Ο διοικητής αστυνομικού τμήματος. Η λέξη προέρχεται από το κοινό χρώμα που έχουν τα στρουμφ με τις αστυνομικές στολές (μπλε).

Το σκηνικό στην πλατεία ήταν χοντρό. Μεχρι κι ο παπαστρούμφ από τα κεντρικά ήρθε να δει τι παίζοταν.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Κλασική αργκό της φυλακής): Ο κουμανταδόρος, το άτυπο αφεντικό των φυλακισμένων, συχνά με την ανοχή του τυπικού αφεντικού (Διευθυντή) και σίγουρα με το δέος των φυλάκων. Ο υπερθετικός του βαρύμαγκα, αλλά και με σαφή ηγετικά προτερήματα. Πιθανότατα τούρκικης προελεύσεως.

Μεταφορικώς: Το αφεντικό με το άστε-ντούα.

Σερέτης, έξυπνος, δίκαιος και επικίνδυνος, ήταν ο εξισορροπητής των πολυσχιδών συμφερόντων μέσα στη φυλακή (π.χ. ζάρια, άδειες, πουστράκια, δουλειές επ' αμοιβή, ξεκαθαρίσματα, τιμωρία ρουφιάνων, ναρκωτικά, προστασία κ.τ.λ.). Γαμούσε κι έδερνε.

Συνήθως είχε αρκετά βαριά ποινή, όχι όμως για έγκλημα κατά περίσταση (π.χ. φόνος αντίπαλου βοσκού για τα γίδια) ή ειδεχθές (βιασμός ανηλίκων), αλλά κατ' εξακολούθησιν, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως συγκεκριμένων εγκλημάτων (π.χ. μαστροπεία, αποδοχή προϊόντων του εγκλήματος, κιβδηλεία, λαθρεμπόριο, ναρκωτικά, εκβίαση κ.τ.λ.) και δη σε ρόλο αφεντικού-ενορχηστρωτή. Δηλαδή για εγκλήματα του δομημένου υποκόσμου 2-3 πόλεων και όχι χωριατίστικα καμώματα ή φλάς που έφαγε ένας μουρλός. Άλλωστε, λένε: «Ό,τι είσαι έξω απ' τη φυλακή είσαι και μέσα», δηλαδή αντιμετωπίζεσαι αναλόγως. Εξ άλλου, μέσα στην φυλακή έχει να κάνει κανείς, με ανθρώπους που οδηγήθηκαν εκεί κυρίως λόγω ιδιαιτέρως ανεπτυγμένων ενστίκτων (κατά τον Λομπρόζο!) και δεν θα είναι καθόλου εύκολο να τους γελάσει περί το ποιόν του. Έτσι, ο ψιλικατζής παραμένει ψιλικατζής, ο χρεοφειλέτης είναι ένα συμπαθητικό ανθρωπάκι, ο πρεζάκιας είναι ξεφτίλας κ.ο.κ.

Ο τσιρίμπασης όμως, μέσα-έξω ήταν αφεντικό και έπαιρνε ρέφες (=πόντους) απ' όλα τα επαγγέλματα του υποκόσμου, χάρη στη σωματική του ρώμη, το ψυχικό του σθένος και το μυαλό του, που δούλευε με διπλό διαφορικό. Χώρια που το φύσαγε από παραδάκι, ένεκα οι δουλειές έξω, που τις συνέχιζε ο έμπιστός του κι είχε και χρημάτιζε τους πουλημένους εκτελεστές του σωφρονιστικού συστήματος...

Ο σημαντικότερος τσιρίμπασης του παρελθόντος αιώνος, ήταν ο Νίκος Σκριβάνος, του οποίου πρωτοπαλίκαρο ήταν ο Νίκος Μάθεσης (ή τρελάκιας). Γνωστός τσιρίμπασης κι ο Σακαφλιάς, στη φυλακή Τρικάλων, που τον έφαγε η μαρμάγκα (ο Αντωνίτσης), είτε για να γίνει αυτός τσιρίμπασης είτε για λογαριασμό άλλου επίδοξου αφεντικού (δεν έχει εισέτι διευκρινισθεί, ακόμα και οι τρικαλινοί λένε μαλακίες).

Ο τσιρίμπασης γνώριζε ότι κατέχει ζηλευτή θέση στην μικρο-κοινωνία της φυλακής, δεν διακινδύνευε το κύρος του για μηδαμινά πράγματα (έστελνε άλλους) και όφειλε να προσέχει όλες τις κινήσεις, στον μικρό και περιορισμένο χώρο της φυλακής, του κάθε βαρύμαγκα που βυσσοδομούσε εναντίον του. Άλλωστε, η αποκαθήλωσή του ήταν ιδιαιτέρως οδυνηρή: Είτε ο θάνατος του στερούσε το αξίωμα, είτε (χειρότερα) η δημόσια διαπόμπευση = τον βαράγανε ή τον πηδάγανε πεν-έξι βαλτοί μπεχλιβάνηδες... Τη θέση του, την έπαιρνε ατάκα ο μάγκας που του την έστησε, για να μην δημιουργηθεί κενόν εξουσίας (!)

Βλ. σχετικά «Το εγχειρίδιο του καλού κλέφτη», «το άγιο χασισάκι» κ.α. (Ηλίας Πετρόπουλος) και «Τα παιδιά της πιάτσας» και «Παραμύθια πίσω απ' τα κάγκελα» του Νίκου Τσιφόρου. Ειδικά, στο «Τουμπεκί» του Πέτρου Πικρού, ψυχογραφείται θαυμάσια η έννοια και η νοοτροπία του τσιρίμπαση εν έτει 1927 (!)

- Παιδιά, μην παίζετε άλλο τάβλι, βαρέθηκα μόνη μου!
- Τώρα, τελειώνουμε...
- Λοιπόν, τέλος, δεν παίζετε άλλο είπα!
- Και τί 'σαι σύ ρε; Ο τσιρίμπασης; Δώσε πίσω τα ζάρια, για θ' ανοίξω το τάπερ με τις καρπαζές!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αν προσεγγίσουμε τον όρο κατά λέξη, είναι ο άρχων των ομοφυλοφίλων, ο επικεφαλής, ο αρχηγός. Κατά το Ίλαρχος, Ίππαρχος, Δήμαρχος, ο καθοδηγών τους πούστηδες. Το νόημα ωστόσο παραπέμπει στην άλλη έννοια που ενέχει η λέξη, δηλ. στον φορέα κακίας, πονηριάς, ψεύδους και βλαπτικότητας. Το δεύτερο συνθετικό τονίζει έντονα το μέγεθος της κακότητας του ατόμου, είναι κάτι παραπάνω από «πούστης», δεν «εξηγείται πούστικα» ούτε «κάνει πολλές πουστιές». Κάποιες φορές στον στρατό χρησιμοποιείται εναλλακτικά και ως ο οπλίτης που κάνει ό,τι πουστιά περνάει από το χέρι του για να «χώσει» μέσω του βύσματος που διαθέτει τους άλλους φαντάρους.

- Ρε συ, αυτό το κωλόπαιδο ο Μίμης, συντοπίτης σου δεν είναι;
- Μην τον αναφέρεις καθόλου αυτό το αρχίδι, πρόκειται για μεγάλο πούσταρχο, πραγματικά μισητή μορφή...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Προκύπτει εκ των λέξεων Πρωθυπουργός και πρωκτός και σημαίνει τον πρωθυπουργό του πρωκτού. Τον ανίκανο πρωθυπουργό. Δύσκολο το επάγγελμά του πάντως. Τι να πει κανείς; Για την παραπάνω περίπτωση, βλ. παράδειγμα 1.

  2. Θα μπορούσε επίσης να αποτελεί σύνθετη λέξη εκ των λέξεων υπουργός και πρωκτός και να υποδηλώνει τον υπουργό του πρωκτού. Τον ανίκανο υπουργό δηλαδή. Για την παραπάνω περίπτωση, βλ. παράδειγμα 2.

Θα μπορούσαμε ίσως να επινοήσουμε ως μέτρο ανικανότητας σχετικά με τις περιπτώσεις που συζητήθηκαν παραπάνω, τους όρους: δίχουφτος, τρίχουφτος, ... κλπ. Μεγαλύτερη ανικανότητα αντιστοιχεί σε μεγαλύτερο χουφτάριθμο.

Οι αναφερόμενοι πρωκτυπουργοί, έρχονται και καλά για να σώσουν τον τόπο από τις λαμογιές των προκατόχων τους, επιδίδονται σε χειρότερες, προκαλούν το δημόσιο αίσθημα,παίρνουν τον πούλο, κάνουν απολογισμό των ατοπημάτων τους (πού ήταν το τρωτό σημείο μας και μας πιάσανε ρε λεβέντες;), επαναδιεκδικούν ως Μαυρογιαλούροι την ψήφο του λαού και ως επερχόμενοι Σωτήρες από τις μαλακίες των νυν κυβερνώντων, ξεγελώντας το λαό (γιατί απλά ή καριόλα η ελπίδα ως άλλος μαθουσάλας πεθαίνει τελευταία), επανέρχονται ως γριές πουτάνες για να συνεχίσουν το έργο τους που από αποσταθεροποιητικούς κύκλους και δόλια συμφέροντα αιφνιδίως διεκόπη (όπως λένε). Ε κι όταν αρχίσουν ξανά τις μαλακίες, οι ευθύνες πάνε στους προηγούμενους και στις δυσμενείς συγκυρίες.

Σημείωση: Ο όρος αποκτά έμφαση, όταν αναφερόμαστε σε πρωθυπουργό ή υπουργό που ανήκει ή που υποθέτουμε πως ανήκει στο τρίτο φύλο. Γι' αυτό το θέμα βλ. παράδειγμα 3.

  1. Ο Μένιος βλέπει στο χαζοκούτι, τον πρωθυπουργό να κάνει δηλώσεις.
    Λάουρα: Ρε μαλάκα Μένιο αν σου αρέσουν τα πρωκτικά, σταμάτα να βλέπεις τον πρωκτυπουργό και έλα να μου ξηγήσεις το όνειρο στην πίσω πόρτα. Θα σ' αρέσει καλύτερα.

  2. – Ο πρώην πρωκτυπουργός οικονομικών, μας είχε στενάξει.
    – Υπάρχει βρε πρωθυπουργός οικονομικών;
    – Α βρε κουφάλογο. Π ρ ω κ τ υ π ο υ ρ γ ό ς είπα
    – Α κατάλαβα. Υπουργός του κώλου, ε; Χα χα χα.

  3. Ο Πρωκτυπουργός Πουστρόνι Μπλαιρ (παράγωγο των λέξεων Μπους & Τόνι, με παρεμβολή του «ρ»!) κρύβει κάτι αρκετά ύπουλο. Έφτασε στ' αυτιά μου, ότι προτού αρχίσει να τρίζει η καρέκλα του, είχαν γίνει ορισμένες συζητήσεις κεκλεισμένων των θυρών, οι οποίες αναφέρανε ότι εάν η Αγγλία εισέλθει στη νομισματική ένωση, να δοθεί η μόνιμη προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον Πουστρόνι Μπλαιρ. Δεν έχω ιδέα κατά το πόσο αληθεύει, μα δεν την κρίνω καθόλου απίστευτη... ειδικά αν λάβω υπόψη την πηγή της. Παρόμοιες αναφορές έγιναν και από τον Βρετανικό τύπο, αλλά μου διαφεύγει το όνομα του περιοδικού (που είχε τον πρωκτυπουργό σε μια πολύ κτηνώδη ερεβομανή στάση... πραγματική φωτογραφία σε κοντινό πλάνο... και τον ονόμαζε «το κτήνος» ).
    Δες

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το λέμε για να καλέσουμε κάποιον, όπως λέμε φίλε, πατριώτη, μάγκα, ψηλέ κλπ.

Πιθανότατα διαδόθηκε όταν η Αννίτα Πάνια αποκαλούσε αρχηγέ (και αρχηγόπουλο) τα ψώνια που ερχόταν στην εκπομπή της.

Επίσης υπάρχει η πιθανότητα η ίδια να το έχει πάρει από τη Φωλιά του Κούκου, όπου ο Τζακ Νίκολσον αποκαλούσε «Αρχηγό» έναν μουγκό Ινδιάνο στο ψυχιατρείο.

Ρε αρχηγέ, έχεις κάνα τσιγάρο;

Σχετικά: γιατρέ μου, μάστορας, μεγάλε, ψηλός

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στην χώρα που ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα, οι καναλάρχες (ή, με την ευρύτερη έννοια, μιντιάρχες) αποτελούν μια από τις πιο αδηφάγες και διαπλεκόμενες φυλές των Μασάει.

Οι καναλάρχες ασκούν μπαμπέσικη πολιτική επιρροή με γνώμονα τα πραγματικά τους επιχειρηματικά συμφέροντα, ήτοι την μεγιστοποίηση κρατικών και κοινοτικών γατοκεφάλων που νέμονται οι κατασκευαστικές και εργοληπτικές εταιρίες που ελέγχουν. Για να πετύχουν τον σκοπό αυτό, επιλέγουν και λιβανίζουν τους ευκαιριακούς τους πολιτικούς συμμάχους, αλλάζοντας πάντα στρατόπεδα κατά το δοκούν.

Δεδομένου ότι η πίτα των μεγάλων δημόσιων έργων είναι πεπερασμένη, και καθώς οι κοινοτικές στρόφιγγες ήδη σφίγγουν, το απροκάλυπτο αλληλοσφάξιμο μεταξύ τους αναμένεται να κλιμακωθεί στο εγγύς μέλλον με άνευ προηγουμένου λύσσα.

Φυσικά, κάθε ομοιότητα τέτοιων λυκοκαυγάδων με τις στρατηγικές κινήσεις ευυπόληπτων καναλαρχών όπως των κ.κ. Λαμπράκη, Αλαφούζου, Κοντομηνά, Μπόμπολα, Κυριακού, Κουρή και Βαρδινογιάννη είναι απόλυτα τυχαίες.

  1. Ο ΑΛΑΦΟΥΖΟΣ Ο ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΣ Ο ΤΙΤΑΝΟΤΕΡΑΣΤΙΟΣ ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΑΝΑΛΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΛΑΔΟΣ
    (από εδώ)

  2. Τράπεζες, εργολάβοι, καναλάρχες και εκδότες έχουν ακεραία την ευθύνη για την κρίση με τα golden boys και τα τσιράκια τους, αφού χρησιμοποίησαν άκρατες μορφές δανεισμού για τις δικές τους επιδιώξεις, αλλά και για τη λεηλασία λαϊκών και ασφαλιστικών αποταμιεύσεων με καταστροφικά αμοιβαία, δομημένα ομόλογα και κάθε μορφής τοξικές επενδυτικές εφαρμογές, που δεν έχουν πάψει ακόμη να τις διαφημίζουν.
    (από εδώ)

  3. Σε μια πρωτοφανή επίδειξη δύναμης επιδόθηκαν άνδρες της προσωπικής ασφάλειας του καναλάρχη Μίνωα Κυριακού. Γρονθοκόπησαν και ξυλοκόπησαν πρόεδρο δημοτικού συμβουλίου που «τόλμησε» να τους επισημάνει την παράνομη κατεύθυνση που ακολουθούσε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν, σε μονόδρομο της Νέας Ερυθραίας.
    (από εδώ)

  4. Καναλάρχης Ισλαμιστικού σταθμού στη Ν.Υ. αποκεφάλισε τη σύζυγό του γιατί του ζήτησε διαζύγιο. (από εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκ των «κλάνω» και «πλανητάρχης». Μπορεί να είναι:

  1. Ο άρχων της κλανιάς, ο καλός στα πνευστά. Δηλαδή ο πρώτος, ο πρόεδρος του Ομίλου κλασομπανιέρων.

  2. Ο κλαζμεντέν, αυτός που κλάνει μέντες από τον φόβο του, ο Αντόνιο Εκλασαμέντες ισπανιστί, και πάλι ο πρόεδρος.

  3. Ένας πλανητάρχης που βρωμίζει τον πλανήτη με βόμβες διασποράς, μεταφορικές (βλ. 1ο μύδι) ή πραγματικές.

  4. Ένας πλανητάρχης, που είναι κλαζμεντέν, θρασύδειλος κτλ.

- Τι θα γίνει με τον Ομπάμα; Θα είναι ντούρασελ, να φτιάξει δυο τρία πράγματα στον πλανήτη, ή θα αποδειχθεί κανάς κλανητάρχης Ομπάμιας κι αυτός;

(πρωην) κλανητάρχης επι τω έργω (από Vrastaman, 22/01/09)Αγελάδα Πλανητάρχης (όλος ο χάρτης πάνω της, σε μαύρο χρώμα περικαλώ) (από GATZMAN, 22/04/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο αρχηγός των γουδιών. Ο μεγάλος μαλάκας. Χρησιμοποιείται και ως γουδάρχης αλλά σε πιο επίσημο λόγο.

-Καλά, πιστεύεις τον Ρουσσάκη; Αυτός ειναι μεγάααλος γούδαρχος.
Μια φορά μου είχε πει ότι τα είχε με μια Pamela!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τύπος ακατάσχετα φλύαρος και, κατ' επέκταση, αερολόγος. Διακόπτει τους άλλους συνεχώς - π.χ. άσε, πού να σου λέω ή, καλά, άμα σου πω τι έπαθα ... - μονοπωλεί μονίμως την κουβέντα, λέει μόνο για να λέει και λατρεύει τον ήχο της φωνής του.

Η λέξη σχηματίζεται από το μπουρ-μπουρ (ή, μπούρου-μπούρου βλ. και μπούρου-μπούρου μαλακίες) με δεύτερο συνθετικό το -αγάς, όπου αγάς είναι ο τοπικός διοικητής ή αφέντης την εποχή της Τουρκοκρατίας. Ο μπουρμπούραγας, λοιπόν, δεν είναι απλώς πολυλογάς - είναι και ο αρχηγός των πολυλογάδων και, ωσεκτουτού, απίστευτος σπασοκλαμπάνιας.

Στον επαγγελματικό στίβο, ο μπουρμπούραγας απαντάται συχνά στους χώρους των πωλήσεων και του πι-αρ όπου διακρίνεται ως biri biri maker. Αν ακολουθήσει καριέρα πανεπιστημιακή/νομική/τηλεοπτική συχνά εξελίσσεται σε ειδικό μπουρδολόγο / παπαρολόγο. Στο οικογενειακό περιβάλλον είναι ιδιαίτερα ενοχλητικός αν έχει και άποψη για τα θέματα του νοικοκυριού - αν είναι, δηλαδή, και γυναικοθόδωρος.

Σημειωτεόν ότι ο όρος μπουρμπούραγας δέον να χρησιμοποιείται μόνον για άντρες. Μια γυναίκα μπορεί να χαρακτηρισθεί μπουρμπούρα αλλά συνηθέστερα την λέμε γλωσσού, γλωσσοκοπάνα, γαλιάντρα ή κατίνα - αν και όλα αυτά έχουν κάποιες λεπτές νοηματικές διαφορές.

- Καλέ, τι πράμα είναι αυτός ο ξάδερφος σου ... πρώτος μπουρμπούραγας ... ήρθε επίσκεψη προχτές, αρμένικη βίζιτα την έκανε ... τρεις ώρες έκατσε, γλώσσα μέσα δεν έβαλε ... μπούρου-μπούρου και μπούρου-μπούρου, μας έπρηξε ... και πανάθεμα με αν θυμάμαι ένα πράμα που μας είπε ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που περιφέρεται μονίμως με έναν φραπέ ανά χείρας. Τον συναντάμε αρκετά συχνά και σε εργασιακούς χώρους υπό τη μορφή άνετου και απελευθερωμένου εργαζόμενου.

Συνώνυμο (κατά Νομάρχη Θεσ/νίκης): Φραπεδόμαγκας.

- Αρίστο, πιάσε μερικές Α4 από την αποθήκη ναούμ, θέλω να τυπώσω τις προσφορές. Θα μας γαμιοδοτήσει ο Αίγαγρος..
- Θα μας κλάσει μια μάντρα μαζί με την περίφραξη. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αγχώνεσαι, θα κόψει η επιδερμίδα σου!
- Άσε ρε μαλάκα Φραπεδοκράτορα, που μου κάνεις όλη μέρα σουλάτσα με τη φραπεδιά στο χέρι, πιάσε να κάνεις και καμιά δουλειά εδώ μέσα, που μου το παίζεις και παλιός. Πού είσαι, στον στρατό ναούμ;
- Δ.Π. (δεν προβλέπεται)...

Ο κύριος Βακόνδιος (από poniroskylo, 19/06/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified