Further tags

Το πασπαρτού επιφώνημα των Ελλήνων. Ο τονισμός παίζει σημαντικό ρόλο (βλ. παραδείγματα).

  1. Όόόόπααα, φτάνει, γέμισε!

  2. Οπάάά, να και ο ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ !!!!!

  3. Όπα, είπα, λέω!

  4. Όπα, μας την έπεσαν, σύρμα!

(από dryhammer, 15/05/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μεταξάς: ο δικτάτωρ.
Μεταξά: το κονιάκ.
Με τα ξας; μού τα ξένεις; (Λαρισαϊκή έκφραση)

- Μη τα ξας, Μήτσομ’;
- Ναις, τούρας Γιάννομ’, τούρας! (βλαχοπουστηρλέδικος διάλογος)

Αποφοίτησε από τη στρατιωτική σχολή του Βερολίνου πρώτος στην κλάση του. (από allivegp, 04/01/10)Με τα ξας? (από Vrastaman, 05/01/10)Μεταξο-σκωληκας (από MXΣ, 07/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μια πολύ γνωστή φράση σε όλους μας, η οποία θεωρείται κοινότοπη και απλοϊκή. Λίγοι γνωρίζουν το εξαιρετικά ενδιαφέρον παρελθόν της και τον θησαυρό που κρύβει η οντότητά της.

Η φράση έχει προέλθει από την εφαρμογή του πρωκτικού σεξ. Όταν, μετά το πέρας της πράξης, το αντρικό μόριο έβγαινε καθαρό από την πίσω οπή (χωρίς υπολείμματα δηλαδή), τότε η πράξη θεωρούταν ότι δεν είχε παράπλευρες απώλειες.

Έτσι η φράση άρχισε να χρησιμοποιείται και με πιο ευρεία έννοια, τόσο, που στις μέρες μας αγνοείται η αρχική της προέλευση.

Ποιος να το περίμενε ε;

  1. Μπορεί να έκανα βλακεία, αλλά τουλάχιστον την έβγαλα καθαρή.

  2. Έτσι όπως οδηγάς, άγιο θα έχουμε αν τη βγάλουμε καθαρή στο τέλος.

(από patsis, 25/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν κάποιος κάνει τον κινέζο.

Η αναδιατύπωση αυτή του χριστιανοσλανγκικού «ἀγρὸν ἠγόρασα» (Λουκ. ιδ΄, 18) αποτελεί παρά φύσιν ξαδελφάκι των τουλάστιχον, λουκλάνικο, μαλακαρονάδα, ελαιοφορείο κ.α. παρεμφερών γελοιοτήτων. Σε καλό μας, ευθυμήσαμε πάλι!

Ασίστ: Gatzman

  1. - Έχω το ακαφελόγιστο θα μου πεις, αλλά αυτός υγρόν αγόραζε...
    (Gatzman, εδώ)

  2. - Η ΕΛΛ.ΑΣ. είχε, από ότι διαβάζω, πληροφορίες ότι υπάρχει φυγάς στην περιοχή εδώ και μια εβδομάδα, αλλά «υγρόν» αγόραζε … Τυχαίο να τό πω αυτό; ή αγόραζε πράγματι «υγρόν» – «ρευστόν»; Ότι και να πω ψέμματα θα είναι …
    (εδώ)

  3. - Ο Αρχίδαμος αγρόν ηγόραζε (ή υγρόν αγόραζε) και έκανε τον κινέζο...
    (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επιφώνημα αηδίας. Χρησιμοποιείται με τον ανάλογο τόνο και την ανάλογη ένταση φωνής και κυρίως από γκόμενες κάθε είδους.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως αστεϊσμός ή ειρωνεία από άτομα οποιουδήποτε φύλλου και για σχεδόν οποιονδήποτε λόγο. Θεωρείται λέξη-μπαλαντέρ.

  1. - Κοίτα Νίνα! Μια σκουληκαντέρα!
    - Ίιιιιου! ΠΑΡ' ΤΗΝ ΑΠΟ 'ΔΩ, ΠΑΡ' ΤΗΝ ΑΠΟ 'ΔΩ!!!

  2. - Το λατρεύω αυτό το συγκρότημα, είναι τέλειοι!
    - Ίου.
    - Άντε χάσου ρε!

  3. - Τσέκαρε το μουστάκι του απέναντι! Είναι κιτρινωπό και έχει ένα κομμάτι υγρής μύξας στην άκρη!!!!
    - Σίγουρα μύξα; Μήπως είναι...;
    (με μια φωνή)- ΙΟΥΥΥΥ!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τροποποίηση / μετατροπή / μετασκευή / βελτιωτική επέμβαση. Εκ του αγγλέζικου modify προφάνουσλυ. Συνώνυμα: φτιάξιμο, πείραγμα.

Δημοφιλέστατη έκφραση, το γούγλε βγάζει πάνω από 21.000 αποτελέσματα. Αναφέρεται κυρίως σε μηχανοκίνητα και είναι από τις πλέον κλάσικ εκφράσεις της άουτο-μότο σλανγκ. Τις μοντίφες τις αγαπούν οι κάγκουρες, αλλά και όσοι γενικά έχουν μεράκι με τα μοτόρια και την έχουνε ψάξει τη δουλειά. Οι μοντίφες είναι πρακτικά ανεξάντλητες. Με τις κατάλληλες μοντίφες ένα απλό μηχανοκίνητο μπορεί να προβιβαστεί σε εργαλείο που θα πηγαίνει τον κώλο του. Πολλαπλές μοντίφες επί του ιδίου αμαξίου / μηχανακίου το καθιστούν κωλοφτιαγμένο, τη στιγμή που μια και μόνη ουσιαστική μοντίφα επί του κινητήρα αρκεί για να χαρακτηριστεί αυτό ως πειραγμένο.

Παίζει αυτούσιο και ως επίθετο, π.χ. το αμαξάκι είναι μοντίφα, όχι μαμίσιο. Άλλο παράγωγο επίθετο: μοντιφαριστός.

Εννοείται πως μοντίφες δεν γίνονται μόνο σε δίτροχα και τετράτροχα, αλλά και σε άλλα αντικείμενα-φετίχ, όπως οι υπολογιστές (εκεί συνήθως το λένε αναβάθμιση), τα ηχοσυστήματα, ένα θαλάσσιο σκάφος ή μια ηλεκτρική κιθάρα Les Paul Standard.

Ο ίδιος ο άνθρωπος γίνεται καθημερινά αντικείμενο μοντίφας: πλαστικές επεμβάσεις, τεχνητά μέλη, εμφύτευση τσιπακίων, κλωνοποίηση, ευγονική, γενετικό ντόπινγκ, γνωσιακές επιστήμες κ.ο.κ. Η έννοια «άνθρωπος» αλλάζει. Μεταβολή στις ποσότητες συνεπάγεται μεταβολή στις ποιότητες. Τα όρια με τη μηχανή θα γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα.

Για να μην εξαντλούμαστε σε περιπτωσιολογία: η μοντίφα είναι το ειδοποιό στοιχείο του Homo Faber, του Ανθρώπου-Κατασκευαστή. Ο Άνθρωπος-Προμηθέας, που επεμβαίνει διαχειριστικά στη φύση με στόχο να την καθυποτάξει, να κυριαρχήσει επ' αυτής (και ακολούθως επί των συνανθρώπων του). Η Φύση γίνεται Αντικείμενο (αντικειμενοποίηση / εξαντικειμενίκευση) και έναντί της ίσταται το Υποκείμενο, όπως συνελήφθη φιλοσοφικώς υπό του Καρτεσίου. Η res cogitans του ανθρώπου αντιπαρατίθεται στην res extensa του πράγματος. Ο Λόγος είναι το εργαλείο τούτης της κατακυριάρχησης, καθιστάμενος ως εκ τούτου εργαλειακός (Ιnstrumentallen Vernunft κατά τον Μax Horkheimer). Ποτέ ο Homo Faber δεν μένει ικανοποιημένος με τις μοντίφες του, αλλά διαρκώς αναζητά βουλιμικά κι άλλες, κι άλλες... Ένας κατά βάθος στείρος τεχνολογισμός και παραγωγισμός συντηρεί ως σήμερα το Μεγάλο Αφήγημα της Προόδου, τον Εφιάλτη της Προόδου.

  1. - Για λέγε καμιά καλή μοντίφα για εξάτμιση. Έχω ένα ΚΤΜ LC4 κι ένα CBR 1100.
    - Αρχαιολογίες μηχανάκια, αλλά ρησπέκ όσο να 'ναι. Αcrapovic για το on-off, Υοshimura για το στριτάκι.

  2. (από forum καυλόγκαζων)
    - rallakias και phoinix_gr ενδιαφερομαι και εγω καθως μπορω να φερω και καποια εργαλεια που 8α βοηθησουν....ειδικα στην αφαιρεση της ταπετσεριας της πορτας...
    - Οκ, οταν κανονίσουμε την μοντίφα, θα ενημερώσω!

  3. (από άλλο forum καυλόγκαζων)
    Ο Χρήστος είναι από το πρωί μέχρι τώρα στο συνεργείο... :roll:
    Φυσικά επειδή πάντα υπάρχουν προτεραιότητες, δεν πήγε για τη βλάβη, αλλά για μοντίφα.

  4. (από παράλλο forum καυλόγκαζων)
    Ωραίος. :D Χάζευα ξανά τα spec σου. Δεν φανταζόμουν ότι του είχες φορέσει δίσκάτο lsd, νόμιζα ότι το είχες με torsen.
    Επίσης πολύ ωραία τα μοντιφαριστά coilover στα γόνατα.

  5. (από ένα τελευταίο forum καυλόγκαζων)
    - Οι νίκελ ταινίες να σου πω την αλήθεια δεν μου πολυάρεσουν... Οι καθρέφτες νίκελ μαμάνε αλλά είναι ακριβούτσικοι! Ό,τι και αν κάνεις τελικά καλές μοντιφιές.

Οι Mods έκαναν τρελές μοντιφιές στα πραπρά τους (από Vrastaman, 02/01/10)Homo Faber-Castell (από Vrastaman, 02/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Aν βγείτε έξω και περάσετε ένα δεκάλεπτο παρέα με Αλβανούς ή άτομα που κάνουν παρέα με Αλβανούς θα ακούσετε περίεργες λέξεις όπως «ταβέ» «πίδι» «κουρβ» και άλλα πολλά. Επειδή λοιπόν οι Ελληνικές βρισιές δε μας αρκούν είπαμε σαν λαός να κάνουμε λίγο τούτι-φρούτι το υβρεολόγιο μας προσθέτοντας βρισιές της γειτονικής χώρας. Παρακάτω αναγράφω τις ποιό δημοφιλείς βρισιές:

Ταβέ: Στο(ν) ακουμπάω (πολύ συχνά λέγεται ως απάντηση στο ναι, ε;, και;, ρε)
(Τε) Κίφσα: (Σου) γαμώ
Ροπ: Οικογένεια, το σόι
Μπιθ: ο κώλος
Κούρβ: η πουτάνα
Μότρεν: η αδερφή (προσοχή! όχι ο ομοφυλόφιλος!)
Πίτσκ(α): το μουνί
Πίδ(ι): και πάλι το μουνί
Λόκε: η πούτσα
Κοκ(ε): το κεφάλι (και οι δυο σημασίες)
Τόπε: το αρχίδι (τόπε τόπε ο παπαγάλος)
Κάρι: ο πούτσος (βάρι κάρι: κρέμασε το στο πούτσο σου: μη δίνεις σημασία)
Ταφούτ κόχι: δεν είμαι σίγουρος για την ακριβή σημασία της, πρέπει να έχει σχέση με το ταβε. Κλασσική απάντηση στο όχι (μάλλον όχι αυτό του Μεταξά.)
Μπόλε: η μπάλα, το αρχίδι
Τε ραφτ πίκα: να πέσει πάνω σου κατάρα
Τε ραφτ κανσέρι: να πάθεις καρκίνο (και όχι κασέρι)

[I]ΣΥΝΤΑΞΗ[/i]
(αφορά το τε κίφσα)
Η σύνταξη είναι πολύ απλή:
Τε κίφσα + (οτι θέλουμε να γαμήσουμε εκείνη τη στιγμή)
π.χ. - Τε κίφσα ροπ: γαμώ το σόι σου
- Τε κίφσα μπίθεν: γαμώ τον κώλο σου, κ.ο.κ

Αυτά είναι τα βασικά. Ενδέχεται να έχω κάνει αρκετά λάθη καθώς δε την ομιλώ την γλώσσα. Διορθώσεις δεκτές.

Δε χρειάζονται...

(από HODJAS, 09/03/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση μεταφορικής αποδοκιμασίας και αγανάκτησης. Συνοδεύεται επίσης από τις λέξεις / φράσεις: «το τράγιο», «μέσα», «μέσα ναι» και «το βερνικωμένο».

Σου πέφτει κάποιο πράγμα κάτω και σπάει, οπότε αναφωνείς: - Γαμώ το κέρατό μου το βερνικωμένο!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φεύγω από εδώ, κόβω δρόμο και πάω παραπέρα, κόβω λάσπη. Παίζει επίσης και το δίνε του.

- Άντε ρε Μάνθο να το παίξουμε και το τελευταίο τραγουδάκι...
- Ναι ρε, την τσουλήσαμε και αυτή τη νύχτα άντε να τελειώνουμε και να το κόψουμε πέρα για το τσαρδάκι!
- Ναι ρε νυχτοκαματιάρη Μένιο, ναι, πιάσε τον μπάρμπα μου τον Παναή...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δράττoντας την ευκαιρία που ο συσλαγκιστρής vikar έδωσε στο ΔΠ θα προσπαθήσω ν'αποδώσω κι εγώ έναν ορισμό στο καταπονημένο αυτό μήδι, ας αρχίσουμε:

Γλαφυρή αποτύπωση στον καθ'ημέραν λόγο της γνωστής αντίδρασης «πάγωμα ή δράση» (αγγλιστί freeze or run) όπου η απάντηση σε ένα αναπάντεχο επικίνδυνο ερέθισμα είναι το «πάγωμα». Κι εξήγούμεθα για να μην παρεξηγούμεθα...

α. Δράση:Το σημαντικότερο προσόν του άντρα του σωστού, του πρόστυχου,
του (δε) μασώ είναι η μαγκιά, αυτό το ψυχικό σθένος κι ο έμφυτος τσαμπουκάς που το 110% του λαού μας κατέχει (σύμφωνα με απαντήσεις που έδωσαν οι ίδιοι). Χαρακτηριστικό της είναι το ετοιμοπόλεμο, η ατάκα, το ζοριλίκι, το χώσιμο, βρε αδερφέ, στην κοινωνική συναλλαγή.

β. Πάγωμα: Όλοι έχουμε βρεθεί αντιμέτωποι σ'ένα ερέθισμα καθηλωτικό, τα αντανακλαστικά μας παραλύουν προς στιγμήν για να γίνουμε αντικείμενα χλευασμού κατόπιν, προσαπτόμενοι ψάρωμα (βλ. εδώ), κότεμα, χεσμεντέν μέχρις ότου αναλάβουμε δράση.

Ακόμα όμως και στη βου. περίπτωση που ο μάγκας κλάνει μέντες ο ίδιος το ξέρει: είναι και παραμένει μάγκας. Το ακαριαίο αυτό «πάγωμα» οφείλεται στις μεταφυσικές ιδιότητες της προστάτιδος/πολιούχου μαγκιάς, η οποία φεύγει κι επανέρχεται σαν από μηχανής θεός.

Γνωρίζοντας όλα αυτά και για να εκτονώσει το άγχος της καθήλωσης, ο ταλαίπωρος πρωταγωνιστής της ιστορίας μας αυτοσαρκάζεται: ε ναι, λοιπόν, του έφυγε η μαγκιά.

Ακολουθεί διάλογος Σαλονικιών:

- Ρε μαλλάκα, τί είδα χθες στα σκουπίδια της Σουλτάνας; (ρητορική ερώτηση) Ένα τεστ εγκυμοσύνης!
-...
- Γάμησε τα, τρελλάθηκα! Μ'έφυγε η μαγκιά, ρε σε λλέω!

βλ. και «μού 'φυγε το κλαπέτο, το καφάσι, το μπρικολέτο»

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified