λεσβόγκα, η μεγάλη σε μέγεθος ή/και σε ηλικία ή/και σε εμπειρία λέσβω.
Μεγάλη σβόγκα η Ντανιέλα. Είναι και σα γαμώ το χριστό μου, σα φάλαινα. Απορώ πώς τη γουστάρουνε τα σβάκια.
Got a better definition? Add it!
Σύνθετη λέξη μουνί+αρχίδι = μουνάρχιδο.
Συμπεριφέρεται ανάξια και ύπουλη προς τους συνανθρώπους του και την παρέα του.
- Τάκη μου έφαγε την γκόμενα ο Γιώργης.
- Σου το είχα πει, ρε μαλάκα, είναι μεγάλο μουνάρχιδο εσύ επέμενες να τον κάνουμε παρέα.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Ευπροσάρμοστος απαξιωτικός χαρακτηρισμός που μπορεί να σημαίνει βλάχος, χαζός, ηλίθιος, άσχετος κτλ.
δες και τυρόβλαχος.
- Ααα, εδώ ήταν τελικά;
- Τύρο...
(Τηλεφωνική συνομιλία)
- Έλα ρε...
- Έλα τύρο, τι λέει;
Got a better definition? Add it!
Γνωστό και ώς αντρογύναικο. Χαρακτηριστικός τύπος λεσβίας, συνήθως κοντή με μπυροκοιλιά, αμελητέο στήθος, μαλλί με αντρικό χτένισμα. Παπουτσάκι χωρίς τακούνι ή άρβυλλο τύπου timberland (αλλά όχι timberland) τζην και από πάνω κοντομάνικο τύπου πόλο μπλουζάκι (αλλά όχι Polo ούτε Lacoste) 3 νούμερα μεγαλύτερο (να μη φαίνεται το βυζί), φορεμένο μέσα από το παντελόνι το καλοκαίρι, ή καρό πουκάμισο με αντρικό δερμάτινο (δερματίνη) μπουφανάκι. Καπνίζει Kent ή και Leader. Το καλοκαίρι πίνει μόνο Amstel και πάντα χωρίς ποτήρι, το χειμώνα πίνει Τζόννυ (κόκκινο όχι μαύρο). Στο αυτοκίνητο ακούει πάντα Καζαντζίδη ή και Ζαγοραίο (όταν έχει νταλκάδες). Παίζει κορυφαίο τάβλι, δηλωτή και άλλα παιχνίδια του καφενείου. Είναι ειδική στο γλυφομούνι (προτιμάει να γλύφει παρά να τη γλύφουν), με καλύτερες επιδόσεις από τους περισσότερους άντρες. Έχει μεγάλη αδυναμία στα πιπίνια και άμα πάει να της χωθεί κανένας και να διεκδικήσει το πιπίνι, αρχίζει και τσαμπουκά. Φυσικά βρίζει σαν λιμενεργάτης και άμα τύχει βαράει κιόλας.
- Κοίτα ένα καραλέσβιο ρε μαλάκα που έχει πλευρίσει το γκομενάκι.
- Σκάσε ρε μαλάκα! Αν σε ακούσει ρίχνει και μπουνιές αυτή.
Σχετικά: λεσβολιδοσκοπώ, λεσβία από κούνια, λέσβω / λεσβόγκα, αρσενικιά, τζιβιτζιλού, τριβίδι, μπιφτεκού, αριστεροκάβαλη.
Got a better definition? Add it!
Βλέπε καραλέσβιο, το.
- Κοίτα τη λεσβόγκα μουστάκι που έχει.
- Εμ βέβαια, στο αίμα της κυλάει πιο πολύ τεστοστερόνη από τους δυο μας μαζί....
Σχετικά: λεσβολιδοσκοπώ, λεσβία από κούνια, αρσενικιά, τζιβιτζιλού, τριβίδι, μπιφτεκού
Got a better definition? Add it!