Selected tags

Further tags

Αρκτικόλεξο του Παίρνω Πίπες Όρθια. Δηλώνει την ιδιαίτερα κοντή, αλλά πρόθυμη και καπάτσα, γυναίκα που δε χρειάζεται να σκύψει για να πάρει πίπα. Χρησιμοποιείται δε και για την περπατημένη και σεξουαλικά πρόθυμη νεαρή γυναίκα.

- Λες να μου κάτσει η Μαρία άμα της την πέσω;
- Σίιιιγουρα! Αυτή βρε είναι ΠΠΟ!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

PSE = Porn Star Experience.

Λέξη από τη διάλεκτο των μπουρδελιάρηδων, που χαρακτηρίζει τις πουτάνες που συμπεριφέρονται ως πορνοστάρ (ό,τι βλέπετε στις τσόντες).

- Φίλε, πήρα τη Λάουρα χθες σπίτι, πολύ special call girl.
- Έλα ρε! χαλαρά και sexy; gfe;
- Όχι τόσο, ήταν πολύ pse κατάσταση. Λες και παίζαμε σε τσόντα!
- Θέλω και εγώ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

GFE = Girl Friend Experience.

Λέξη από τη διάλεκτος των μπουρδελιάρηδων, που χαρακτηρίζει τις πουτάνες που συμπεριφέρονται ως κοπέλες σου (με κουβεντούλα, ρομαντισμό) και έτσι.

- Φίλε, πήρα τη Μόνικα χθες σπίτι, πολύ special call girl.
- Έλα ρε! Σε αποτελείωσε;
- Όχι τόσο, ήταν πολύ gfe κατάσταση. Μου θύμισε την πρώην μου, τη Λίτσα.
- Θέλω και εγώ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι το έγχρωμο ή ασπρόμαυρο αποτύπωμα, πάχους ελαχίστων μικρών του μέτρου μm, επάνω σε επιφάνεια.

Συνήθως αναπαριστά ήρωες comics, cartoon κλπ και επικολλάται διακοσμητικά από παιδιά σε βιβλία, τετράδια, παιχνίδια αλλά και επιδερμίδα ως tatoo κλπ.

Μεταφορικά, ή καθ' υπερβολή, εκφράζει το αποτέλεσμα-κατάληξη που υφίσταται κάποιος ένεκα βίαιου συμβάντος ή μεταχείρισης.

  1. Η στοργική μήτηρ: - Κάτσε φρόνιμα, γιατί θα σου χώσω κάνα φούσκο και θα βγεις χαλκομανία στο τοίχο.

  2. Ο συνεπιβάτης δικύκλου: - Τι; 235 ;! Κατέβασε ρε μαλάκα ταχύτητα γιατί άμα φύγουμε θα γίνουμε χαλκομανία.

(από iwn, 23/11/10)(από iwn, 23/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η έκφραση επαναφέρει πάραυτα και προσεδαφίζει στον πλανήτη Γη τη συζήτηση, από την αόριστη, γενικόλογη, φιλολογική, βερμπαλιστική, νομιναλιστική, εξωπραγματιστική και αποπροσανατολιστική διάθεση του συνομιλητή μας.

Συνώνυμα: ως εδώ και μη παρέκει, τέρμα οι φιλολογίες, α όλα κι όλα.

Κοίταξε, ένα κι ένα κάνουν δυό. Αν δεν τελειώσεις σήμερα τη δουλειά που σου ανέθεσα, αύριο να μη πατήσεις το πόδι σου εδώ.

Δες και άσε τα φιλοσοφικά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ανακεφαλαιώνοντας και συμπληρώνοντας:

Προέρχεται απ’ την ιταλική ρίζα sfogli-. Στα ιταλικά sfogliare σημαίνει αφαιρώ φύλλα, μαδώ πέταλα, ξεφυλλίζω, ρίχνω μια ματιά. Εξού κι η σφολιάτα.

Σημαίνει:

  1. τέχνασμα χαρτοκλέφτη (σύμφωνα με τον Τριανταφυλλίδη),

  2. απάτη, «μου βγήκε μούφα/ φόλα/φέσι/σκάρτο»,

  3. για πρόσωπα: απατεώνας, λαμόγιο, κομπιναδόρος.

  4. Υποτιμητικά δηλώνει κάποιον ή κάτι που δεν αξίζει την προσοχή, τη μισή μερίδα, την ασχημούλα γκομενίτσα.

  5. για καταστάσεις, κυρίως στην έκφραση τρώω σφόλι σημαίνει: ταλαιπωρούμαι, χώνομαι τα μάλα, γειώνομαι απότομα, παθαίνω νίλα μεγάλο κάζο, πήγα για μαλλί και βγήκα κουρεμένος, μου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι, έσπασα/μου 'πεσαν τα μούτρα μου, βρίσκω το μάστορά μου, την έφαγα σα πούστης.

  6. στις εκφράσεις: πετάω/ρίχνω ένα σφόλι/σφόλια, με πήρανε τα σφόλια, τον αρχίσανε στα σφόλια σημαίνει την προκλητική κουβέντα, το έμμεσο χοντρό πείραγμα, πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές, κουλαντρίζω, τσιγκλάω.

Εδώ όμως το πείραγμα έχει κοινό (συχνά «με λυμένο το ζωνάρι για καυγά») που δε στέκει θεατής αλλά (μπορεί και) νά ‘ναι συνένοχο και συνεργός, οπότε πέφτει σφολοχάλαζο / σφολοβρόχα, με σκοπό να «την ανοίξει» στο θύμα με το οποίο έχει προηγούμενα (αλλού στο σάη ο Hodjas το περιγράφει μια χαρά, αλλά το σφόλι έπρεπε χωρίς «» και χωρίς το «έμμεσο»).

Αν πάλι σε πάρουνε τα σφόλια, ο στόχος ήταν άλλος, αλλά εσύ «είχες τη μύγα και μυγιάστηκες» κι «άστραψε ο κώλος σου», οπότε πέφτει (επιπλέον) και το γέλιο της αρκούδας.

  1. Στα Γιάννενα η «μπουγάτσα» τυλίγεται σε φύλλο και όχι σε σφόλια (σφολιάτα). Προσφέρεται σε δύο παραλλαγές: τυρί και κρέμα.
    (απ’ το δίχτυ)

  2. …ρε συ πονηρόπουλε που πήρες και 2 κράνη και ζΗτω και ΟΥαΟ και μας άνοιξες τα μάτια και μας έδειξες ότι μας κλέβει ο βιφιρις άμα πάω εγώ και πάρω από το σάιτ που λες και φάω κάνα σφόλι και δε πάρω κράνος και και και και ΝΑ ΡΘΩ ΑΠΟ ΚΕΙ ΝΑ ΜΕ ΔΩΣΕΙΣ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΜΟΥ ΠΙΣΩ;;;;; (από μπλογκ)

  3. - Να δεις αδερφάκι μου τι σφόλια είναι όλη η γαμημένη φάρα τους: για ‘να μερεμέτι ούτε δυο μισάωρα, με φραπεδιές και έτσι, μου ‘ραψαν ένα κουστούμι, μου βγήκε ο κούκος αηδόνι.
    - Έε καλά. Το ‘παμε. Ποιος είν’ ο καλύτερος μεζές;
    - Ποιος;
    - Συκωτάκια μάστορα στη σούβλα.

5α. Πάντως ΕΛΔΥΚάς δεν είναι άσχημα. Τον πρώτο καιρό τρως ένα σφόλι, αλλά μετά δε διαφέρει και πολύ από μια μονάδα στην Ελλάδα. Αρκεί να μην είσαι γκαντέμης και σε στείλουν ΕΦ (προσαρμοσμένο απ’ το δίχτυ)

5β. Ο Ερνέστο αδικεί τον εαυτό του παίζοντας έτσι. Τον δικαιολογώ όμως. Το σφόλι που έφαγε από την Ανόρθωση τον έχει κάνει και παίζει συντηρητικά σε όλα τα δύσκολα ματς. Έχει καεί ο άνθρωπος από τότε και έχει το σύνδρομο του φόβου. (αγορασμένο)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γκανγκστεροειδής απειλή. Εννοείται ότι το θύμα τους θα γίνει τέτοιο σουρωτήρι με τόσες κουμπότρυπες, ώστε το πτώμα που θα αφήσει στον μάταιο τούτο κόσμο θα είναι τόσο παραμορφωμένο, ώστε κανένας αισθητικός νεκρών να μην μπορέσει να το συνεφέρει και η κηδεία να γίνει εντέλει με κλειστό φέρετρο.

Σημειωτέον ότι η απειλή αφορά κυρίως στην μετά θάνατον υστεροφημία του θύματος και την σχέση του με τα αγαπημένα του πρόσωπα, γι' αυτό και τσούζει περισσότερο. Όπως στην χριστιανική (και όχι μόνο) θεολογία η μετά θάνατον ύπαρξη του νεκρού δεν εξαρτάται μόνο από τα ατομικά ηθικά του επιτεύγματα, αλλά και από την στάση που θα κρατήσει έναντί του η εναπομείνασα αγαπητική κοινότητα που θα κάνει τα μνημόσυνα κ.τ.λ., έτσι εδώ, κατά αντεστραμμένο τρόπο, η απειλή πλήττει την μετά θάνατον υστεροφημία του θύματος, η οποία θα αμαυρωθεί από τη ντροπή, καθώς θα πλανάται το ένοχο ερώτημα «γιατί γίνεται η κηδεία σε κλειστό φέρετρο, τι έφταιξε;», ενώ οι αγαπημένοι του θα στερηθούν τον τελευταίο ασπασμό και την απολίθωση μιας ευνοϊκής εικόνας για τον δικό τους. Σκληρό! Στην εσχατολογική, άλλωστε, θεώρηση της αξίας της ζωής του ανθρώπου, που βλέπουμε ήδη στους αρχαίους Έλληνες, μηδένα προ του τέλους μακάριζε, και τα ρέστα παγωτά, είναι η τελευταία στιγμή που καθορίζει την αξία της ζωής, θα προσθέταμε, κυρίως λίγο μετά τον θάνατο. Ιδιαίτερα δε, αναφέρεται σε παρόμοιες απειλές η μάνα του υποψήφιου θύματος.

- Δεν μου αρέσουν καθόλου τα καμώματα του Κολλυβάτου. Να μου το θυμηθείς! Σε κλειστό φέρετρο θα τον χαιρετίσει η μανούλα του...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ως ανήκον στην gay & lesbian ιδιόλεκτο: Περιγράφει έναν τύπο σεξουαλικότητας που είναι το αντίθετο από το γκέι ζητούμενο (ορισμένων γκέι τουλάχιστον). Καταγγέλλεται, δηλαδή, μία ουσιοκρατική αντίληψη, όπου κάποιος από την φύση του έχει τον ρόλο να τον δίνει και κάποιος/α να τον μπαίρνει, σαν ο ένας να παίζει τον ρόλο του φις και ο άλλος/η αυτόν της πρίζας. Φιλοδοξία των χρησιμοποιούντων καταγγελτικά την έκφραση είναι να απο(σο)δομηθεί επιτέλους αυτό το φαλλογοκεντρικό δίπολο που χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο μεγάλες κατηγορίες.

Ως αφόρητα παρώ φις- πρίζα θεωρούνται μεταξύ των στρέιτ οι ρετροσέξουαλ, που θέλουν να έχουν πάγια ρολάκια στην σχέση. Αλλά και μεταξύ των γκέι όποιος τόπαρος θεωρεί ότι μπορεί μόνο να τον δίνει και ποτέ να μην τον μπαίρνει (και δεν ξέρει τι χάνει).

Ως φις- πρίζα γενικότερα μπορούν να χαρακτηριστούν επίσης θεωρήσεις των γκέι από τους στρέιτ που τους ανάγουν σε στρέιτ (;) κατηγορίες ενεργητικού- παθητικού, όπως η διάκριση τοπ- μπότομ ή για τις λεσβίες η διάκριση butch- femme (σ.ς.: αν και ενίοτε οι διακρίσεις αυτές πανηγυρίζονται από ορισμένους γκέι). Από λεσβίες η έκφραση μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για άντρες που κατανοούν την γυναίκα με αντρικούς όρους, χωρίς να συναισθάνονται την ιδιαιτερότητά της, λ.χ. που μιλούν για την γυναίκα σαν να καυλώνει, να ερεθίζεται ή να χύνει με τρόπο παρόμοιο με τους άντρες, οπότε χάνεται η πολυπλοκότητα της γυναικείας σεξουαλικότητας.

Το ζητούμενο αντίθετο του φις- πρίζα είναι το εναλλακτικό και εναλλασσόμενο σεχ, όπου η διαφορά ανάμεσα στο πέρσι και το φέτος δεν είναι ούτε καν ένας χρόνος.

  1. - Καλά γιε μου, σε καταλαβαίνω. Ήταν μουντά εκεί, έβρεχε, ήταν μελαγχολικά. Και τό 'λεγε η μητέρα σου ότι δεν έπρεπε να σε στείλουμε στο Πούτσεστερ να σπουδάσεις... Αλλά πες μου, γιε μου, τουλάχιστον τον δίνεις; Δεν πιστεύω να τον παίρνεις κιόλας, ε;
    - Ώχου ρε μπαμπά, πολύ φις- πρίζα λογική έχεις...

  2. Λ: Πώς πήγε με την Λίτσα;
    Ρ: Καλά, πηδηχτήκαμε σαν τα κουνέλια. Δυο φορές έχυσα εγώ, τρεις αυτή!
    Λ: Αμάν! Μην είσαι τόσο φις- πρίζα... Δεν είναι σαν την τσουτσούνα σου οι γυναίκες!...

Τον δίνει (από Khan, 21/11/10)Τον μπαίρνει (από Khan, 21/11/10)(από Khan, 22/12/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προέρχεται από τον αγγλοαμερικάνικο όρο vertical smile κι αναφέρεται:

  1. (κυρίως) στο γυναικείο αιδοίο του οποίου τα μεγάλα χείλη σχηματίζουν ένα «χαμόγελο», το οποίο όμως, όταν η γυναίκα είναι όρθια, είναι κάθετο σε σχέση με το κλασικό χαμόγελο των χειλιών του προσώπου. Φαίνεται καλύτερα όταν το μουνί είναι ξυρισμένο. Γι’ αυτό και αποτελεί έκφραση σε περιβάλλοντα όπως στούντιο ομορφιάς όπου γίνονται αποτριχώσεις, και πλασάρεται από γυναικεία περιοδικά.

  2. (πολύ σπανιότερα) στο στόμιο της ανδρικής ουρήθρας.

Παρακαλώ πολύ, να μην εμφανιστούν σχόλια ή μήδια σχετικά με τον πασίγνωστο οργανισμό προστασίας των δικαιωμάτων του (όλοι ξέρουμε). Πιασάρικο μεν, ψιλοφθηνό δε (κατά την ταπεινή μου γνώμη). Σαν λογοπαίγνιο σχετίζονται κάργα, αλλά το να ψάχνει κάποιος το ένα και να του εμφανιστούν και τα δύο μπορεί να θίξει, πράγμα που δεν θα το ήθελα. Ναι, ρε, έχω ταμπού.

  1. «Η ζωή αρχίζει μ’ ένα κάθετο χαμόγελο»

- Νομίζω πως χρειάζομαι μια ..περιποιησούλα για ν’ αναδειχθεί το κάθετο χαμόγελό μου.
- Χόλυγουντ, Μπραζίλιαν, μπικίνι, τριγωνάκι, κάτι ιδιαίτερο;
- «Να καεί ο Αμαζόνιος» που θέλει ο δικός μου δεν κάνετε;
(από μπλογκ)

  1. «…Είχε γυρίσει μπρούμυτα όταν ξύπνησε. Ένοιωσε κάτι να βρίσκεται κάτω από αυτόν που τον ενοχλούσε πολύ έντονα. Κάτι σκληρό υπήρχε ανάμεσα σε αυτόν και στο στρώμα του κρεβατιού που τον ανάγκαζε να αισθάνεται άβολα. Άνοιξε τα μάτια του, γύρισε ανάσκελα και έκπληκτος είδε τη φύση να προεξέχει απ' το σώβρακο με το γνωστό κάθετο χαμόγελό της. Χαμογέλασε κι αυτός με ικανοποίηση και του ήρθαν στο μυαλό αυτά που σκεφτόταν πριν λίγες ώρες στη βεράντα. Η μητέρα φύση με θυμήθηκε, άδικα την κατηγόρησα, σκέφθηκε. Τη χούφτωσε και εκτονώθηκε…» (από μπλογκ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται για χαρυκλίννεια έκφραση που διανθίζει τον προφορικό λόγο μας και δηλώνει απαρέσκεια ή θρήνο απέναντι σε ένα δυσάρεστο νέο ή κάποια δυσάρεστη κατάσταση. Συνήθως, συνοδεύεται από χαιρέκακη διάθεση του ομιλούντα, με σαφή απαξιωτική χρήση του όρου «κυρία», που μπορεί να αντικατασταθεί ισοεκτασιακώς και από άλλες προσφωνήσεις (βλ. και χαλικούτειο ορισμό μωρή κυρία! και πρβλ. το παράδειγμα που ακολουθεί.)

Η πασίγνωστη ατάκα του Χάρρυ Κλυνν «και κλάααμα η κυρία» εδώ γίνεται «και κλάααμα το τοπ μόντελ». Θρηνούν οι κοπέλες επειδή φοβούνται ότι θα αποκλειστούν. Κλαίει με μαύρο δάκρυ μια κοπελίτσα επειδή μισεί τα μπούτια της. (από εδώ)

(από Khan, 21/11/10)Μύνημα σφάλματος από τον Google Chrome 18 (από alxign, 01/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified